KOMMON

 

Σημασία λοιπόν για το ΠΑΜΕ δεν έχουν οι συσχετισμοί που ορίζει η τάξη, αλλά οι συσχετισμοί που ορίζουν  τα εκλογικά συστήματα και διαμέσω των οποίων εκφράζονται  οι κομματικές παρατάξεις.  

 

Ο αγώνας των εργαζομένων στην εταιρία SKOT AE εκφράζει σήμερα τις ανάγκες όλης της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και μπορεί να γίνει ένα θεμέλιο στο σύγχρονο οχυρό που χρειάζεται να χτιστεί απέναντι στο σύγχρονο εργασιακό μεσαίωνα. Οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα βρίσκονται στο πλάι τους.

Σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στον κόλπο  θα πρέπει να  συνυπολογίσουμε ότι  το Κατάρ διαδραματίζει βασικό ρόλο σε ότι αφορά τη διάταξη των ένοπλων δυνάμεων των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή, γιατί φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αμερικανική αεροπορική βάση στην περιοχή (την αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ) και την έδρα της αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης Μέσης Ανατολής.

Προϋπόθεση για να παίξουν η εργατική τάξη και οι λαοί των δυο εθνοτήτων της Κύπρου τον ιστορικό απελευθερωτικό ρόλο τους είναι η ενότητά τους και η πάλη για τη διεκδίκηση και κατάκτηση μιας διπλής ανεξαρτησίας

 

 

 

Το κείμενο αυτό είναι ομιλία που έγινε στην εκδήλωση με θέμα: “Ρήγματα στην παγκόσμια ισορροπία. Κίνδυνοι και προκλήσεις για τους λαούς”.

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι,

Εκ μέρους του  συλλόγου «Γιάννης Κορδάτος» θα ήθελα  κατ΄ αρχάς να σας ευχαριστήσω, για την πρόσκληση στη σημερινή εκδήλωση.

 

Πριν να διατυπώσω οποιαδήποτε σκέψη, οφείλω να σημειώσω πως τέτοιες πρωτοβουλίες όπως η σημερινή, αποτελούν πρωτότυπες και ελπιδοφόρες κινήσεις. Η συνάντηση οργανώσεων  και συλλογικοτήτων με κομμουνιστική αναφορά, που αγωνιωδώς αναζητούν απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα για το πολιτικό υποκείμενο της εποχής μας και το πρόγραμμά του, δεν είναι ό,τι πιο συνηθισμένο στην ελληνική πραγματικότητα και όχι μόνο σε αυτήν. Το κείμενο που δημοσιοποιήθηκε αποτελεί μια ιδιαίτερη και θετική συνεισφορά στη συζήτηση καθώς και στην αναζήτηση αυτή.

 

Η σημερινή εκδήλωση γίνεται σε μια  εξαιρετικά κρίσιμη χρονική στιγμή, τόσο όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, αλλά το ίδιο κρίσιμη όσον αφορά τις εξελίξεις  σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, οι γεωστρατηγικοί σχεδιασμοί, η επαναχάραξη συνόρων και η δημιουργία κρατών-προτεκτοράτων, μέσα από υπερτοπικούς πολέμους, αποτελούν την βασική έκφραση αυτής της αντιπαράθεσης. Οξύνονται οι αντιθέσεις σε οικονομικό-στρατιωτικό επίπεδο  μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών χωρών, κυρίως μεταξύ ΗΠΑ - Κίνας και ΗΠΑ - Ρωσίας.

 

Αν σ΄ αυτά προσθέσει κανείς και τα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού, με την απόλυτη κυριαρχία των πολυεθνικών μονοπωλίων, την ενίσχυση των μορφών εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, τις υπερεθνικές-διακρατικές - οικονομικές και πολιτικές- ιμπεριαλιστικές ενώσεις (τύπου Ε.Ε, BRICS, NAFTA, το ΔΝΤ, η ΠΤ κ.α.), που έχουν απλωθεί σ΄ όλο τον πλανήτη, την καταστροφή του περιβάλλοντος, έχει σχεδόν μια πλήρη εικόνα της κατάστασης αλλά και της πολύπλευρης κρίσης και των ποιοτικά αναβαθμισμένων ιστορικών αδιεξόδων του καπιταλισμού.

 

Η πολύπλευρη αυτή κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού - κοινωνική, πολιτική, ηθική - αποτελεί θανάσιμη απειλή για το ανθρώπινο είδος και τον πλανήτη.

 

Η Ελλάδα βιώνει μια πρωτοφανή σε βάθος και διάρκεια κρίση. Τα μνημόνια αναδιάρθρωσης του ελληνικού καπιταλισμού διαδέχονται το ένα το άλλο. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, "η αριστερά της ευθύνης και όχι της στείρας διαμαρτυρίας" κατά τον πρωθυπουργό, συνεχίζοντας τη μνημονιακή πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων, παραδίδει μαθήματα πολιτικής απάτης και υποκρισίας, προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες στους σχεδιασμούς και τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Mπορεί να μη διαθέτουμε έναν αυστηρό επιστημονικό ορισμό για την έννοια της Αριστεράς, αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει σε τίποτα να διαπιστώσουμε ότι η μόνη ανατροπή που προκάλεσε αυτή "η εκδοχή της Αριστεράς", είναι αυτή των προσδοκιών και των ελπίδων, αλλά και των αυταπατών, όλων όσων πίστεψαν ότι μπορεί να καλυτερέψουν έστω και λίγο τη ζωή τους, χωρίς σύγκρουση και ρήξη, χωρίς συνολική ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Κι αν ένα πράγμα επιβεβαιώνει η ίδια η ζωή καθημερινά, είναι ότι σήμερα για να μπορείς να εμποδίσεις αντιλαϊκά μέτρα, να κερδίσεις έστω και μερικές ανάσες ανακούφισης, χρειάζεται να βαδίζεις στο δρόμο της πραγματικής ανατροπής που στοχεύει τον πραγματικό αντίπαλο, την αστική τάξη και την εξουσία της.

 

Δεν ξέρουμε αν έχει νόημα η χρήση του όρου «Αριστερά της ευθύνης», αλλά αν συμφωνούμε πως έχει, τότε σημαίνει υπεύθυνη στάση απέναντι στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.  Και υπεύθυνη στάση απέναντι σε αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες σημαίνει οργάνωση της πάλης τους, αγωνία και πάλη για την ενίσχυση των συνδικάτων, υπεράσπιση των εργασιακών σχέσεών τους και του εισοδήματός τους. Σημαίνει ανάδειξη των ευθυνών των μονοπωλίων, εγχώριων και ξένων. Σημαίνει υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας απέναντι στο ξεπούλημα της χώρας.

 

Η Αριστερά όχι μόνο οφείλει να μιλάει για το σοσιαλισμό, αλλά και να παλεύει για αυτόν. Παράλληλα δε νοείται Αριστερά που να εφαρμόζει μνημόνια και που να υποτάσσεται στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. 

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ  ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

 

Η κομμουνιστική αριστερά έχει εισέλθει σε μια βαθιά κρίση εδώ και δεκαετίες. Κρίσιμη καμπή αυτής της εποχής υπήρξε η δεκαετία του 1980, μετά την οποία οι σοσιαλιστικές χώρες διαλύθηκαν, ο νεοφιλελευθερισμός επικράτησε, πολλά κομμουνιστικά κόμματα στη Δύση έγιναν πλήρως ρεφορμιστικά ή εξαφανίστηκαν, το εργατικό κίνημα υποχώρησε, οι αστικοδημοκρατικές ελευθερίες συρρικνώθηκαν, νεοναζιστικές ομάδες έκαναν διακριτή την παρουσία τους, εμφανίστηκαν ιδεολογήματα όπως αυτό της παγκοσμιοποίησης, της σύγκρουσης των πολιτισμών, του τέλους της ιστορίας, του κοινοτισμού, της άυλης εργασίας, του καπιταλισμού καζίνο.

 

Όταν ενέσκηψε η οικονομική κρίση του 2008 και ειδικά στην Ελλάδα μετά το 2010 και την αλλεπάλληλη εφαρμογή των μνημονίων, η πολιτική κρίση στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος υπερμεγεθύνθηκε. Χρόνιες παθογένειες βγήκαν με ορμή στην επιφάνεια αποδεικνύοντας τη συνολική γύμνια μας.


Ο μεγαλύτερος φορέας της κομμουνιστικής αριστεράς στην Ελλάδα, το ΚΚΕ, αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια στροφή ξένη προς την ιστορία του, αναζητώντας τον επαναστατικό του χαρακτήρα στις τροτσκιστικές ρίζες. Απεμπόλησε την έννοια της πατρίδας και της εθνικής ανεξαρτησίας, ταύτισε την τακτική με τη στρατηγική, αναθεώρησε την ηρωική ιστορία του, υποστήριξε ότι η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική χώρα, ακολούθησε μια ακραία σεχταριστική πολιτική.

 

Σαν συνέπεια:

 

  α) δε συμμετέχει ούτε αυτοτελώς, ούτε μετωπικά στον αγώνα για ρήξη και έξοδο από την ΕΕ, εκτός και αν πρώτα έχει ανατραπεί το καπιταλιστικό σύστημα στην Ελλάδα!

  β) δε συμμετέχει στην προσπάθεια για δημιουργία ενός μαχητικού κινήματος που θα απαιτήσει άμεσα την ικανοποίηση των επειγουσών αναγκών του λαού δια της εφαρμογής ενός μεταβατικού προγράμματος, γιατί θεωρεί κάθε μεταβατικό πρόγραμμα ως ρεφορμιστικό και ενσωματώσιμο

   γ) δε συμμετέχει στον αγώνα για τη συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου και αρνείται τη μετωπική συνεργασία με δυνάμεις που δεν αποδέχονται το σύνολο του προγράμματός του, θεωρώντας τις όλες οπορτουνιστικές.

 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά τα θετικά της βήματα, εξακολουθεί να μη διευκρινίζει το χαρακτήρα του μεταβατικού προγράμματος, αρνείται να χρησιμοποιήσει την έννοια της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης, έχει υιοθετήσει τη λογική του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και μετώπου, αναδεικνύοντας κυρίως τη βασική αντίθεση «κεφαλαίου-εργασίας»,  που την εγκλωβίζουν σε μια αριστερίστικη ρητορεία και πρακτική, απευθυνόμενη έτσι εκ των πραγμάτων στον πολύ στενό κύκλο της αριστεράς.

 

Η ΛΑΕ, που βεβαίως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κομμουνιστική οργάνωση, αλλά έχει κομμουνιστογενή παράδοση, ενώ έκανε το βήμα απογαλακτισμού από το ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάζεται συχνά ως η καλή εκδοχή του ΣΥΡΙΖΑ, επιμένει στην αντίθεση "μνημόνιο- αντιμνημόνιο", αποκρύπτοντας την αντίθεση «μονοπωλίων-λαού» και την ανάγκη για συνειδητή αντιιμπεριαλιστική πάλη, για ρήξη και έξοδο από την ΕΕ. Αρνείται να αναδείξει το πρώτο και απαραίτητο ουσιαστικό συμπέρασμα από το φιάσκο της πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ· ότι, δηλαδή, όποιος προσδοκά μία ΕΕ χωρίς μνημονιακές πολιτικές πλανάται οικτρά ο ίδιος, καλλιεργεί αυταπάτες στο λαό, υπονομεύει τη χειραφέτησή του, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη της ταξικής του συνείδησης.

 

 

ΤΑ ΠΡΟΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ

 

Οι δυνάμεις της κομμουνιστικής και της κομμουνιστογενούς αριστεράς αποφεύγουν ή απορρίπτουν να συντονιστούν στοιχειωδώς, να βρουν κοινή γλώσσα και να βαδίσουν μαζί. Κι όλα αυτά στην πιο κρίσιμη για το λαό στιγμή μεταπολιτευτικά. Είναι σαφές ότι έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο. Οι κομμουνιστικές οργανώσεις δεν ασκούν στο ελάχιστο την έλξη που ασκούσαν σε προηγούμενες δεκαετίες, έχουν χάσει τη συνδικαλιστική, πολιτική, κινηματική, οργανωτική, ιδεολογική και ηθική τους δύναμη. Η κατάσταση αυτή θα ενταθεί, και ήδη έχει ενταθεί, με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Στη συνείδηση πλατιών λαϊκών μαζών η έννοια της αριστεράς αρχίζει να ταυτίζεται με την έννοια της συντήρησης, της ανυποληψίας κι εν τέλει το στερεότυπο «όλοι τα ίδια είναι», θα αποκτήσει ισχύ δίχως προηγούμενο. Σε αυτή την επερχόμενη δύσκολη στιγμή θα χρειαστεί οι πρωτοπόρες δυνάμεις να κρατηθούν όρθιες. Να μη λυγίσουν, να μην επιλέξουν τον καναπέ και την αποστράτευση, να δείξουν πίστη στην επαναστατική κοσμοθεωρία του μαρξισμού - λενινισμού.

 

Όμως, επιχειρώντας κάτι πραγματικά νέο, ρηξικέλευθο και πρωτοπόρο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένα προαπαιτούμενα:

 

[1] Οι επιταγές του Μαρξ με βάση την Κομμούνα (εκλογή, εναλλαγή, ανάκληση κ.λπ.) θα πρέπει επιτέλους να εφαρμοστούν στη λειτουργία μιας νέας κομμουνιστικής οργάνωσης. Η γραφειοκρατικοποίηση είναι ένα καρκίνωμα στο σώμα των κομμουνιστικών κομμάτων. Ίσως είναι υπερβολικά αισιόδοξος ο στόχος της εξάλειψής της, τουλάχιστον όμως απαιτείται λειτουργία και καταστατικό που να εξασφαλίζουν τον εντοπισμό και τον περιορισμό της. Ο κομμουνιστής όχι μόνο δεν πρέπει να είναι γραφειοκράτης, αλλά και πρότυπο ανθρώπου για το κοινωνικό του περιβάλλον: πρωτοπόρος στη σκέψη και στη δράση.

 

[2] Η γραφειοκρατία δεν είναι η μοναδική νεοπλασία. Εξίσου σημαντική είναι η γνωστή και απολύτως αποτυχημένη πρακτική του φραξιονισμού και του εισοδισμού. Η ειλικρίνεια και οι καθαρές κουβέντες πρέπει να είναι ίδιον των κομμουνιστών και της λειτουργίας των οργανώσεών τους.

 

[3] Το όποιο πολιτικό υποκείμενο οφείλει να αποκτήσει στενές σχέσεις με την εργατική τάξη και τη νεολαία. Αυτό σημαίνει πρακτικά συγκεκριμένο σχέδιο δουλειάς στους εργασιακούς και νεολαιίστικους  χώρους. Χωρίς αυτή τη σύνδεση δεν υπάρχει κανένα απολύτως μέλλον.

 

[4] Μεγάλο κενό παρουσιάζεται σήμερα και στη θεωρία. Ο καπιταλισμός αλλάζει και οι αλλαγές πρέπει να καταγράφονται, να ερμηνεύονται και να επηρεάζουν την τακτική. Έτσι, καλούμαστε α) να εντοπίσουμε τις αλλαγές στην παραγωγή, β) να δούμε τη σχέση βιομηχανικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου, γ) να κατανοήσουμε τις διαφοροποιήσεις στην ταξική διάρθρωση, δ) να καταγράψουμε τις ροές των κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο, ε) να μελετήσουμε την παραγωγή των νέων αστικών ιδεολογημάτων, στ) να επανεκτιμήσουμε την ιστορία του επαναστατικού κινήματος , ζ) να συντάξουμε ένα επιστημονικό μεταβατικό πρόγραμμα και η) να αποφανθούμε για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού.

 

[5] Ταυτόχρονο μέλημα με τη επαναθεμελίωση κομμουνιστικής οργάνωσης, πρέπει να είναι και η δημιουργία ενός αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού μετώπου. Όχι μόνο ο ένας στόχος δεν αναιρεί τον άλλο, αλλά αντιθέτως λειτουργεί ο ένας συμπληρωματικά για τον άλλο. Το απαράμιλλο παράδειγμα του ΚΚΕ του μεσοπολέμου και του ΕΑΜ, είναι το πλέον διαφωτιστικό και αποδεικτικό του παραπάνω ισχυρισμού. Στις σύγχρονες, λοιπόν, συνθήκες θα πρέπει να οριστεί η πολιτική των συμμαχιών: πότε, με ποιον, γιατί, σε ποια βάση. Τελικά τα ερωτήματα Κόμμα ή Μέτωπο και ποιο από τα δύο πρώτο, είναι ψευτοδιλήμματα.


Τίθεται ένα νόμιμο ερώτημα: ένα κομμουνιστικό κόμμα που ισχυρίζεται ότι είναι τέτοιο, είναι πράγματι κομμουνιστικό; Κάθε φορά θα πρέπει να εξεταστούν α) η ταξική σύνθεση του κόμματος, β) το ποια κοσμοθεωρία πρεσβεύει και με ποιο τρόπο, γ) το πρόγραμμά του, δ) ο τρόπος λειτουργίας του, ε) η στάση της αστικής τάξης απέναντί του και στ) αν εναρμονίζεται η θεωρία με την πράξη. Οι κρίσεις δεν υπόκεινται πάντα στη λογική του άσπρου-μαύρου. Υπάρχουν και οι γκρίζες ζώνες όπου ένα κόμμα μπορεί να είναι οιονεί κομμουνιστικό, μπορεί να τείνει να γίνει κομμουνιστικό ή να τείνει να αποκομμουνιστικοποιηθεί, μπορεί να εκπροσωπεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης με στρεβλό τρόπο κ.λπ. Αν όμως οι βλέψεις μας είναι για τη δημιουργία ενός πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος, θα πρέπει από τώρα στις μικρές μας συλλογικότητες ή αύριο σε κάτι ευρύτερο, τα κριτήρια αυτά να μην τα ξεχνάμε. Αλλιώς η επανάληψη και η αναπαραγωγή όλων των ελαττωμάτων θα είναι νομοτελειακή.

Παράλληλα φέρουμε και μία μεγάλη ιστορική ευθύνη. Οφείλουμε να μην ξεχνάμε τις στρατηγικές μας βλέψεις και το  στόχο της αναγέννησης του κομμουνιστικού οράματος, καθήκοντα ιδιαίτερα σύνθετα και δύσκολα. Είναι το κομβικό σημείο το οποίο μας διαχωρίζει από τις ρεφορμιστικές δυνάμεις, είναι το σημείο που γίνεται η ιδεολογική τομή, όπου είναι σαφές ότι η τελική λύση δεν μπορεί παρά να δοθεί με οξύτατη κοινωνική σύγκρουση, δηλαδή με κοινωνική επανάσταση. Αν αυτά δεν υπάρχουν στην οπτική μας, τότε θα χάσουμε την ψυχή μας μετατρεπόμενοι σε τακτικιστές, δίχως προοπτική για το αύριο. Το '"κείμενο συμβολής" μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο σε μια τέτοια προοπτική. 

 

 

Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ 

Θα ήταν εθελοτυφλία, αν κάποιος επιχειρούσε να μιλήσει για τον κομμουνισμό της εποχής μας δίχως να κοιτάξει πίσω του. Το κοίταγμα αυτό δε χρειάζεται να συνοδεύεται από ατελείωτα αυτομαστιγώματα και πρόχειρες κρίσεις. Απαιτείται ενδελεχής μελέτη, πολλά δεδομένα, επιστημονική αναζήτηση για να καταλάβουμε τα αίτια μιας βαθιάς και οδυνηρής ήττας, της οποίας τα ωστικά κύματα νιώθουμε έντονα μέχρι και σήμερα και θα τα νιώθουμε για πολλά χρόνια μετά.

Σε μία πρώτη και οπωσδήποτε πρόχειρη προσέγγιση θα λέγαμε πως τα αίτια της ήττας εντοπίζονται α) σε οικονομικές επιλογές που επέτρεψαν τη γέννηση κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής χωρίς τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες, β) το αδυνάτισμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας με τα σοβιέτ να μετατρέπονται σε σφραγίδες, γ) η εδραίωση ενός γραφειοκρατικού στρώματος που έδειχνε σιγά-σιγά να αυτονομείται από την εργατική τάξη, δ) η πίεση του ταξικού αντίπαλου που πρέπει να πούμε πως συχνά υποτιμάται. Βεβαίως, σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητες δυο παρατηρήσεις: τόσο η ήττα, όσο και τα αίτιά της δεν πρέπει να μας εμποδίζουν να μιλάμε για τις μεγάλες κατακτήσεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, πρωτόφαντες για την ανθρωπότητα που επηρέασαν αναμφίβολα και το καπιταλιστικό στρατόπεδο. Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με το αν αυτές οι κοινωνίες ήταν ή όχι σοσιαλιστικές. Έχουν προταθεί διάφορες θεωρήσεις: αυτή του κρατικού καπιταλισμού, αυτή του στρεβλού εργατικού κράτους, αυτή του γραφειοκρατικού σοσιαλισμού, του πρώιμου σοσιαλισμού, των μεταβατικών κοινωνιών κ.λπ. Όπως και να έχει, απαιτείται η συγκέντρωση των κριτηρίων, αλλά μπορούμε να σημειώσουμε μετά βεβαιότητας πως αυτή η προσέγγιση που μας βρίσκει απέναντι είναι αυτή του κρατικού καπιταλισμού.

Με δεδομένο, λοιπόν, ένα παρελθόν που μας δυσκολεύει την πολιτική και ιδεολογική δράση, αναρωτιόμαστε ποιοι είναι σήμερα οι τρόποι για την αναγέννηση του κομμουνιστικού οράματος. Το κλασικό πρόβλημα των κομμουνιστικών δυνάμεων ήταν ανέκαθεν η εύρεση των βέλτιστων δρόμων προκειμένου να δημιουργηθούν συνειδησιακά ρήγματα που θα έφταναν μέχρι και την υιοθέτηση του κομμουνιστικού οράματος από την πλευρά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Υπάρχουν δυο σοβαρά δεδομένα: το ένα είναι πως ο ταξικός αντίπαλος πάντα έχει την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία σε καπιταλιστικές συνθήκες και συχνά όχι μόνο σε αυτές. Το δεύτερο είναι πως έχει αποδειχτεί ιστορικά πως οι κραυγές, η σκέψη που είναι βγαλμένη από κουτάκια, η υστερική και παροξυμμένη κριτική, ποτέ και πουθενά δεν δημιούργησαν μαζικά πολιτικά ρεύματα, παρά μόνο μικρές σέχτες αυτοαναφορικότητας. Το ίδιο συνέβη βεβαίως και από την άλλη. Η ιδεολογικοπολιτική θολούρα, τα συνεχή στρογγυλέματα, ο κοινοβουλευτισμός, εν ολίγοις ο μεταρρυθμισμός, εξαφάνισαν ιστορικά κόμματα ή τα μετέτρεψαν σε θλιβερές σκιές του παρελθόντος τους. Επομένως, καλούμαστε να ανακαλύψουμε το κλειδί και αυτό δεν είναι άλλο από τη διαλεκτική σκέψη που σε αλληλεπίδραση με τη δράση θα βάλει τις βάσεις για την αναγέννηση του οράματός μας.

Παράλληλα, θα πρέπει να αφήσουμε πίσω μας όλες τις παθογένειες του κομμουνιστικού κινήματος. Μικρομεγαλισμοί, φραξιονισμοί, εισοδισμοί, ατέρμονες συζητήσεις, αδύναμη σύνδεση με την εργατική τάξη, δεύτερες σκέψεις, έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας, γραφειοκρατικοποιημένες λειτουργίες και πολλά άλλα, ας μπουν στο χρονοντούλαπο. Ή τουλάχιστον ας τα εντοπίσουμε, ας δούμε γιατί υπάρχουν, ας συγκροτήσουμε συλλογικότητες που θα βάζουν φραγμούς στη γέννηση τέτοιων διαβρωτικών κι εν τέλει διαλυτικών φαινομένων.

Τέλος, απαιτείται μεθοδική δουλειά στον ιδεολογικό τομέα. Το 2017 είναι μία χρυσή ευκαιρία να μιλήσουμε για το μεγάλο Οκτώβρη και γιατί όχι να μιλήσουμε από κοινού. Δεν έχουμε να απολογηθούμε σε κανένα για το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός του 20ου αιώνα. Ο μεγάλος Οκτώβρης είναι εκείνη η ιστορική στιγμή που παρουσιάζεται ασυνέχεια στη συνέχεια. Είναι η στιγμή που οι έσχατοι γίνονται πρώτοι και η ουτοπία μετατρέπεται σε χειροπιαστή πραγματικότητα. Είναι εκείνη η στιγμή που αλλάζει τις υποτιθέμενες στέρεες απόψεις. Σήμερα οι πιο πρωτοπόρες δυνάμεις οφείλουν να υπενθυμίσουν τι ήταν ο Οκτώβρης, γιατί προέκυψε, αλλά δεν μπορούν να μείνουν σε αυτό. Οφείλουν ταυτόχρονα να κάνουν και την προβολή στο σήμερα. Αυτό είναι και το σημείο που διαφοροποιεί τις κομμουνιστικές δυνάμεις από άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις. Και δεν είναι ένα σημείο που πρέπει να αναδειχθεί με το ζόρι μόνο και μόνο για να υπάρχει διαφοροποίηση, αλλά γιατί η κοινωνική επανάσταση είναι μια αδήριτη ιστορική αναγκαιότητα.

 

 

Η ΑΝΑΓΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΛΑΪΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

 

Αγαπητοί σύντροφοι.

 

Μέσα λοιπόν σε μια τέτοια πραγματικότητα μπαίνει επιτακτικά η ανάγκη και για συζήτηση αλλά -και κυρίως- για άμεση δράση.

Βασική προτεραιότητα, ανάγκη και ευθύνη για τις δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά, κατά τη δική μας άποψη, πρέπει να είναι  η προσπάθεια δημιουργίας ενός μετώπου κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα αντιπαλέψει αυτή τη πορεία ισοπέδωσης της κοινωνίας  και των εργαζομένων.

Ένα τέτοιο λαϊκό μέτωπο θα έχει αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό περιεχόμενο. Θα είναι μέτωπο δημοκρατικό και πατριωτικό. Το μέτωπο δεν μπορεί παρά να είναι μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο μαζικό κίνημα, να έχει πρόγραμμα διεκδικήσεων και πάλης.

Προϋπόθεση για τη συμμετοχή σε μια τέτοια προσπάθεια δεν είναι η ιδεολογικο-πολιτική συμφωνία εφ΄ όλης της ύλης, αλλά η συμφωνία σε ένα πλαίσιο με τέτοιο προσανατολισμό.

Η αγωνιστική ενότητα και συσπείρωση όχι μόνο δεν αναιρούν, αλλά υπογραμμίζουν τη δυνατότητα και την ανάγκη ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης ανάμεσα στις διάφορες δυνάμεις, που διατηρούν την αυτοτέλειά τους.

 

Από τη μεριά  μας, αυτή τη χρονική περίοδο, συμμετέχουμε ενεργά, με άλλες συλλογικότητες της Αριστεράς, με ανένταχτους αγωνιστές, στη συζήτηση για τη δημιουργία μιας πολιτικής μετωπικής κίνησης που θα μελετήσει, θα συνδράμει και θα υποβοηθήσει τη προσπάθεια συγκρότησης ενός τέτοιου μετώπου. Ακολουθώντας σταθερά την πολιτική συμμαχιών θα επιδιώξει να προωθήσει με συνέπεια το συντονισμό και τη συνεργασία όλων των υπαρκτών δυνάμεων της Αριστεράς  στην κατεύθυνση αυτή.

  

Συντρόφισσες και σύντροφοι, ανεξάρτητα με ποιο τρόπο και ποιοι από εμάς θα συμμετάσχουν στο νέο εγχείρημα για το οποίο συζητάμε, θεωρώ πως είναι αναγκαία η αναζήτηση  συμπόρευσή μας στους κινηματικούς δρόμους. Στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, ως σύλλογος διάδοσης της μαρξιστικής σκέψης, θα συνεισφέρουμε ό,τι μπορούμε για το σκοπό αυτό.

 

Σε κάθε περίπτωση ας κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να μη δώσουμε στην ιστορία τη δυνατότητα να μας καταγράψει στη σελίδα με τους ξοφλημένους και τα φαντάσματα.

 

Σας ευχαριστώ.

 

Η σημερινή συζήτηση και συνολικά μια τέτοια διαδικασία άργησε να ξεκινήσει. Έπρεπε να προβληματίσει όσους αναφέρονται σε αυτό τον χώρο από την αρχή της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, αλλά ειδικότερα από την αρχή της οξύτατης πολιτικής κρίσης, τότε που υπήρχε η χρονική στιγμή, τότε που η ευκαιρία βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, τότε που μπορούσαν οι αντισυστημικές δυνάμεις να αδράξουν τη στιγμή, τότε που ο πολιτικός συσχετισμός ανατρέπονταν και ο κομματικός χάρτης της μεταπολίτευσης ζωγραφιζόταν από την αρχή.

Τότε, οι δυνάμεις της Κομμουνιστικής Αριστεράς όφειλαν να αναμετρηθούν με τις προκλήσεις που περνούσαν μπροστά από τα μάτια τους, δηλαδή να θέσουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία ενός ευρύτερου και ανώτερου σκοπού και να μην ταμπουρωθούν στις επιμέρους επάρκειες που αποδείχθηκαν ανεπάρκειες.

Στην πολιτική έχει σημασία ο χρόνος.

Και μιας και κλείνουμε 100 χρόνια από την Οκτωβριανή, ας θυμηθούμε το περίφημο «Χθες ήταν νωρίς, αύριο θα είναι αργά, σήμερα είναι η στιγμή». Και εμείς μπορεί να μην είχαμε να επιλέξουμε τη στιγμή της τελικής εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα, είχαμε όμως να εκτιμήσουμε έγκαιρα και σωστά, τη στιγμή κατά την οποία απαιτούνται τολμηρές υπερβάσεις και πρωτοβουλίες.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει, καλύτερα τώρα, παρά ποτέ, αλλά δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά μετρημένη, σεμνή και αυτοκριτική.

Δεν τα καταφέραμε και αυτό το συμπέρασμα είναι προφανές. Στο περιβάλλον της παγκόσμιας κρίσης, τότε που αποδείχθηκε μαζικά η μιζέρια που σκορπίζει η κρίση, τότε που φάνηκε καθαρά ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της ΕΕ, οι δυνάμεις που στέκονταν στο έδαφος της Κομμουνιστικής Αριστεράς, ενώ «δικαιώθηκαν» στις αναλύσεις τους, στις εκτιμήσεις τους, στις θεωρίες τους, έχασαν το τρένο. Όχι το τρένο κάποιας μαγικής λύσης, κάποιας εκλογικής επιτυχίας ούτε φυσικά το τρένο μιας κάποιας εκτίναξης σαν κι αυτής του ΣΥΡΙΖΑ. Οι περιπτώσεις και επομένως οι απαιτήσεις είναι εντελώς διαφορετικές και αν υπάρξει κάποια στιγμή εκτίναξη αυτή δεν θα έχει σχέση με την ανάθεση, τις αυταπάτες ή τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό.

Οι δυνάμεις αυτές έχασαν το τρένο της ριζικής αλλαγής συσχετισμών, της εμφάνισης δυναμικά, μαζικά και αποπεριθωριοποιημένα στο προσκήνιο, της εξόδου από το πολιτικό περιθώριο, αποδεικνύοντας ηγεμονικά ότι ο κοινωνικός μετασχηματισμός και η αντισυστημική λύση είναι η μόνη λύση.

Οι δυνάμεις που στέκονται στο έδαφος εκτιμήσεων όπως: «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διαπραγμάτευση στο περιβάλλον της ιμπεριαλιστικής ΕΕ» ή «δεν υπάρχει διέξοδος από την κρίση χωρίς ολοκαύτωμα της ζωντανής εργασίας» έχασαν το συσχετισμό απέναντι σε δυνάμεις που ορκίζονταν για την «Ε.Ε. ως το ευνοϊκό πεδίο της ταξικής πάλης» και έδιναν βλακώδεις διαβεβαιώσεις ότι η Μέρκελ θα παρακαλά να μας δανείσει.

Αυτή η αντίφαση χρειάζεται ερμηνεία και η ερμηνεία δεν είναι εύκολη. Δεν χωρά αυτοεπιβεβαίωση και αυτοϊκανοποίηση, δεν αρκεί το «αντέξαμε» ή το «ακόμα υπάρχουμε».

Σήμερα, εφτά χρόνια μετά την αρχή της μεγάλης πολιτικής κρίσης οι δυνάμεις που αναφέρονται στον κοινωνικό μετασχηματισμό με την ευρεία τους έννοια είναι μάλλον περισσότερο πληγωμένες, χτυπιούνται από το γενικό ρεύμα αποστράτευσης και απογοήτευσης, αναπαράγουν παθογένειες της προηγούμενης εποχής.

Μην μηδενίσουμε τίποτα: Τους αγώνες και τις μάχες, τα κινήματα, τις εκρήξεις, τα ξεσπάσματα, τις πλατείες ή το δημοψήφισμα. Αλλά υπάρχουν στιγμές που πρέπει να υπερτονίσουμε τις αδυναμίες μας για να μπορέσουμε να τις διορθώσουμε. Σήμερα είναι μια τέτοια στιγμή.

Και το βασικό στοιχείο της στιγμής οφείλει να είναι η αναγνώριση ότι δεν είναι μόνο στραβός ο γιαλός, αλλά ότι και εμείς, στραβά αρμενίζουμε. Ας ξεκινήσουμε από το ότι «δεν τα καταφέραμε» γιατί οτιδήποτε άλλο θα αμβλύνει τις επείγουσες ανάγκες και θα μας επιτρέψει το «πάμε όπως πριν».

Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει με αίσθηση της ανάγκης αυτοθυσίας μας.

Όχι με την έννοια της προσωπικής αυτοθυσίας, αυτής που δίδαξαν οι αγωνιστές σε άλλες, ηρωικές εποχές. Αλλά με την έννοια της συλλογικής αυτοθυσίας ή καλύτερα της διάθεσης της συλλογικότητάς μας στο κοινό αναγκαίο καθήκον, αυτό της ανασύνθεσης.

Εδώ δεν χωρούν βεβαιότητες και αυτοαναφορικές τοποθετήσεις, εμμονές και ευκολίες. Η ανασύνθεση θα είναι βαθιά, εφόλης της ύλης, ανατρεπτική, θα γκρεμίσει για να μπορέσει να χτίσει. Ας θυμηθούμε τον Γκράμσι που περιγελούσε όσους θεωρούσαν το γκρέμισμα μικρό πράγμα μπροστά στο ωραίο καθήκον της οικοδόμησης.

Το γκρέμισμα είναι δύσκολο και επίπονο, εμπεριέχει τομές και αποχωρισμούς, υπερβάσεις σχημάτων και πολυετών συνηθειών ή εντάξεων. Καμιά διαβεβαίωση δεν υπάρχει ότι μετά το γκρέμισμα μας περιμένει μια εύκολη και άνετη οικοδόμηση. Ποτέ όμως δεν θα οικοδομηθεί το νέο, αν δεν γκρεμιστεί το παλιό, αν δεν απελευθερωθεί χώρος, για το νέο οικοδόμημα. Μπορεί να μοιάζει αυθάδες ή και βλάσφημο αυτό το συμπέρασμα, ωστόσο αυτό το «ένα βήμα μπρος ένα βήμα πίσω» που ζούμε εδώ και χρόνια πρέπει να σταματήσει. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι και διαθέσιμοι να γκρεμίσουμε για να μπορέσουμε να χτίσουμε.

Αυτοθυσία του συλλογικού μας εαυτού, δεν σημαίνει διάλυση και αγνωστικισμός, αλλά συντεταγμένη δημοκρατική και στοχευμένη διαδικασία χωρίς προαπαιτούμενα και εκ των προτέρων ληγμένες καταλήξεις. Η ανάγκη ανασύνθεσης δυνάμεων της Κομμουνιστικής Αριστεράς δεν είναι ένωση της αδυναμίας μας, δεν είναι διεύρυνση του φορέα μας ούτε μετονομασία της κομματικής μας ισχυροποίησης. Διαφορετικά τέτοιες διαδικασίες δεν θα ανασυνθέσουν τίποτα πέρα από νέες απογοητεύσεις και καθυστερήσεις.

Εδώ επίσης ο πρώτος πληθυντικός μας αφορά όλους.

Τρία σημεία και μια πρόταση

1. Βρισκόμαστε σε μια καμπή της ιστορίας, με δυνατότητες ανατροπής, ή απλώς τα πράγματα χειροτερεύουν;

Ισχύει ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός βούλιαξε πριν λίγα χρόνια σε μια ιστορικών διαστάσεων κρίση. Παρά το πλήθος των αναδιαρθρώσεων το σημερινό σύστημα κοινωνικών σχέσεων βρίσκει μπροστά του νέα συσσωρευμένα αδιέξοδα, αδυναμία συγκρότησης ενός σχεδίου ανάκαμψης.

Ισχύει επίσης ότι ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί την μοναδική απάντηση που ξεδιπλώνει ο καπιταλισμός. Η αδυναμία διεξόδου, απαντιέται από τις αστικές δυνάμεις με έναν ακόμη πιο επιθετικό νεοφιλελευθερισμό.

Ισχύει ακόμα ότι η κρίση αποτελεί ευκαιρία για να τροποποιηθεί ριζικά ο συσχετισμός δύναμης σε βάρος της εργασίας. Δεν χρειάζονται περισσότερες περιγραφές για αυτό που όλοι βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας.

Ισχύει τέλος ότι η περίοδος που διανύουμε σφραγίζεται από μια ένταση της ταξικής πόλωσης. Διευρύνονται τα στρώματα της σύγχρονης εργατικής τάξης, ενώ τα μικροαστικά στρώματα πολώνονται αντικειμενικά προς τη μεριά των δυνάμεων της εργασίας. Αυτή ακριβώς η πόλωση γεννά τη δυνατότητα να συγκροτηθεί μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, με πρωτοπόρα και ηγεμονική την εργατική τάξη, με αντισυστημικό πρόσημο και χαρακτήρα κοινωνικής ανατροπής και όχι απλά πολιτικής μετακίνησης.

Παρόλα αυτά, η σημερινή υπαρκτή χρεοκοπία του καπιταλισμού δεν σβήνει ούτε αναιρεί την χρεοκοπία του υπαρκτού. Ο συσχετισμός δύναμης δεν γίνεται ευνοϊκότερος επειδή χρεοκόπησε και χρεοκοπεί η υπόσχεση του καπιταλισμού για μια κοινωνία ευημερίας και ελευθερίας. Παραμένουμε στην ιστορική φάση της ήττας του πόλου της επανάστασης, όπως καταγράφηκε στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα.

Με όλα τα παραπάνω μπορούμε να αναρωτηθούμε: Τι είδους καμπή είναι αυτή που ζούμε σήμερα; Είναι το 89-91 από την ανάποδη; Υπάρχει κάποια ελάχιστη αναλογία με τις απαρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου; Τότε που η τότε Αριστερά διέπραττε τη μεγαλύτερη αποστασία της ιστορίας της συναινώντας σε μια πρωτόγνωρη σφαγή, που όμως λίγα χρόνια αργότερα θα καρποφορούσε το σπέρμα της κοινωνικής ανατροπής;

Μακάρι τα πράγματα να εξελίσσονταν γραμμικά. Μακάρι οι ιστορικές αναλογίες να ίσχυαν. Μακάρι η κρίση του καπιταλισμού να οδηγεί στην ισχυροποίηση του αντιπάλου του. Μακάρι το ρεύμα του κοινωνικού μετασχηματισμού να δυνάμωνε επειδή ο υπαρκτός κόσμος έπεσε σε ξέρα.

Αλλά δεν ισχύουν οι αντικειμενικότητες. Και το μεγάλο πρόβλημα των αρχών του 21ου αιώνα δεν είναι ότι ο καπιταλισμός είναι καλύτερος από αυτός των αρχών του 20ου αιώνα. Βεβαίως παίζουν ρόλο οι αυξημένες δυνατότητες ενσωμάτωσης, χειρισμού, εξαγοράς, ιδεολογικού εξανδραποδισμού.

Το κρίσιμο όμως είναι άλλο και είναι η έλλειψη του υποκειμένου.

Του πολιτικού υποκειμένου, του φορέα ή του κόμματος που θα διακρίνεται από την επιμονή για την κοινωνική ανατροπή. Αυτή που οδήγησε 100 χρόνια πριν στο πρώτο σπάσιμο των πάγων.

Ένας κακοχαρακτηρισμένος ηγέτης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, που διακρίνονταν από αυτή την περίεργη επιμονή, θέλοντας να ιεραρχήσει κάτι έλεγε ότι «όλα τα ζητήματα είναι σημαντικά, σημαντικότερο όμως είναι αυτό που πρέπει να γίνει τώρα».

Κατ’ αναλογία, όλα τα θέματα σήμερα είναι σημαντικά. Και το πρόγραμμα και οι θεωρητικές επεξεργασίες, και το πολιτικό μέτωπο και το κίνημα και η κατάσταση του. Και δεν χωρίζονται με σινικά τείχη, και είναι προφανές ότι από άλλη αφετηρία θα συζητούσαμε σήμερα το συγκεκριμένο θέμα σε αν όλα αυτά τα ζητήματα υπήρχε διαφορετική κατάσταση.

Επειδή όμως αυτή κάτι πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την επιμονή και την στοχοπροσήλωση, κατ’ αναλογία πρέπει να πούμε ότι το σημαντικότερο, δηλαδή αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει τώρα, είναι το πρόβλημα του υποκειμένου.

Το κενό υποκειμένου και το στοίχημα της κάλυψής του, θα είναι αυτό που θα κρίνει αν η εποχή μας θα είναι μια ιστορική καμπή που θα γεννήσει και τη δυνατότητα μιας νέας ιστορικής ανατροπής, ή αν θα είναι απλώς βούλιαγμα στην ίδια κατάσταση.

2. Ο αγώνας που απαιτεί η εποχή μας δεν είναι αυτός των μεταρρυθμίσεων και διορθώσεων. Είναι αυτός της κοινωνικής ανατροπής.

Το ερώτημα είναι: Υπάρχει σήμερα έδαφος για την ανάπτυξη των ιδεών της κοινωνικής αλλαγής ή έχουν επικρατήσει οριστικά οι ιδέες της διαχείρισης. Ας μη βιαστούμε να δώσουμε καταφατικές απαντήσεις επειδή έτσι μας αρέσει. Από την ελληνική περίπτωση μέχρι πολλές άλλες στον ευρωπαϊκό ορίζοντα και στο παγκόσμιο χωριό διαπιστώνει κανείς ότι η ριζοσπαστική και αντισυστημική οπτική υποχωρεί.

Ωστόσο το ερώτημα δεν αφορά το τι πιστεύουμε εμείς, αλλά το τι είναι δυνατόν να υπάρξει μέσα στο υπάρχον σημερινό νεοφιλελεύθερο και καπιταλιστικό πλαίσιο

Ας αναδιατυπώσουμε το ερώτημα μέσα από μια κατηγορηματική απάντηση: Ο αγώνας ή θα είναι εφόλης της ύλης και αντισυστημικός ή δεν θα υπάρξει. Η ιστορία του πρώην σοσιαλδημοκρατικού και νυν νεοφιλελεύθερου κυβερνώντος κόμματος, αποδεικνύει ότι ακόμα και μια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση που θα επιτρέψει στο σημερινό καθεστώς ένα κάποιο κράτος πρόνοιας είναι έξω από τα σημερινά όρια νομιμότητας.

Θα είχε ενδιαφέρον – ίσως να ήταν και ανακουφιστικό σήμερα – να υπάρξει μια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση, μόνο που ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να επιτρέψει τη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση αν δεν απειλείται από την κομμουνιστική προοπτική.

Με δυό λόγια δεν θα υπάρξει σοσιαλδημοκρατία αν δεν υπάρξει Κομμουνιστική Αριστερά. Η ανακούφιση δεν θα έρθει από τα μερεμέτια και την ενδοσυστημική διαχείριση. Όχι επειδή κάποιοι αρέσκονται να δηλώνουν σε όλους τους τόνους ότι είναι με την ανατροπή. Η ιστορία αδιαφορεί για τις διακηρύξεις.

Η ανακούφιση δεν θα έρθει από εκεί γιατί πολύ απλά δεν γίνεται. Το ερώτημα λοιπόν του ποιος ακριβώς είναι εκείνος ο αγώνας που είναι αποτελεσματικά ικανός να σταματήσει την επιστροφή στα προοκτωβριανά τοπία, δεν το απαντάμε εμείς.

Το έχει απαντήσει στην πράξη και στην πραγματική ζωή ο ίδιος ο καπιταλισμός, αποκλείοντας εν τη γεννέσει του οτιδήποτε άλλο πέρα από τον καθαρό και ατόφιο νεοφιλελευθερισμό.

Αυτό σημαίνει και ορισμένες προτεραιότητες: Πχ τα πολιτικά μέτωπα έχουν τη σημασία τους, (και αυτά στο χρόνο τους) και θα μπορούσαν υπό όρους να αποτελέσουν τον καταλύτη και για συνολικότερες αλλαγές και ανασυνθέσεις. Εκ των πραγμάτων όμως δεν απαντούν στο όλο πρόβλημα. Γιατί πολύ γρήγορα, σχεδόν αμέσως, η παραμικρή αμφισβήτηση του παγκοσμιοποιημένου πλαισίου της αγοράς θα σπρώξει εκ των πραγμάτων το μαχαίρι στο κόκκαλο: Ή θα υπάρξει υποχώρηση και μάλιστα ατιμωτική, ή θα πάμε με «πολεμικό» τρόπο σε κοινωνικούς μετασχηματισμούς.

Να γιατί το άμεσο πολιτικό σχέδιο δεν μας φτάνει. Δεν είναι ότι δεν το χρειαζόμαστε. Είναι ότι η ίδια η ζωή δείχνει ότι απαιτείται κάτι περισσότερο από ένα πολιτικό σχέδιο, αναζητείται η ραχοκοκκαλιά και το νεύρο του πολιτικού σχεδίου. Ποιος θα κερδίσει ποιον είναι το ερώτημα που τίθεται στο τραπέζι και φυσικά προς το παρόν φαίνεται μόνο μία λύση.

3. Είναι τελικά ο κομμουνισμός τα νιάτα του κόσμου;

Είναι ο χώρος αυτός ελκτικός, νέος και ανερχόμενος; Ή ανάποδα υπάρχει η αίσθηση ότι πρόκειται για δυνάμεις αδράνειας, για απροσκύνητους αλλά γραφικούς, για ανυποχώρητους και αγύριστα κεφάλια που σε μια κοινωνία που προχωρά μπροστά, μιλούν για το τι έγινε 100 χρόνια πριν;

Εδώ δεν χρειάζεται απολογητική, χρειάζεται απολογισμός. Η υπεράσπιση μιας ορισμένης ιστορίας δεν σημαίνει ότι άκριτη υπεράσπιση του παρελθόντος, αλλά υπεράσπιση της δυνατότητας και ικανότητας να αλλάξει η ζωή μας. Σημαίνει υπεράσπιση της απλής σκέψης ότι υπάρχουν ριζικές λύσεις.

Είναι σαφές ότι στον 20ό αιώνα η κομμουνιστική απειλή επέβαλε λύσεις προς όφελος των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Και χρειάζεται μια δεύτερη ευκαιρία σε ένα σύστημα που στο σύντομο ιστορικό χρόνο δεν πρόλαβε να δοκιμαστεί, να προχωρήσει τη θεωρία του, να διορθώσει τα λάθη και τις ελλείψεις του, να καταστείλει τις ελεεινότητές του.

Και όποια κριτική ασκηθεί στην καρικατούρα του «υπαρκτού», αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε για το πρώτο πείραμα και την προσπάθεια που έγινε, ότι ξεχνάμε το τι γέννησε, και προς όφελος ποιων.

Χρειάζεται έξοδος από την απολογητική αλλά και από τη νοσταλγία και τοποθέτηση της συζήτησης και της πρακτικής στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Ιστορικά ηγετικά πρόσωπα μετατράπηκαν από τους επιγόνους τους σε πολιτικά ρεύματα, κρατώντας τις μέχρι σήμερα οργανωτικές τους μορφές. Οι εμπλουτισμοί στον μαρξισμό υπήρξαν, βοηθούν, έχουν αξιολογηθεί, δεν επαρκούν όμως για σήμερα. Δεν έχουμε ανάγκη από την αντιπαράθεση με όρους ρευμάτων του 20ου αιώνα, αλλά από μια συνθετική συζήτηση-αναζήτηση που δίνει υλικό στο σήμερα. Όσο θα σκεφτόμαστε και θα βαδίζουμε με εργαλεία του παρελθόντος θα αποπροσανατολιζόμαστε από την επίκαιρη και απαιτητική πραγματικότητα και ο χρόνος μας θα εξαντλείται σε θεωρητικές διαμάχες για ένα ιστορικό σοσιαλισμό, με μεγάλη απόσταση από τη συγκεκριμένη σημερινή ιστορική στιγμή, τη συγκεκριμένη σημερινή ταξική πάλη και τη συγκεκριμένη και σημερινή ανάγκη μιας επίθεσης των ιδεών της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Οποιαδήποτε αναμέτρηση με την οικοδόμηση μιας σύγχρονης κομμουνιστικής αναφοράς αναπόφευκτα έρχεται αντιμέτωπη με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος. Μια ιστορία ηρωική που οδήγησε στα πρώτα «άλματα στον ουρανό» αλλά και τραγική με αποκορύφωμα την πλήρη μετάλλαξη των καθεστώτων που υποτίθεται ότι «οικοδομούσαν το σοσιαλισμό».

Αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά αυτοκριτική και με διάθεση επαναστατικής ανανέωσης. Να εμπνέεται από τις προλεταριακές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα, από την Οκτωβριανή επανάσταση και τις πρώτες ηρωικές προσπάθειες οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Να υπερασπίζεται τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις που αποτίναξαν τον ιμπεριαλιστικό ζυγό και την αποικιακή εκμετάλλευση στις περιφέρειες του πλανήτη.

Να υποστηρίζει αταλάντευτα τον καθοριστικό ρόλο του κομμουνιστικού κινήματος σε κάθε βήμα που έκανε η ανθρωπότητα προς τα μπρος, με κορυφαίες συνεισφορές το τσάκισμα του ναζισμού και την κατοχύρωση των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στις χώρες του καπιταλισμού.

Να αντιμετωπίζει τη μετάλλαξη των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως αρνητική έκβαση ταξικών αγώνων και όχι ως προδιαγεγραμμένη πορεία.

Να αναγνωρίζει τη σημασία κριτικών συνεισφορών μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα από τη σκοπιά της εμβάθυνσης της ταξικής πάλης και της θεωρίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε τόσο την ανολοκλήρωτη εμπειρία της Πολιτιστικής Επανάστασης καθώς και την κριτική αποτίμηση και θεωρητική ανανέωση που γέννησαν τα κινήματα των ανολοκλήρωτων θυελλών στις δεκαετίες 60-70.

Η πρόταση: Χώρος διαλόγου, πρωτοβουλιών, συντονισμού και οργάνωσης της διαδικασίας

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κομμουνιστική Αριστερά. Είναι ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει τα επόμενα χρόνια. Υπάρχουν δυνάμεις που αναφέρονται στη κομμουνιστική αριστερά, δυνάμεις που βρίσκονται μέσα σε κόμματα, οργανώσεις, μορφώματα. Έχουμε δυνάμεις που τρέφονται από το παρελθόν και απέχουν από το παρόν, χωρίς να δικαιολογούν σε τίποτα λάβαρα και τίτλους. Και φυσικά δυνάμεις με τη δύναμη της αδράνειας καθοριστικά πάνω τους. Αυτές οι δυνάμεις είναι σχετικά μικρές, αδύναμες σε πολυδιάσπαση και κατακερματισμό, με τα βαρίδια του παρελθόντος και μιας μεγάλης ήττας. Βασανίζονται, μπουσουλάνε, αλληλοοσμώνονται με δυσκοίλιο και επίπονο τρόπο, αναζητώντας δρόμους.

Υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις για ένα πρώτο πλαίσιο; Χρειάζεται μια επίμονη, ευρύχωρη και υπομονετική διαδικασία συζήτησης και διαρκούς πρόσκλησης, όλων όσων αντιλαμβάνονται την έλλειψη του κομμουνιστικού φορέα. Δεν αντιλαμβάνονται αυτή την έλλειψη πολλές από τις δυνάμεις που με αυτάρκεια και αυταρέσκεια κοιτούν τον εαυτό τους στον καθρέπτη και βλέπουν τη λύση.

Η συγκεκριμένη μορφή που μπορεί να πάρει μια τέτοια διαδικασία –τουλάχιστον σήμερα- είναι η δημιουργία και συγκρότηση ενός χώρου διαλόγου, ενός φόρουμ ή βήματος, ενός κέντρου συζήτησης αλλά και αντιπαράθεσης, με κοινό όμως παρονομαστή την ανάγκη ανασύνθεσης του χώρου της κομμουνιστικής Αριστεράς, με διαδοχικές και επίμονες δοκιμασίες προς αυτή την κατεύθυνση. Αν αυτό συμπυκνώνει και η σημερινή συζήτηση, η απάντηση είναι ανεπιφύλακτα ναι.  

Στις 6/2/2017 με πρωτοβουλία του Kommon.gr πραγματοποιήθηκε εκδήλωση-συζήτηση με θέμα «Αναζητώντας την Αριστερά και τον Κομμουνισμό της Εποχής μας». Στη συζήτηση παρενέβη ο Γιώργος Πετρόπουλος εκθέτοντας τις εκτιμήσεις και τις θέσεις του Εργατικού Αγώνα γύρω από το σημαντικό αυτό ζήτημα. Αυτή είναι η παρέμβασή του:

 

«Συντρόφισσες και σύντροφοι.

Ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση που μας απευθύνατε να παραβρεθούμε και να παρέμβουμε στην εκδήλωσή σας. Δεν κρύβουμε μάλιστα την ικανοποίησή μας για το γεγονός ότι αυτή η εκδήλωση θέτει το κύριο πρόβλημα των ημερών στο πλαίσιο της ταξικής πάλης και από την σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Το πρόβλημα αυτό δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την απουσία ενός επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κόμματος. Το πως τιτλοφορείται κανείς είναι άλλο ζήτημα. Η ουσία βρίσκεται στο περιεχόμενο που λαμβάνουν οι τίτλοι. Από άποψη περιεχομένου, επομένως, εργατικά κόμματα και κινήσεις υπάρχουν αλλά πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Αυτό το ζήτημα ο ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ το έχει θέσει από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του. Το έθεσε και συνεχίζει να το θέτει ως απάντηση στο ερώτημα «από που ν’ αρχίσουμε;». Από αυτό το ζήτημα πρέπει να αρχίσουμε. Από την αναγκαιότητα του κόμματος.

Το αμέσως επόμενο ερώτημα είναι «Τι πρέπει να κάνουμε;» ώστε να υπάρξει αυτό το κόμμα.

Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα χρειάζεται να συμφωνήσουμε σε ορισμένες βασικές διαπιστώσεις. Ας τις δούμε εν συντομία.

 

Πρώτη διαπίστωση: Είναι βέβαιο ότι τα κομμουνιστικά κόμματα, όπως τα γνωρίσαμε στο διάβα του 20ου αιώνα, είναι είδος προς εξαφάνιση. Είναι επίσης βέβαιο πως αυτά τα κόμματα για ιστορικούς και άλλους λόγους είχαν υποστεί πολλές αλλοιώσεις και στρεβλώσεις ώσπου στο τέλος, μετά τον εκφυλισμό και την ανατροπή του υπαρκτού σοσιαλισμού, μπήκαν σε διαδικασία μετάλλαξης. Σημαίνουν άραγε όλα αυτά ότι ξεπεράστηκε το μαρξιστικό- λενινιστικό κόμμα νέου τύπου; Εμείς απαντάμε κατηγορηματικά πως όχι. Δεν ξεπεράστηκε. Είναι αναγκαίο όσο ποτέ αρκεί να το απαλλάξουμε από τις αλλοιώσεις και τις στρεβλώσεις που υπέστηκε και να το προσαρμόσουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα.

 

Διαπίστωση δεύτερη: Είναι αποδεδειγμένο από την ίδια τη ζωή και διατυπωμένο από τους κλασικούς ότι η ταξική πάλη διεξάγεται σε τρία επίπεδα: στο οικονομικό- συνδικαλιστικό, στο πολιτικό και στο επιστημονικό- θεωρητικό. Πράγμα που σημαίνει ότι αυτό το κόμμα πρέπει να έχει δεσμούς με την εργατική τάξη κι ακριβώς στην βάση αυτών των δεσμών θα δημιουργηθεί. Πρέπει επίσης να έχει συγκροτημένη πολιτική- και όχι συνθήματα- για να διεκδικεί την καθοδήγηση της τάξης και των αγώνων της. Πρέπει τέλος να έχει επιστημονική θεωρία. Να μελετάει δηλαδή την πραγματικότητα, να γενικεύει και να εξειδικεύει. Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη, έλεγαν οι κλασικοί. Πράγμα που σημαίνει ότι το ζήτημα της θεωρίας είναι κομβικό για έναν επαναστατικό εργατικό, για ένα κομμουνιστικό κόμμα. Ποια θα είναι αυτή η θεωρία; Όχι ως ένα κλειστό σύστημα και δόγμα αλλά ως επιστημονική βάση, μέθοδος και ανάλυση την οποία αποδέχεται και συνεχίζει το κόμμα. Κατά τη δική μας γνώμη θεωρία του κόμματος πρέπει να είναι ο μαρξισμός- λενινισμός. Κι επειδή ίσως αυτός ο όρος να μην αρέσει σε κάποιους- σε άλλους γιατί δεν κατανοούν την ουσία του και σε άλλους γιατί τον ταυτίζουν με τις στρεβλώσεις που έχει υποστεί- σας λέμε ότι εμείς είμαστε οπαδοί του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού ή αυτού που ο Ένγκελς είχε ονομάσει επιστημονικό σοσιαλισμό.

Κάποτε ο Λένιν είχε γράψει ότι με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το Κεφάλαιο και το Αντι Ντίρινγκ μπορείς να καθοδηγήσεις την εργατική τάξη. Εμείς θα προσθέταμε και τον Ιμπεριαλισμό του Λένιν και το Κράτος κι Επανάσταση και τον Αριστερισμό. Από αυτά δεν κάνουμε πίσω τονίζοντας ταυτόχρονα ότι χρειαζόμαστε την μαρξιστική ανάλυση της εποχής μας. Γιατί αυτή η ανάλυση έλειψε και οδήγησε το κομμουνιστικό κίνημα στον εκφυλισμό και την μετάλλαξη. Γιατί αυτή η ανάλυση χρειάζεται ώστε το κόμμα να ανταποκριθεί στην ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης

 

Διαπίστωση τρίτη: Το Κομμουνιστικό Κόμμα που χρειάζεται η εποχή μας πρέπει να έχει ξεκάθαρες και επιστημονικά τεκμηριωμένες σχέσεις με το παρελθόν του εργατικού, επαναστατικού, του κομμουνιστικού κινήματος και ειδικά αυτού που αναπτύχθηκε στον 20ο αιώνα. Αυτό σημαίνει σοβαρή μελέτη και όχι ιδεοληψίες. Για παράδειγμα δεν ισχύουν αυτά που γράφετε αναφορικά με το τι σήμαινε για το ΚΚΕ ο αντιιμπεριαλισμός. Διαβάζω: «Το ΚΚΕ και γενικότερα το τριτοδιεθνιστικό ρεύμα κατά τον περασμένο αιώνα, είχε ως πολιτική τη στρατηγική συνεργασία με μη ευνοημένα, θιγόμενα τμήματα των αστικών τάξεων ενάντια στον ‘‘κύριο εχθρό’’, την ηγεμονική πυραμίδα των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού». Αν εξαιρέσει κανείς μια μικρή περίοδο μετά την 6η Ολομέλεια του ’56 και ως την διάσπαση του ’68 που υιοθετήθηκε η άποψη περί εθνικής αστικής τάξης, τέτοιο ζήτημα σαν αυτό που θέτετε δεν υπήρξε ποτέ για το ΚΚΕ.

Εξίσου λανθασμένη κατά τη γνώμη μας είναι η φιλολογία και παραφιλολογία- που διατυπώνεται χρόνια τώρα και από πολλές μεριές- γύρω από την λεγόμενη «θεωρία των σταδίων». Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα ο σχηματικός τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται κάποιος τη σχέση τακτικής και στρατηγικής, ο σχηματικός τρόπος με τον οποίο το κόμμα αντιλαμβανόταν κατά καιρούς αυτή τη σχέση, και άλλο όλο αυτό το παραμύθι για τα στάδια το οποίο μάλιστα από πολλούς λανσάρετε με ένα σωρό διαστρεβλώσεις των ιστορικών τεκμηρίων- όπως κάνει για παράδειγμα το σημερινό ΚΚΕ. Και το δικό σας «Κείμενο Συμβολής» θα μπορούσε εύκολα κάποιος- αν το δει σχηματικά- να το εντάξει στη θεωρία των σταδίων. Χρειάζεται επομένως προσοχή όταν αναφερόμαστε στην ιστορία του κινήματος.

Σ’ αυτή βάση επομένως εμείς λέμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα που χρειαζόμαστε οφείλει να είναι τομή και συνέχεια των τριτοδιεθνιστικών κομμουνιστικών κομμάτων.

 

Τέταρτη διαπίστωση: Είναι κοινώς παραδεκτό ότι το κομμουνιστικό κίνημα του 20ου αιώνα σφραγίστηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση και την προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Είναι επίσης παραδεκτό ότι αυτή η προσπάθεια συνοδεύτηκε με στρεβλώσεις, αλλοιώσεις και ανάπτυξη συμφερόντων που ήταν ξένα προς το σοσιαλισμό. Ακόμη πιο βέβαιο είναι ότι η νέα προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης θα λάβει μεν υπόψη της ό,τι έγινε, θα πρέπει να κάνει αμείλικτη κριτική στο παρελθόν, κι αν θέλει να αποφεύγει τις στρεβλώσεις, τις αλλοιώσεις και τα λάθη του παρελθόντος θα πρέπει να έχει ανειρήνευτο μέτωπο εναντίον τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η ΕΣΣΔ και οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν «ένα ιστορικά ανέκδοτο εκμεταλλευτικό καθεστώς». Είναι λάθος να αντιπαραθέτουμε αυτό που έγινε σε ένα εξιδανικευμένο μοντέλο σοσιαλισμού κατά κανόνα θεωρητικό και αφαιρετικό σε σχέση με την πραγματικότητα και συχνά- πυκνά εντελώς ιδεαλιστικό. Όποιος αντιπαραθέτει το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε σε ένα τέτοιο μοντέλο οφείλει να μας πει πως θα πραγματοποιήσει αυτό του το όνειρο- και μάλιστα σε συνθήκες μόνιμης και άπλετης δημοκρατίας, απόλυτης ελευθερίας και διάσπαρτης ευτυχίας για τους ανθρώπους.

Για μας αυτό που γνωρίσαμε ήταν εργατικά κράτη με όσες στρεβλώσεις και όσα κακά θέλετε. Αλλά επρόκειτο για εργατικά κράτη. Αν το αρνηθούμε αυτό, αν αρνηθούμε ότι ένα εργατικό κράτος, κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, μπορεί να παρουσιάσει όλα αυτά τα αρνητικά τότε δεν υπάρχει περίπτωση να εμβαθύνουμε στην πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στην διαμόρφωση μαρξιστικής θεωρίας γύρω από αυτό το ζήτημα. Χώρια που ο ταξικός χαρακτήρας μιας κοινωνίας δεν καθορίζεται ποτέ ούτε από την καταπίεση την οποία επικαλείστε, ούτε από την λειτουργική διαφοροποίηση μιας γραφειοκρατίας που μπορεί να δίνει περισσότερα προνόμια και εξουσία σε κάποιους ανθρώπους. Τον ταξικό χαρακτήρα μιας κοινωνίας τον χαρακτηρίζουν καταρχήν οι σχέσεις παραγωγής. Όλα τα υπόλοιπα μπορεί να τα αναζητήσει και να τα ερμηνεύσει κάνεις μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που επιχειρήθηκε η πρώτη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Μ’ αυτό δεν θέλουμε να δικαιολογήσουμε τίποτα. Απλώς υπογραμμίζουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να εξηγήσουμε και να ερμηνεύσουμε αυτό που έγινε. Να το καταλάβουμε και να βγάλουμε συμπεράσματα. Αν πράξουμε διαφορετικά θα γίνουμε σαν τους παπάδες και θα κρίνουμε ανθρώπους και κοινωνίες κατά τας γραφάς. Είναι ασφαλώς μεγάλη η κουβέντα που πρέπει να γίνει αλλά αν αρκούσε η καταπίεση και η συγκέντρωση εξουσιών για να χαρακτηρίσεις ένα κοινωνικό καθεστώς πολύ εύκολα οι αστοί θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι ο φασισμός δεν είναι καπιταλισμός αλλά ένα «ιστορικά ανέκδοτο καθεστώς χωρίς ιστορική προοπτική».

 

Διαπίστωση πέμπτη και τελευταία. Ένα κομμουνιστικό κόμμα εξ ορισμού αντιμάχεται τον καπιταλισμό και οργανώνει τη σοσιαλιστική επανάσταση με τις ιδιομορφίες που αυτή παρουσιάζει σε κάθε χώρα χωριστά. Ποιον καπιταλισμό, όμως, αντιμάχεται; Ασφαλώς όχι τον καπιταλισμό της μανιφακτούρας. Τον καπιταλισμό που βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης αντιμάχεται. Αυτός ο καπιταλισμός είναι ιμπεριαλισμός. Συνεπώς δεν είμαστε αντικαπιταλιστές γενικά. Είμαστε σύγχρονοι αντικαπιταλιστές. Κι αυτό σημαίνει αντιιμπεριαλιστές. Ένα σύγχρονο Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είναι αντικαπιταλιστικό. Είναι αντιιμπεριαλιστικό. Αντιλαμβανόμαστε πως χρησιμοποιώντας τον όρο «αντικαπιταλιστικός» θέλετε να αποφύγετε την θεωρία της εξάρτησης. Ιμπεριαλισμός όμως χωρίς εξαρτημένες χώρες δεν υπάρχει. Επιπλέον όταν εσείς οι ίδιοι επαναφέρετε στη σύγχρονη διάστασή του το αίτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης για εξάρτηση μιλάτε.

Για μας εξάρτηση υπάρχει. Όπως και αίτημα εθνικής ανεξαρτησίας που καμία σχέση δεν έχει με θεωρίες περί συμμαχίας με τμήματα της αστικής τάξης. Εξάρτηση για μας σημαίνει πρώτα και κύρια διπλή εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Εκμετάλλευση από και την εγχώρια αστική τάξη, εκμετάλλευση και από το ξένο κεφάλαιο. Εκμετάλλευση οικονομική, πολιτική και στρατιωτική. Εθνική ανεξαρτησία για μας σημαίνει απαλλαγή από αυτή την εκμετάλλευση. Κι αυτό το αίτημα πάει μαζί με την πορεία ανάδειξης της εργατικής τάξης σε ηγέτιδα τάξη του έθνους- όπως έλεγαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στο κομμουνιστικό μανιφέστο. Εθνική αυτοδιάθεση για μας σημαίνει την πάλη για μια νέα εθνική ενότητα γύρω από την εργατική τάξη και υπό την ηγεσία της.

 

Εν κατακλείδι πρέπει να διδαχτούμε από την ιστορία κι όχι να την φέρουμε στα μέτρα των όποιων αντιλήψεων έχουμε. Για δέστε τι κάνει το σημερινό ΚΚΕ και θα καταλάβετε. Έχει φτιάξει μια κλίνη του Προκρούστη κι ό,τι περισσεύει το κόβει. Ό,τι δεν φτάνει το τεντώνει.

Αν επιχειρήσουμε να διδαχτούμε από την ιστορία, θα διαπιστώσουμε την τραγικότητα όλων των διασπάσεων του κομμουνιστικού κινήματος. Έγιναν στο όνομα του κομμουνιστικού κόμματος που έχανε τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά κι έπρεπε να τα ξαναβρεί. Δεν εξετάζω αν πάντοτε αυτός ο ισχυρισμός ήταν αληθινός. Άλλοτε είχε βάση κι άλλοτε όχι. Οι επίδοξοι όμως σωτήρες του κομμουνιστικού κόμματος- ειλικρινείς ή όχι δεν έχει σημασία- όταν έφευγαν από τα κομμουνιστικά κόμματα έφτιαχναν οτιδήποτε άλλο θέλετε αλλά όχι το Κομμουνιστικό Κόμμα που υπερασπίζονταν όσο ήταν στις γραμμές του κόμματος το οποίο κριτίκαραν. Είμαστε πια όλοι μας πολύ έμπειροι για να μην συμβάλουμε στην επανάληψη της ίδιας ιστορίας. Έχει από καιρό πάψει να είναι τραγωδία, έχει από καιρό πάψει να είναι φάρσα, δεν έχουμε καμιά διάθεση να την κάνουμε ιλαροτραγωδία.

Ο ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ θα συμμετάσχει σε κάθε προσπάθεια για το Κομμουνιστικό κόμμα που χρειαζόμαστε και μ’ αυτή την έννοια χαιρετίζει την πρωτοβουλία σας. Ξέρουμε τις δυσκολίες, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του εγχειρήματος. Δεν έχουμε φιλοδοξίες να υπάρχουμε για να υπάρχουμε. Θα αγωνιστούμε γι’ αυτό το κόμμα με όσους το θέλουν και το επιδιώκουν. Μπορεί να μην τα καταφέρουμε. Η μόνη φιλοδοξία που έχουμε είναι να αφήσουμε μια παρακαταθήκη για κείνους που θα έρθουν να συνεχίσουν από εκεί που εμείς, ενδεχομένως, θα έχουμε αποτύχει. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Είμαστε εδώ!».

 

 


 

1. Η πιο μεγάλη αντίφαση της εποχής μας αφορά το ότι ενώ είναι σαφές πως ζούμε μια περίοδο βαθιάς κρίσης του νεοφιλελευθερισμού αλλά και μιας ορισμένης εκδοχής της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, σχηματικά σε αυτό που συνηθίσαμε –εσφαλμένα ίσως από άποψη θεωρητικής αυστηρότητας– να ονομάζουμε «παγκοσμιοποίηση», ότι ενώ οξύνεται η κρίση σε σημαντικές πλευρές της ηγεμονίας του κεφαλαίου καθώς ρήγματα και πεδία συγκρούσεων αναπτύσσονται και ευρύτατα κοινωνικά κομμάτια ανακαλύπτουν την αξία της λαϊκής κυριαρχίας, της κρατικής παρέμβασης, των εθνικών νομισμάτων, δεν είναι οι δυνάμεις της αριστεράς, οι δυνάμεις που έχουν αναφορά στη χειραφέτηση, τη δημοκρατία και τον διεθνισμό, που βρίσκονται ενισχυμένες αλλά οι δυνάμεις της δεξιάς, συχνά και της ακροδεξιάς, που σπεύδουν να δώσουν τη δική τους αντιδραστική, ξενόφοβη, αυταρχική και νεοσυντηρητική απάντηση στην κρίση του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού». Η αντίφαση αυτή συμπυκνώνει τη στρατηγική αποτυχία των περισσότερων σημερινών εκδοχών αριστεράς αλλά και τις επιπτώσεις από την υποχώρηση ή την απουσία του ιδιαίτερου ίχνους που φέρει το κομμουνιστικό κίνημα. Οποιαδήποτε συζήτηση για την ανασύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος οφείλει να ξεκινά από τη διαπίστωση αυτού του ελλείμματος, όμως ταυτόχρονα δεν μπορεί να οριστεί με όρους απλής ανασυγκρότησης και συνέπειας αλλά χρειάζεται όρους επαναστατικής ανανέωσης και ως προς τη θεωρία και ως προς τη στρατηγική και ως προς την πρακτική της πολιτικής, όρους ασέβειας απέναντι σε «γραφές» και παραδόσεις και προφανώς αυτοκριτικής αναμέτρησης με την τραγική εκμεταλλευτική και καταπιεστική μετάλλαξη των πρώτων εγχειρημάτων «σοσιαλιστικής οικοδόμησης».

2. Η ψευδαίσθηση που μπορεί να δίνει η εύκολη οχύρωση με όρους καταγγελίας όλων των άλλων ως ρεφορμιστών, η στροφή στον βερμπαλισμό, που περισσότερο παρακάμπτει τα πραγματικά ερωτήματα για μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, η αλαζονική βεβαιότητα για το πώς «όντως γίνεται μια επανάσταση», που συνήθως κατατίθεται για να δικαιολογηθεί η διαρκής εκτίμηση ότι «δεν ωρίμασαν οι συνθήκες», το βόλεμα στη μικρή κλίμακα και τον σεχταρισμό το μόνο που κάνουν είναι να οδηγούν κομμουνιστικές τάσεις να μη βλέπουν πραγματικές επαναστατικές δυνατότητες και να τις καθιστούν περισσότερο μέρος του προβλήματος.

3. Οι πραγματικές επαναστατικές δυνατότητες της εποχής μας δεν βρίσκονται ούτε στην υποτιθέμενα αναπόφευκτη κατάρρευση του καπιταλισμού ούτε στην υπερανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Οι πραγματικές δυνατότητες προκύπτουν, μέσα σε σύνθετες, πρωτότυπες και επικαθορθισμένες διαδικασίες, από τον συνδυασμό ανάμεσα στα στοιχεία κρίσης ηγεμονίας του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού», την οργή απέναντι στη διαρκή κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας και το γεγονός ότι η σύγχρονη εργασιακή δύναμη μπορεί να είναι κατακερματισμένη και επισφαλής αλλά ταυτόχρονα είναι και ιδιαίτερα καταρτισμένη και με δεξιότητες που της επιτρέπουν πιο εύκολα να συντονιστεί, να διεκδικήσει, να συγκροτηθεί σε συλλογικό υποκείμενο αντίστασης και ανατροπής. Όπως και ταυτόχρονα είναι σαφές ότι ήδη βλέπουμε και τις τάσεις της «προληπτικής αντεπανάστασης» είτε στην ακόμα μεγαλύτερη αυταρχικοποίηση και αντιδημοκρατική θωράκιση, είτε στην επέκταση του ρατσιστικού δηλητήριου που διαιρεί τις υποτελείς τάξεις, είτε στην επανοικειοποίηση από την ακροδεξιά λόγων και αναφορών που ανήκαν στο πεδίο της αριστεράς.

4. Για σχηματισμούς όπως η Ελλάδα, η ρήξη με τον ιμπεριαλισμό, στην ειδική μορφή που αυτός παίρνει με την πρόσδεση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, γίνεται αναγκαία αφετηρία οποιασδήποτε διεξόδου. Το «ελληνικό πρόβλημα» προκύπτει ακριβώς στη συνάρθρωση της ιμπεριαλιστικής πίεσης μέσω χρέους, ευρώ και Ε.Ε. με τις ταξικές επιλογές του ελληνικού κεφαλαίου και άρα την εσωτερική υποτίμηση. Επομένως, στον ορίζοντα της ρήξης αντιιμπεριαλιστικός και αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός συναντιούνται. Όμως σε πείσμα μιας ορισμένης λογικής «σταδίων», που ακόμη επιβιώνει στην αριστερά, η ρήξη με το ευρώ και την Ε.Ε. δεν μπορεί να γίνει πρωτίστως από τη σκοπιά της «ανάπτυξης» αλλά από τη σκοπιά της όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού. Χωρίς μεταβατικό πρόγραμμα με σαφή εξαρχής τον σοσιαλιστικό προσανατολισμό και χωρίς ξεδίπλωμα εξαρχής μιας πρωτότυπης εκδοχής δυαδικής εξουσίας (που να συνδυάζει την «αριστερή κυβέρνηση» με τις αυτόνομες μορφές οργάνωσης του λαού) μια τόσο μεγάλη τομή είτε θα ηττηθεί είτε απλώς δεν θα ξεκινήσει καν. Περιθώρια για «προοδευτική διακυβέρνηση» χωρίς ρήξεις σήμερα δεν υπάρχουν.

5. Ότι σήμερα αποκτά κεντρική σημασία η εθνική ανεξαρτησία και ότι πρέπει ως πολιτική διαδικασία και μορφή να στηρίζουμε το έθνος-κράτος απέναντι στη συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας που μεθοδεύεται δεν θα πρέπει να μας κάνει να δούμε τη σύγκρουση με όρους «αγώνα του έθνους». Υποκείμενο πρέπει να είναι η ενότητα των υποτελών τάξεων υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης, πέραν «εθνικών προελεύσεων», με κριτήριο την κοινή πάλη και το κοινό όραμα. Περισσότερο παρά ποτέ χρειαζόμαστε μια «μεταεθνική» και αποαποικιακή και αντιρατσιστική αντίληψη του λαού ως υποκειμένου της κυριαρχίας και του κοινωνικού μετασχηματισμού, ακριβώς για να απαντήσουμε στον τρόπο που επανέρχεται από την ακροδεξιά η φαντασιακή επένδυση στην υποτιθέμενη «κοινότητα του έθνους». Και αυτό δείχνει γιατί σήμερα είναι στρατηγική σε όλη την Ευρώπη η πάλη κατά της ισλαμοφοβίας και του ρατσισμού. Και η οικοδόμηση μιας τέτοιας εκδοχής σύγχρονης λαϊκής ενότητας σημαίνει ότι δεν μπορούμε να παραβλέπουμε ζητήματα όπως είναι οι έμφυλες ταυτότητες ή η πάλη κατά του σεξισμού, όχι μόνο γιατί οι ταξικές στρατηγικές συγκροτούνται και σε συνάρθρωση με αυτά τα πεδία αλλά και γιατί είναι απαραίτητη η πάλη σε τέτοια ζητήματα για να μπορούμε να συγκροτούμε πάνω σε άλλες βάσεις και την ενότητα των υποτελών τάξεων. Στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς η συνάρθρωση ανάμεσα σε μια τέτοια ενότητα μέσα στον αγώνα των υποτελών τάξεων, σε ένα πρόγραμμα βαθιού μετασχηματισμού και σε πολιτικές μορφές μιας διαφορετικής δημοκρατίας των «από κάτω» που μπορούμε να δούμε τη δυνατότητα ενός σύγχρονου ιστορικού μπλοκ.

6. Το θέμα του μετώπου είναι κομβικό. Οι κομμουνιστές δεν μπορούν παρά να είναι πρωτοπόροι στην οικοδόμηση του ενιαίου μετώπου της εποχής μας, να μπορούν να διαμορφώνουν τα πεδία συνάντησης των διαφορετικών κινημάτων, ρευμάτων, κοινωνικών κομματιών, αναζητήσεων, οραματισμών. Αλλά το μέτωπο δεν μπορεί να είναι ούτε κυρίως ούτε πρωτίστως εκλογικό. Ούτε «προγραμματικό» με τον τρόπο που τέθηκε κατά καιρούς ως άλλοθι για να μην προχωρήσουν βήματα ενότητας· ούτε μπορούμε να το βλέπουμε με τους όρους πολιτικής μεταφυσικής που προκρίνει το μοναστήρι του Περισσού. Το μέτωπο δεν μπορεί παρά να είναι αναγκαστικά και εκνευριστικά αντιφατικό, διαφορετικά δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο του πεδίου στο οποίο όντως θα αναδεχτεί η ηγεμονία της επαναστατικής γραμμής. Το μέτωπο μπορεί και πρέπει να φτιαχτεί τώρα γιατί οι όροι και οι προϋποθέσεις υπάρχουν, η πολιτική βούληση είναι το ζήτημα εάν υπάρχει. Και βέβαια, μέτωπο στρατηγικά δημοκρατικό για να είναι ένα πραγματικό εργαστήρι παραγωγής γραμμής και πολιτικοποίησης. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αναγέννηση του κομμουνιστικού κινήματος εργαστηριακά και έξω από τη διαμόρφωση ακριβώς ενιαιομετωπικών μορφών παρέμβασης

7. Η συζήτηση αυτή πρέπει να προχωρήσει: Με άνοιγμα του θεωρητικού διαλόγου, με προσπάθεια για παραγωγή πρωτότυπης άποψης γνώσης και επεξεργασίας, με κοινές πρωτοβουλίες για το κίνημα και για το μέτωπο. Με προσπάθεια να μη μείνουμε για άλλη μια φορά απλώς σε ανοίγματα ανεκπλήρωτα και εκκινήσεις μετέωρες ή ανολοκλήρωτες. Με πραγματικά βήματα που να διαμορφώνουν άλλη κατάσταση και άλλο συσχετισμό. Παραφράζοντας τον Λένιν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι χτες ήταν ίσως πολύ αργά, γιατί μπορεί να φάνταζε αρκετά δύσκολο να απαλλαγούμε από τις σωρευμένες σκουριές της κρίσης, όμως αύριο θα είναι, με έναν τραγικό τρόπο, πολύ νωρίς, γιατί θα πληρώνουμε ξανά το τίμημα μιας ήττας.

 

* Το κείμενο αποτελεί ομιλία εκ μέρους της Αριστερής Ανασύνθεσης στην εκδήλωση που οργάνωσε το Kommon τη Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017.

 

Η αφήγηση ενός νέου οράματος απελευθέρωσης από τον καπιταλισμό που μετουσιώνεται στην αναζήτηση  του σύγχρονου  επαναστατικού υποκειμένου της εποχής . Σε αυτό οι ανήσυχες  δυνάμεις κομμουνιστικής αναφοράς, που δεν βολεύονται στις βεβαιότητες των γραφών και των  κομματικών κάστρων, συμφωνούν πως πρόκειται για την  πραγματική πρόκληση της εποχής.

Σελίδα 49 από 49

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.