Από τη Νότια Ευρωατλαντία στην Ανατολική Σαλβινία; του Γιάννη Χλιουνάκη.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019 09:29 Συντάκτης:

Όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας τους τελευταίους μήνες είναι πολύ σημαντικά για να τα προσεγγίσουμε με τα παραδοσιακά αναλυτικά μας εργαλεία και να τα αντιμετωπίσουμε περιοριζόμενοι σε γνωστές θέσεις και στερεότυπα.

 

Μια ευρωνατοϊκής έμπνευσης συμφωνία, πραγματικά πολύ επικίνδυνη τη στιγμή που η περιοχή γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης και τα σύννεφα πυκνώνουν, ξεσηκώνει μεγάλη λαϊκή αντίδραση, όχι για τους λόγους που θα θέλαμε και ήδη αναφέρθηκαν αλλά επειδή «παραχωρεί εθνικότητα και γλώσσα, τη Μακεδονία μας, στους σκοπιανούς». Μπορούμε βέβαια να αυτοπαρηγορηθούμε επαναλαμβάνοντας ότι είναι ένας τρόπος  έκφρασης της αγανάκτησης που αισθάνεται ένα μεγάλο μέρος του λαού, απέναντι στη δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει, στα μνημόνια και την κυβέρνηση που τα αποδέχθηκε και τα εφάρμοσε.

 

Το πρόβλημα είναι ότι η παραπάνω –σωστή- διαπίστωση δε βαθαίνει στη ουσία των πραγμάτων και δεν προσφέρει έναν επαρκή τρόπο αντιμετώπισης. Η Αριστερά, στο μεγαλύτερο τμήμα της, στέκεται αμήχανη, με στάση επαμφοτερίζουσα. Με πρώτο το ΚΚΕ αλλά και τη ΛΑΕ και αρκετές ανεξάρτητες προσωπικότητες φαίνεται να νιώθει την ανάγκη να επιλέξει στρατόπεδο, να υποκλίνεται αδέξια στην ανάγκη της «επικοινωνίας με ευρύτερα ακροατήρια». Όμως αυτό που συμβαίνει είναι πολύ σημαντικό για να προσπαθήσουμε να το υποτάξουμε σε μικροσκοπιμότητες.

 

Δεν υπάρχουν «εθνικές ευαισθησίες» χωρίς συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Όταν, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το «μακεδονικό» εισέβαλε στη δημόσια ζωή ως θέμα «κοινού ενδιαφέροντος» η ελληνική κοινωνία άρχιζε να ζει το «όνειρο του νεόπλουτου». Η θέα των κοινωνικών ερειπίων που άφηνε πίσω της η πτώση του «υπαρκτού» γεννούσε μια ισχυρή αίσθηση έπαρσης, η λέξη «βουλγάρα» παρέπεμπε αυτόματα και ισχυρά σε ταλαίπωρη οικιακή βοηθόή σεεκδιδόμενη σε επαρχιακό σκυλάδικο, η λέξη «αλβανός» σε χειρώνακτα διαθέσιμο για εργασίες που κανείς δεν ήθελε να κάνει ή σε επίφοβο κακοποιό. Να έρχονται «αυτοί» και να ζητάνε τη Μακεδονία μας… επια, πήγαινε πολύ!

 

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Το «νεοελληνικό όνειρο», αφού απογειώθηκε ανάμεσα σε χρηματιστήρια, ολυμπιάδες και αφειδώς προσφερόμενες πιστωτικές κάρτες, έπεσε και συντρίφτηκε στο τραχύ έδαφος μια απαίσιας οικονομικής κρίσης που έφερε τη χώρα να χάνει μαζικά τα καλύτερα από τα παιδιά της, τους πλουτοπαραγωγικούς και πολιτιστικούς θησαυρούς της να παραδίδονται σε αρπακτικά υπερταμεία, έναν τραπεζίτη - γκαουλάιτερ να γίνεται πρωθυπουργός, τη ρητή βούληση του λαού της να ρίχνεται ανενδοίαστα στο καλάθι των αχρήστων την επόμενη κιόλας μέρα. Ένας σεισμός που σώρευσε βουνά κοινωνικών ερειπίων, στη δική μας τώρα πλευρά.

 

Το θυμικό του πτωχεύσαντος νεόπλουτου  –έστω κατά φαντασία- είναι μια δύσκολα διαχειρήσιμη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση η τάση για θρασύδειλη επιβολή,  απέναντι στον θεωρούμενο υποδεέστερο, μπορεί να γιγαντωθεί. «Δε γίνεται να μας τη βγαίνει ο παρακατιανός», αυτό είναι το υπόβαθρο αρκετών από όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες μας και αυτή είναι η πικρή αλήθεια.

 

Πρόκειται για την "αέναη επιστροφή του φασισμού" ή για την "επέλαση της ακροδεξιάς", όπως λένε πολλοί; Ασφαλώς η φουσκονεριά βγάζει στον αφρό τη φασιστική βρωμιά και η ακροδεξιά δίνει τον τόνο στις εξελίξεις και καρπώνεται πολιτικά οφέλη. Όμως, αν οι όροι που χρησιμοποιούμε διατηρούν το ιστορικά διαμορφωμένο νόημα τους, ο φασισμός, και η ακροδεξιά ή ακόμη ο εθνολαϊκισμός δεν περιγράφουν επαρκώς το περιεχόμενο μιας πολιτικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλες τις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, μαζί και στην Ελλάδα. Πρόκειται, κατά την ταπεινή μας γνώμη, για μια καινοφανή διαδικασία που μπορούμε να την προσεγγίσουμε συσχετίζοντας τη γενικευμένη κοινωνική δυσανεξία με την αποσάθρωση του "χώρου" και τη συρρίκνωση του "χρόνου" συγκρότησης της κοινωνικής εμπειρίας.

 

Αν η Ιταλία του Σαλβίνι προσφέρει ένα παράδειγμα για τις εκφράσεις και τα αποτελέσματα της διαδιασίας αυτής, ηχώρα μας δεν ακολουθεί με καθυστέρηση. Για τους λόγους που προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε παραπάνω, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι από πολλές απόψεις πρωτοπορεί.

 

Αντιμέτωπη με δύσκολα προβλήματα η ριζοσπαστικά Αριστερά χρειάζεται, θεωρούμε, να στοχαστεί ξανά για το βηματισμό της. Η τραυματική εμπειρία της «μεγάλης πενταετίας» 2010 – ‘15 έχει οδηγήσει πολλούς συντρόφους στην προβολή της αναγκαιότητας ενός νέου «κομμουνιστικού σχεδίου» ή «προγράμματος και κόμματος της κομμουνιστικής απελευθέρωσης». Η επαναθεμελίωση της στρατηγικής στόχευσης προφανώς είναι κάτι αναγκαίο, όμως ο «κομμουνιστικός εξαγγελτισμός» μπορεί να είναι μια είναι μια χρήσιμη ψυχολογική καταφυγή αλλά δε συνεισφέρει πολλά στην αναγνώριση του κοινωνικού εδάφους στο οποίο οι αγωνιστές είναι υποχρεωμένοι να βαδίσουν και προφανώς δεν απαντά στο ζητούμενο: Στην ανάγκη μιας περισσότερο ενεργητικής παρουσίας εκεί που πραγματικά συναρθρώνονται οι κρίκοι της αλυσίδας της κοινωνικής εμπειρίας των πραγματικών ανθρώπων.

 

Η ανεξαρτησία από όλες τις εκδοχές της κυρίαρχης πολιτικής και η  αντιπαράθεση μαζί τους είναι προφανώς η αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ύπαρξη και τη γονιμότητα της όποιας απελευθερωτικής κίνησης που οφείλει να έχει συνειδητοποιήσει ότι όλα παίζονται, κερδίζονται ή χάνονται, στο έδαφος της καθημερινότητας.

 

Δεν πατάμε, νομίζουμε, στα σύννεφα και δεν αγνοούμε τις πραγματικές δυνατότητες παρέμβασης της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην κοινωνία σήμερα. Οι δυνάμεις όμως είναι βέβαια μικρές συγκροτούν όμως ένα υπαρκτό κεφάλαιο και το θέμα είναι η αξιοποίησή του. Το παράδειγμα στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια δεν εξαντλεί βέβαια όλες τις πτυχές του προβλήματος της κοινωνικής παρέμβασης καθώς όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικό και προέρχεται από οικείο σε μας χώρο το χρησιμοποιούμε για να αποσαφηνίσουμε την άποψη μας.

 

Στην Ελλάδα, όπως ξέρουμε όλοι, όλα τα παιδιά, από τα δεκαπέντε τους χρόνια, σύρονται θέλοντας και μη σε μια άκρως ανταγωνιστική διαδικασία, σημαντικότατη για το μέλλον τους αλλά και για την τωρινή αυτοεικόνα τους, για την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Η διαδικασία αυτή δεν έχει σχέση με την πιστοποίηση της γνώσης ή της  ποιότητας της κριτικής σκέψης. Απλώς επισυνάπτει στα παιδιά έναν αριθμό προτεραιότητας, όλοι εναντίον όλων δηλαδή.Αρκεί να το σκεφτεί κανείς αυτό για να συνειδητοποιήσει αμέσως τις κολοσσιαίες πέρα για πέρα καταστροφικές συνέπειες, ομολογούμενες από όλους, αρμόδιους και μη.  Η διαιώνιση του συστήματος πρόσβασης δε σχετίζεται μόνο με την οικονομική λειτουργία που αυτό υπηρετεί αλλά και με βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία αξιακές ιεραρχήσεις και αφομοιωμένους τρόπους συμπεριφοράς.

 

Η εκπαιδευτική Αριστερά, στη ριζοσπαστική μάλιστα εκδοχή της, διαθέτει αξιόλογες δυνάμεις, όχι βέβαια επαρκείς για την κατεδάφιση του τερατουργήματος αυτού, επαρκέστατες όμως για να τεθεί μπροστά στην κοινωνία το δίλημμα Σχολείο ή Εξετάσεις. Όμως το πεδίο αυτό -που για την εκπαιδευτική Αριστερά θα έπρεπε να είναι σημαία, πραγματικά ο πυρήνας της ύπαρξής της εγκαταλείπετε σχεδόν αμαχητί, αφήνοντας τους υπουργούς να "κάνουν παιχνίδι" μετονομάζοντας τις "κατευθύνσεις" σε "προσανατολισμούς" και δίνοντας "ελεύθερη πρόσβαση" σε Σχολές που κανένας δε θέλει να φοιτήσει. Ποιο συμπέρασμα προκύπτει;

 

Στο μεγάλο αγώνα της εποχής μας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα η δεύτερη έχει αποκτήσει μεγάλο προβάδισμα (Enzo Traverso). Δεν έχει καταφέρει όμως το Σύστημα να άρει το Δίλημμα και εμείς "αρχίζουμε από τη μέση". Αρκεί να μη φοβόμαστε να αντικρίζουμε τα δύσκολα προβλήματα του αγώνα. Ας ελπίσουμε ότι θα το καταφέρνουμε.

 

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.