Η εκδίκαση της έκδοσης του Ασάνζ αποτελεί πρωτοφανή επίθεση στην ελευθερία του Τύπου. Γιατί, λοιπόν, την αγνοούν τα ΜΜΕ; Του Πάτρικ Κόκμπερν

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2020 09:28 Συντάκτης: Πάτρικ Κόκμπερν
Η εκδίκαση της έκδοσης του Ασάνζ αποτελεί πρωτοφανή επίθεση στην ελευθερία του Τύπου. Γιατί, λοιπόν, την αγνοούν τα ΜΜΕ; Του Πάτρικ Κόκμπερν

 

Μετάφραση: ΜΑ.ΝΙ.

Ο Πάτρικ Κόκμπερν  είναι συγγραφέας του «War in the Age of Trump» (Verso)

Πηγή:Counterpunch

Η σιγή των δημοσιογράφων στη Βρετανία και στις ΗΠΑ για τις διαδικασίες έκδοσης εναντίον του ιδρυτή των WikiLeaks Τζούλιαν Ασάνζ τους καθιστά συνένοχους στην ποινικοποίηση της συλλογής πληροφοριών από την αμερικανική κυβέρνηση.

 

Στη δικαστική αίθουσα του Ολντ Μπέιλι στο Λονδίνο, τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες, οι δικηγόροι της αμερικανικής κυβέρνησης επιδίωξαν την έκδοση του Ασάνζ στις ΗΠΑ, προκειμένου να αντιμετωπίσει 17 κατηγορίες βάσει του Νόμου περί Κατασκοπίας του 1917 και μία κατηγορία για δόλια χρήση υπολογιστή. Στον πυρήνα αυτής της υπόθεσης βρίσκεται η κατηγορία ότι με τη διαρροή σειράς απόρρητων διπλωματικών και στρατιωτικών τηλεγραφημάτων των ΗΠΑ, το 2010, ο Ασάνζ έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή Αμερικανών πρακτόρων και πληροφοριοδοτών.

Μια από τις πολλές ιδιομορφίες αυτής της περίεργης υπόθεσης είναι ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία. Το Πεντάγωνο έχει παραδεχθεί ότι δεν σκοτώθηκε ούτε ένας από τους κρυφούς πράκτορές του λόγω των αποκαλύψεων των WikiLeaks. Και αυτό δεν προέκυψε από έλλειψη προσπάθειας: το Πεντάγωνο συγκρότησε μια ειδική ομάδα από στρατιωτικούς, περιλαμβάνοντας 120 αξιωματούχους εκπαιδευμένους στην αντικατασκοπία, προκειμένου να βρουν έστω και έναν θάνατο για τον οποίο θα μπορούσε να κατηγορηθούν ο Ασάνζ και οι συνάδελφοί του, αλλά δεν βρήκαν τίποτε.

Άλλες εικασίες που προέβαλαν οι δικηγόροι της αμερικανικής κυβέρνησης εναντίον του Ασάνζ είναι κατά παρόμοιο τρόπο αβάσιμες ή καταφανώς ψευδείς, και όμως ο Ασάνζ κινδυνεύει πραγματικά να σταλεί σε φυλακή υψίστης ασφαλείας στις ΗΠΑ, μετά την απόφαση του δικαστηρίου, στις 4 Ιανουαρίου. Από τη στιγμή που θα εκδοθεί η απόφαση, θα αντιμετωπίσει μια ποινή που μπορεί να φτάνει στα 175 χρόνια κάθειρξης και όποιο κι αν είναι το διάστημα της φυλάκισής του θα το περάσει σε πλήρη απομόνωση μέσα σ’ ένα μικρό κελί.

Η υπόθεση Ασάνζ δημιουργεί ένα προηγούμενο που απειλεί θανάσιμα την ελευθερία του Τύπου στη Βρετανία. Αν εκδοθεί ο Ασάνζ, τότε οποιοσδήποτε δημοσιογράφος δημοσιεύει πληροφορίες που οι αμερικανικές Αρχές θεωρούν απόρρητες, όσο γνωστές ή αβλαβείς κι αν είναι, θα κινδυνεύει να εκδοθεί και να δικαστεί στις ΗΠΑ. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο λέει ότι μη Αμερικανοί, όπως ο Ασάνζ, δεν έχουν τα δικαιώματα ελεύθερης έκφρασης που εμπεριέχει η Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος.

Η έκβαση της ακροαματικής διαδικασίας περί έκδοσης του Ασάνζ είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που θα δείξει εάν η Βρετανία και οι ΗΠΑ ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι προς την «ανελεύθερη δημοκρατία» όπως η Τουρκία, η Ουγγαρία, η Βραζιλία, η Ινδία και οι Φιλιππίνες. Αυτό που έκανε ο Ασάνζ και τα WikiLeaks – συνέλεξαν σημαντικές πληροφορίες για τις πράξεις και τις εγκληματικές ενέργειες της αμερικανικής κυβέρνησης και τις κοινοποίησαν– είναι ακριβώς αυτό που οφείλουν να κάνουν όλοι οι δημοσιογράφοι.

 

Η δημοσιογραφία αφορά αποκλειστικά την αποκάλυψη σημαντικών ειδήσεων στους ανθρώπους, έτσι ώστε να μπορούν να κρίνουν αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο – και πιο ειδικά να κρίνουν τις πράξεις της δικής τους κυβέρνησης. Οι αποκαλύψεις των WikiLeaks, το 2010, διέφεραν από άλλες μεγάλες δημοσιογραφικές αποκλειστικότητες μόνο και μόνο επειδή ήταν πολύ περισσότερες – 251.287 διπλωματικά τηλεγραφήματα, πάνω από 400.000 απόρρητες στρατιωτικές αναφορές από τον πόλεμο του Ιράκ και 90.000 από τον πόλεμο του Αφγανιστάν – και πιο σημαντικές.

 

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι Βρετανοί και Αμερικανοί δημοσιογράφοι βρίσκονται σε μια κατάσταση πλήρους άρνησης όταν τίθεται το θέμα ότι αυτό που συμβαίνει στον Ασάνζ θα μπορούσε να συμβεί και σ’ αυτούς τους ίδιους. Λένε ότι ο Ασάνζ δεν είναι δημοσιογράφος, παρόλο που η κυβέρνηση Τραμπ αποδέχεται ρητώς ότι είναι, εφόσον τον διώκει για δημοσιογραφικές δραστηριότητες. Το κίνητρο είναι απροκάλυπτα πολιτικό και ένας από τους παραλογισμούς της ακροαματικής διαδικασίας είναι το πρόσχημα ότι οι διορισμένοι από τον Τραμπ αξιωματούχοι εκφράζουν αξιόπιστες και αντικειμενικές οδηγίες σχετικά με την απειλή που εγείρουν για τις ΗΠΑ οι αποκαλύψεις των WikiLeaks.

 

Γιατί τα βρετανικά ΜΜΕ είναι τόσο μουγκά για το δυσοίωνο προηγούμενο το οποίο καθιερώνεται και γι’ αυτά τα ίδια, δηλαδή να μη δύνανται να ερευνήσουν τις πράξεις της αμερικανικής κυβέρνησης η οποία δεν κρύβει την εχθρότητά της απέναντι στην κριτική δημοσιογραφία; Δέκα χρόνια πριν οι «New York Times», ο «Guardian», η «Le Monde», το «Der Spiegel» και η «El Pais» δημοσίευαν αποσπάσματα από τα ντοκουμέντα των WikiLeak στις πρώτες σελίδες τους επί ημέρες, αλλά εδώ και καιρό κρατούν αποστάσεις από τον ιδρυτή τους. Ωστόσο, όσο κι αν επιθυμούν το αντίθετο, το μέλλον τους είναι συνυφασμένο με τη δική του μοίρα.

 

Ο Άλαν Ράσμπριτζερ, πρώην αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Guardian», υπό τον οποίο δημοσιεύτηκαν τα τηλεγραφήματα και τα ντοκουμέντα για τον πόλεμο του Ιράκ, το κατέστησε σαφές σε μια συνέντευξη, λέγοντας ότι δεν αμφέβαλε καθόλου για τη βλάβη που προκαλείται στην ελευθερία του Τύπου. «Ό,τι και να πιστεύουμε για τον Ασάνζ», είπε, «αυτό για το οποίο στοχοποιείται είναι ίδιο ή παρόμοιο (με αυτό) που έχουν κάνει πολλοί δημοσιογράφοι, συνεπώς με εκπλήσσει το ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βλέπουν ότι αυτή η υπόθεση έχει ανησυχητικές επιπτώσεις σε όλους τους δημοσιογράφους».

Ο κίνδυνος για έναν αυθεντικά ελεύθερο Τύπο είναι, στ’ αλήθεια, τόσο καταφανής που αποτελεί μυστήριο το γιατί τα ΜΜΕ ως επί το πλείστον τον αγνοούν. Ο κορονοϊός είναι ένας λόγος, αλλά η αντιμετώπιση του Ασάνζ και των WikiLeaks ως απόβλητων προηγείται κατά πολύ της πανδημίας. Οι ειδικοί αναρωτιούνται αν είναι δημοσιογράφος, αν και σαφώς είναι δημοσιογράφος της ηλεκτρονικής εποχής, που δημοσίευσε ακατέργαστες πληροφορίες με διαφορετικό τρόπο από τις παραδοσιακές εφημερίδες, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Η πολιτική του είναι σαφώς ριζοσπαστική, πράγμα που αποξενώνει περαιτέρω πολλούς σχολιαστές.

Ωστόσο, πολύ πιο σημαντικές όσον αφορά την αλλαγή της εικόνας του Ασάνζ, που αντί να παρουσιάζεται ως ηρωικός μαχητής ενάντια στη μυστικότητα του κράτους προβάλλεται ως υποδεέστερος άνθρωπος, ήταν οι εικασίες περί ενός βιασμού που υποτίθεται ότι έκανε στη Σουηδία το 2010. Αυτό οδήγησε σε μια σουηδική εισαγγελική έρευνα που συνεχίστηκε επί εννέα χρόνια, απορρίφθηκε τρεις φορές και τρεις φορές άρχισε ξανά, πριν εγκαταλειφθεί το περασμένο έτος καθώς πλησίαζε η παραγραφή του. Ο Ασάνζ ουδέποτε κατηγορήθηκε για οτιδήποτε και τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να σχετιστεί με τις ακροάσεις για την έκδοσή του στις ΗΠΑ, αλλά βοηθά να εξηγηθεί το γιατί τα περισσότερα ΜΜΕ αγνόησαν ή υποβάθμισαν την ακροαματική διαδικασία στο Ολντ Μπέιλι. Πολλοί στην πολιτική Δεξιά πίστευαν πάντα ότι η θέση του Ασάνζ ήταν πίσω από τα κάγκελα της φυλακής και πολλοί προοδευτικοί πίστευαν ότι και μόνο οι εικασίες περί βιασμού τον καθιστούσαν ανάθεμα.

Ο Ντάνιελ Έλσμπεργκ που ήταν πίσω από τη διαρροή των Εγγράφων του Πενταγώνου στα ΜΜΕ, το 1971, έδωσε αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο ότι είχε προχωρήσει σ’ αυτή τη διαρροή της μυστικής ιστορίας του πολέμου στο Βιετνάμ για να δείξει στην κοινή γνώμη ότι ο πόλεμος συνεχίστηκε, παρόλο που οι υπεύθυνοι γι’ αυτόν γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να τον κερδίσουν. Είπε ότι ο Ασάνζ είχε κάνει το ίδιο, πάνω κάτω, τούτη τη φορά για το Αφγανιστάν και το Ιράκ, και ότι οι αποκαλύψεις που περιείχαν τα Έγγραφα του Πενταγώνου και τα WikiLeaks ήταν όμοιες παντοιοτρόπως.

Η ιστορία του Τζούλιαν Ασάνζ και των WikiLeaks είναι πλέον τόσο μακροχρόνια και περίπλοκη που αξίζει να υπενθυμίζει κανείς στον εαυτό του το άπλετο φως που έριξε στις δραστηριότητες της αμερικανικής κυβέρνησης στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και αλλού. Προσωπικά, χρησιμοποίησα πρώτη φορά τις αποκαλύψεις το καλοκαίρι του 2010 για να εξηγήσω γιατί η αφγανική κυβέρνηση, που στηριζόταν από 90.000 Αμερικανούς στρατιώτες, δεν κερδίζει τον πόλεμο που η Ουάσιγκτον διακήρυσσε ότι ήταν προς υπεράσπιση της δημοκρατίας.

Παρέθεσα μια αναφορά από έναν Αμερικανό αξιωματούχο πολιτικών υποθέσεων στο Γκάρντεζ του Αφγανιστάν, το 2007, που είπε ότι είχε πληροφορηθεί με σαφή τρόπο από κάποιο μέλος ενός αφγανικού επαρχιακού συμβουλίου της πόλης αυτής ότι «η άποψη που επικρατεί ανάμεσα στους Αφγανούς είναι ότι η τρέχουσα κυβέρνηση είναι χειρότερη από τους Ταλιμπάν». Ο Αμερικανός αξιωματούχος θρηνούσε διότι αυτό ήταν πέρα για πέρα αληθές. Το γιατί το εξηγούσε μια άλλη αναφορά των ΗΠΑ με ημερομηνία 22 Οκτωβρίου 2009, τούτη τη φορά από το Μπαλκ του βόρειου Αφγανιστάν, η οποία περιέγραφε πώς οι Αφγανοί στρατιώτες και αστυνομικοί κακομεταχειρίζονταν τους ντόπιους αμάχους που αρνούνταν να συνεργαστούν σε μια έρευνα. Έγραψα πως η επίσημη αναφορά των ΗΠΑ έλεγε ότι «ο επικεφαλής της περιφερειακής αστυνομίας βίασε ένα 16χρονο κορίτσι και όταν ένας άμαχος διαμαρτυρήθηκε ο εν λόγω αστυνομικός διέταξε τον σωματοφύλακά του να τον πυροβολήσει. Ο σωματοφύλακας αρνήθηκε και δολοφονήθηκε από τον προϊστάμενό του».

Τέτοιες αποκαλύψεις εξηγούν γιατί ο πόλεμος στο Αφγανιστάν συνεχίζεται ακόμη και δεκάδες χιλιάδες περισσότεροι άνθρωποι έχουν σκοτωθεί -- εξηγούν επίσης γιατί η αμερικανική κυβέρνηση καίγεται τόσο πολύ να βάλει τον Ασάνζ στη φυλακή για όλη του τη ζωή.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.