KOMMON

 

ΠΕΝΕΝ: Σχέδιο, οργάνωση, διεκδικητικό πλαίσιο για την ανατροπή του αντεργατικού μνημονιακού πλαισίου

 

Μπροστά οι ανάγκες, τα δικαιώματα και οι δίκαιες εργατικές διεκδικήσεις

 

Έναρξη απεργίας 24/9/2019 ώρα 6.00 π.μ  -  Λήξη 25/9/2019 ώρα 6.00 π.μ

 

Στην συνεδρίαση της Διοίκησης της ΠΝΟ αποφασίστηκε η συμμετοχή των Ναυτεργατών στην 24ωρη απεργία για τις 24/9/2019 η οποία εξελίσσεται πλέον σε Πανελλαδική Πανεργατική απεργία με την συμμετοχή των εργαζομένων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Την σύγκληση της Ε.Ε της ΠΝΟ ζήτησε με αίτημά της η ΠΕΝΕΝ.

Ήδη σχετική απόφαση έχουν λάβει η ΑΔΕΔΥ, τα Εργατικά Κέντρα Αθήνας - Πειραιά και μεγάλος αριθμός άλλων δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Η απεργία αυτή έχει κρίσιμο και αποφασιστικό χαρακτήρα αφού σε αυτή το διακύβευμα είναι εάν θα υλοποιηθεί η νέα αντεργατική επίθεση της κυβέρνησης της ΝΔ στις ΣΣΕ, τα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες των εργαζομένων.

Η νέα αντιλαϊκή και αντεργατική επίθεση κυβέρνησης - κεφαλαίου βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, βάζοντας στο στόχαστρο τις ΣΣΕ (ρήτρα εξαίρεσης) σε επιχειρήσεις με οικονομικά προβλήματα, συνιστά αποφασιστικό χτύπημα στην επεκτασιμότητά τους, απαξιώνει την ΟΜΕΔ (διαιτησία), διαμορφώνει ειδικές οικονομικές ζώνες, ενισχύει τις ενώσεις προσώπων οι οποίες έχουν εξελιχθεί σε μια τεράστια βιομηχανία που οδηγεί στην επικράτηση των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών.

Πρόκειται για μια συντονισμένη επίθεση κυβέρνησης - κεφαλαίου η οποία στοχεύει να τσακίσει ακόμη περισσότερο μισθούς και μεροκάματα, να απαξιώσει τον θεσμό των κλαδικών ΣΣΕ, να ποδοπατήσει τα εργατικά δικαιώματα, να συντρίψει τους μισθούς.

Επίσης με το "ηλεκτρονικό μητρώο" και την "ηλεκτρονική ψηφοφορία" θέλουν να βάλουν χέρι στα συνδικάτα, να τα ελέγξουν, να τα υποτάξουν και να τα μετατρέψουν σε όργανα στην υπηρεσία του κεφαλαίου και της εργοδοσίας.

Πρόκειται για πολιτική που πατάει στο έδαφος της αντιλαϊκής και αντεργατικής πολιτικής που εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ και η οποία βαθαίνει και διευρύνει το αντεργατικό οπλοστάσιο με σκοπό να ελαχιστοποιήσει τις εργατικές αντιστάσεις, να εκμηδενίσει τον αγωνιστικό χαρακτήρα των συνδικάτων, να διαμορφώσει ακόμη πιο προκλητικό το έδαφος για την πολιτική της ανάπτυξης, των επενδύσεων και του φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος έτσι ώστε το κεφάλαιο να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία του.

Πρόκειται για μια σκληρή ταξική πολιτική της οποίας οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα για τα εργατικά δικαιώματα και συμφέροντα.

Στις συνθήκες αυτές οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα πρέπει να βγουν αποφασιστικά, μαζικά και αγωνιστικά στην αντεπίθεση.

Το πρώτο βήμα είναι να ορθώσουν αγωνιστικά και μαχητικά το ανάστημά τους ώστε να μην ευοδωθούν οι σχεδιασμοί κυβέρνησης - κεφαλαίου.

Από την σκοπιά αυτή η οργάνωση, η προετοιμασία και η συμμετοχή στην 24ωρη Πανελλαδική - Πανεργατική απεργία αποκτάει βαρύνουσα και αποφασιστική σημασία.

Η μαζική συμμετοχή στην απεργία και στις συγκεντρώσεις - διαδηλώσεις μπορεί να είναι το πρώτο βήμα σε μια κατεύθυνση σύγκρουσης με τις αντιλαϊκές αυτές πολιτικές.

Πιστεύουμε βαθύτατα ότι από τώρα πρέπει να υπάρχει ένας εργατικός σχεδιασμός ο ορίζοντας του οποίου δεν θα είναι η αποτροπή μόνο του συγκεκριμένου τερατουργήματος που επιχειρεί η κυβέρνηση.

Μπροστά μας πρέπει από πλευράς σχεδίου, πάλης, αγωνιστικής και απεργιακής δράσης να μπει το σύνολο των εργατικών διεκδικήσεων. Η επιτυχία των αιτημάτων  είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να διεκδικήσουμε μια ζωή με δικαιώματα στην δουλειά, στις ΣΣΕ, στην μόνιμη απασχόληση, στην λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την ανεργία, την επισφαλή εργασία.      

Να διεκδικήσουμε το σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων, των πλειστηριασμών και της λεηλασίας της λαϊκής - εργατικής περιουσίας.

Να συγκρουστούμε με την πολιτική του αυταρχισμού, της καταστολής, της αστυνομοκρατίας στην αντιμετώπιση των λαϊκών και εργατικών διεκδικήσεων.

Οι Ναυτεργάτες έχοντας ως παρακαταθήκη την πείρα από όλους τους προηγούμενους μαζικούς και πετυχημένους αγώνες πρέπει να πρωτοστατήσουν στην προσπάθεια για την ανασύσταση και αντεπίθεση του αγωνιστικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Παλεύουμε για:

 

·         Υπογραφή ικανοποιητικών ΣΣΕ με ουσιαστικές αυξήσεις σε όλες τις κατηγορίες πλοίων.

·         Σεβασμό και πιστή εφαρμογή των εργασιακών δικαιωμάτων σε όλα τα πλοία (ΣΣΕ - Ναυτική νομοθεσία).

·         Αντιμετώπιση της ανεργίας με την κατάργηση όλων των νομοθετικών ρυθμίσεων που καταργούν ή μειώνουν τις οργανικές συνθέσεις και διαμορφώνουν συνθήκες εργασιακής γαλέρας.

·         Κατάργηση των αντιασφαλιστικών νόμων που έχουν οδηγήσει συντάξεις - επικουρικές και εφάπαξ στην απαξίωση.

·         Εκδημοκρατισμό του ναυτεργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και της ναυτικής νομοθεσίας.

 

Όλοι στην μάχη για την επιτυχία της απεργίας.

Στις 24 Σεπτέμβρη είμαστε όλοι απεργοί!!!

 

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς

Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ

 

Σκέψεις για την πορεία και τα προβλήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς

 

 

Σ' αυτόν που ταλαντεύεται

 

Μας λες:

 

Η υπόθεσή μας πάει άσκημα.

Βαθαίνει το σκοτάδι. Οι δυνάμεις λιγοστεύουν.

Τώρα, μετά από τόσα χρόνια που έχουμε δουλέψει,

βρισκόμαστε σε πιο δύσκολη θέση απ’ ότι στην αρχή.

Μα ο εχτρός στέκεται δυνατότερος παρά ποτέ.

Οι δυνάμεις του φαίνονται να μεγαλώνουν. Πήρε αόρατη όψη.

Εμείς όμως έχουμε κάνει λάθη, αυτό κανείς πια δεν το αρνιέται.

Οι γραμμές μας συρρικνώνονται.

Τα συνθήματά μας βρίσκονται σ' αταξία. Ένα μέρος απ' τα λόγια μας

τα διαστρέβλωσε τόσο ο εχτρός, που πια να μη γνωρίζονται.

Τι είναι λάθος τώρα απ' αυτά που έχομε πει;

Μερικά ή όλα;

Σε ποιον υπολογίζουμε ακόμα; Μείναμε πίσω, μας πέταξαν έξω από το ζωντανό ποτάμι;

Πίσω θα μείνουμε, χωρίς κανένα να καταλαβαίνουμε και χωρίς κανείς να μας καταλαβαίνει;

Πρέπει να 'χουμε τύχη;

 

Τέτοιες ερωτήσεις κάνεις. Μην περιμένεις

καμιά άλλη απάντηση πέρα από τη δικιά σου.

 

Μπέρτολτ Μπρεχτ, 1935

μετάφραση: Νάντια Βαλαβάνη

 

I

 

Δεν είναι λίγα τα τριάντα χρόνια. Κι ας πέρασαν γρήγορα, με όλα όσα έφεραν μαζί τους.

Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του '89, τη στιγμή της κατάρρευσης του ιστορικού κομμουνισμού, η αριστερή διαφωνία στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ, αποκρυστάλλωμα του ριζοσπαστισμού της Μεταπολίτευσης, ξεκινούσε τη δική της ανεξάρτητη πορεία. Σήμερα -και μ’ όλες τις διαψεύσεις και ματαιώσεις που έχουν σωρευτεί- πιστεύω ότι ο αναστοχασμός και  η συζήτηση η σχετική με την τριαντάχρονη αυτή πορεία είναι αναγκαίο να ξεκινά με την επαναβεβαίωση  της ηθικοπολιτικής δικαίωσης εκείνου του τολμηρού διαβήματος. Το «φυσικά και δε θα πειθαρχήσω» του αείμνηστου Γιώργου Γράψα δεν ήταν μόνο η πρέπουσα και επιβεβλημένη απάντηση στην έσχατη κατάπτωση στην οποία είχε βρεθεί εκείνη τη στιγμή η ηγεσία του ΚΚΕ. Πολύ περισσότερο, ήταν η διακήρυξη της αποφασιστικότητας  για συνέχιση του αγώνα, για να υπάρξει το επόμενο βήμα, τη στιγμή που όλα τα θάμπωνε η λάμψη του «ψεύτη ήλιου» του τέλους της Ιστορίας. Η αξία αυτής της «ανταρσίας» μένει άφθαρτη.

 

Αλλά βέβαια πρόθεσή μας δεν είναι η αναπομπή ενός δοξαστικού. Κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων, θα ακουγόταν εντελώς παράταιρα στη σημερινή στιγμή. Σήμερα, όλοι αντιλαμβάνονται ότι η πορεία που ξεκίνησε πριν τριάντα χρόνια βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή, ότι η συνέχεια διακυβεύεται ξανά. Με ποια ακριβώς έννοια όμως; Το πρόβλημα, νομίζω, δε βρίσκεται στην οριακά χαμηλή επιρροή ούτε ακόμη στη μικρή αλλά συνεχή αιμορραγία, όχι στην εμβέλεια του σήματος αλλά στο ίδιο το περιεχόμενο της εκπομπής. Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις, στη χώρα μας και στον κόσμο, συσπειρώσεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς που επιβίωσαν ή επιβιώνουν για απροσδιόριστα μεγάλο χρονικό διάστημα, ατάραχες και ανοξείδωτες, ερμητικά κλειστές στο κέλυφος της «αλήθειας» τους. Το θλιβερό παράδοξο είναι ότι η «αλήθεια» αυτή, τις περισσότερες φορές, καθόλου δεν είναι για πέταμα. Αν απαξιώνεται, αν εκφυλίζεται σε ταυτολογία, τούτο έχει να κάνει με την απροθυμία της να εκτεθεί και να δοκιμαστεί, να τροποποιηθεί και να εξελιχθεί.

Ο κίνδυνος να επαναληφθεί η ιστορία σε ότι αφορά το ΝΑΡ και τη νΚΑ είναι, πιστεύω, πάρα πολύ μεγάλος. Πολλοί σπεύδουν να διαπιστώσουν  –με θλίψη ή με ικανοποίηση και χαιρεκακία-  ότι το μοιραίο έχει ήδη επέλθει, μάλιστα προ πολλού. Δεν μπορώ και δε θέλω να αποδεχθώ αυτήν την άποψη. Ένα ελάχιστο μέρος και της δικής μου ζωής έχει συνδεθεί με την προσπάθεια που ξεκίνησε εκείνο το τρομερό ’89.  Πολύ περισσότερο, θεωρώ ότι οι σύντροφοι που συνεχίζουν μέσα από τις γραμμές των οργανώσεων αυτών κάθε άλλο παρά έχουν εξαντλήσει τα αποθέματα της ενέργειας και της δοτικότητάς των. Κυρίως όμως είναι οι συνέπειες της αποδοχής ενός τέτοιου άδοξου τέλους για την περιπέτεια της μαχόμενης κριτικής κομμουνιστικής Αριστεράς. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ έμπρακτα επιβεβαίωσε το ΤΙΝΑ, απέναντι στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, η αυτόβουλη καθήλωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στέλνει κι αυτή το δικό της μήνυμα σε όσους θέλουν να συνεχίσουν τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Το μήνυμα αυτό είναι σαφές: Δεν υπάρχει εναλλακτική στον αυτοπεριορισμό στα όρια της παρωχημένης και ανάπηρης ορθοδοξίας του ΚΚΕ.

 

Δε θέλω να παραστήσω τον τιμητή και ξέρω ότι ο πρώτος λόγος ανήκει στους «εντός». Θα καταθέσω όμως, τη γνώμη μου σε μια συζήτηση που, ούτως ή άλλως, πρέπει να γίνει, αυτό το Σεπτέμβρη των αναμνήσεων. Μια τελευταία σημείωση: Αυτή η κατάθεση εστιάζει, όπως είναι φυσικό, στο ΝΑΡ. Όμως, πιστεύω απόλυτα ότι τα προβλήματα αυτού του χώρου είναι, στην ουσία τους, τα προβλήματα της ριζοσπαστικής  Αριστεράς συνολικά αλλά –αυτό είναι το σημαντικότερο- και της «μητέρας όλων», του ΚΚΕ. Σε κείνους λοιπόν που θα σπεύσουν να σηκώσουν αδιάφορα τους ώμους θα απαντήσω, μιμούμενος τον Μαρξ, «για σένα μιλάει ο μύθος».

 

II

 

«Για την επαναστατική ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος»...

Αξίζει, νομίζω, να θυμόμαστε ότι αυτή ήταν η σημαία της Απόσχισης, το Σεπτέμβρη του 1989. Πολύ περισσότερο από πολεμικό σύνθημα μιας φράξιας, ήταν η έκφραση της συνείδησης μιας πρωτοπορίας που στόχευε πολύ μακρύτερα από το κομπρεμί με τη Δεξιά και την κυβέρνηση Τζαννετάκη. Πόσο μακρύτερα όμως;

Η απόσταση των τριάντα χρόνων επιτρέπει σήμερα να αντιληφθούμε τόσο το ανέφικτο του στόχου όσο –το σημαντικότερο- και τα όρια που αυτός έθετε. Δε στοχεύουμε βέβαια, σήμερα πλέον, στην «επαναστατική ανανέωση» αλλά στην «κομμουνιστική επαναθεμελίωση». Αν όμως δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι με τις λέξεις τότε πρέπει να προσδιορίσουμε επακριβώς τι εγκαταλείφθηκε στην πορεία και με τι αντικαταστάθηκε.

Αυτό το έργο δεν είναι καθόλου εύκολο, κυρίως γιατί αφορά τις δομές της σκέψης και τα στερεότυπα, τις αλλαγές τους σε μια μακρόσυρτη και εν πολλοίς ασύνειδη διαδικασία.

Σε κάθε περίπτωση όμως αυτά που εγκαταλείφθηκαν  –όσο σημαντικά κι αν ήταν ορισμένα από αυτά- δεν ήταν τελικά πολλά, μάλλον ήταν τα ελάχιστα δυνατά. Ανάμεσά τους η κομματική μεταφυσική, η πίστη σε κοινωνικές νομοτέλειες και «κοσμοϊστορικές αποστολές». Όμως ο φακός της κριτικής επανεξέτασης δεν έφτασε στις «δύσκολες περιοχές» της μαρξιστικής θεωρίας και της κομμουνιστικής πρακτικής, όπως αυτές ιστορικά διαμορφώθηκαν. Δεν πρόκειται φυσικά για τυχαία, υποκειμενική ανεπάρκεια. Δεν είναι εύκολα προσπελάσιμες οι δικές μας διαψεύσεις και ματαιώσεις καθώς τα ερωτήματα εδώ αγγίζουν τον πυρήνα της ταυτότητάς μας και οι απαντήσεις  -όλοι πλέον το αντιλαμβανόμαστε-  δεν είναι άμεσα διαθέσιμες. Άρα...

 

Χοντρικά μιλώντας, υπάρχουν δύο αλληλοσχετιζόμενες αλλά ευδιάκριτες «περιοχές αναζήτησης» μέσα στην περιπέτεια της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Η πρώτη, η «εξωτερική» περιοχή, αφορά τις αλλαγές στην καπιταλιστική οικονομία, στην οργάνωση της εργασίας, τις νέες μορφές εκμετάλλευσης, τη μεταβαλλόμενη σχέση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Όσο κατακλυσμιαίες κι αν είναι οι εξελίξεις, η περιοχή αυτή είναι προσπελάσιμη, το έδαφος εδώ φαντάζει σταθερό και οικείο για τους μαρξιστές. Έγιναν σημαντικά βήματα και από το ΝΑΡ μέσα στα τριάντα χρόνια.

Στη δεύτερη όμως, την «εσωτερική» περιοχή, η προσέγγιση είναι εξαιρετικά επισφαλής. Αναφερόμαστε στη διερεύνηση των δομών της καθημερινής συνείδησης, στον ανθρωπολογικό τύπο που διαμορφώνεται στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, στη συγκρότηση των υποκειμένων του κοινωνικού μετασχηματισμού. Εδώ μπουσουλάμε σε κινούμενη άμμο, μπροστά στα χάσματα και τις αντιφάσεις του παραδομένου θεωρητικού σχήματος. Διαρκώς διαφεύγει η συνειδητοποίηση του πρωταρχικού ρόλου της συλλογικής εμπειρίας στη συγκρότηση του κοινωνικού υποκειμένου. Είναι όμως ακριβώς η σάρωση του χώρου και η συρρίκνωση του χρόνου της αποκρυστάλλωσης της συλλογικής εμπειρίας που κάνουν την έννοια της εργατικής τάξης, ως υποκειμένου του κοινωνικού μετασχηματισμού, να ξεθωριάζει και ανοίγουν το δρόμο στη γενικευμένη χειραγώγηση και εργαλειοποίηση, σε μια κοινωνία ρευστών ταυτοτήτων.

Προφανώς η απόσταση ανάμεσα στη θεωρητική κατασκευή και την πολιτική πρακτική είναι ιλιγγιώδης. Θα ήταν κραυγαλέα άδικο να καταδικάζουμε το ΝΑΡ γιατί δεν μπόρεσε να βαδίσει, μόνο αυτό, σε καινούριους δρόμους, για την αδυναμία να μεταπλάσει την πρακτική και τη φυσιογνωμία του με οδηγό τα κοινωνικά και ανθρωπολογικά δεδομένα του σύγχρονου καπιταλισμού. Δεν υπάρχει το παράδειγμα κάποιας πολιτικής οργάνωσης με κομμουνιστική αναφορά που να κατάφερε κάτι τέτοιο. Η κριτική λοιπόν δε στοχεύει στην αδυναμία να κάνουμε πράγματα αλλά στην απροθυμία να αντικρύσουμε τα πραγματικά δύσκολα προβλήματα. Σε αυτό τον τόνο θα προσπαθήσουμε να «γειωθούμε» στη συνέχεια.

 

III

 

Η κριτική αναστοχαστική διάθεση δε συμπεριλαμβανόταν ποτέ, νομίζω, στα χαρακτηριστικό του ΝΑΡ. Οι ακραίες συνθήκες της Απόσχισης του '89 αναδείκνυαν την ανάγκη επιβεβαίωσης του μαχητικού κομμουνιστικού χαρακτήρα της οργάνωσης. Να βαδίσουμε κόντρα στο ρεύμα, να μην πετάξουμε το παιδί μαζί με τα απόνερα, να κρατήσουμε τη φλόγα πετώντας τις στάχτες, αυτή ήταν η βούληση όλων μας εκείνη την εποχή. Η Κατάρρευση αφορούσε τους άλλους, καθόλου εμάς. Ο φακός εστίασε  στο χαρακτήρα των καθεστώτων του «υπαρκτού», ενώ διέφευγαν τα ερωτήματα τα σχετικά με τις αιτίες της δικής μας πλάνης. Χωρίς αμφιβολία, αυτό το πνεύμα συνεισέφερε απαραίτητα καύσιμα για τη δύσκολη πορεία που θα ακολουθούσε, πορεία που διέσωσε την αγωνιστική υπόσταση πολλών ανθρώπων, τη δέσμευσή τους στη συνέχιση του απελευθερωτικού εγχειρήματος. Όμως... όταν κάπου κερδίζεις κάπου αλλού χάνεις.

Στη διαδρομή, εκείνα που χάνονταν βάραιναν  όλο και περισσότερο. Οι πραγματικά σημαντικές και ελπιδοφόρες επεξεργασίες που ωρίμασαν εντός της οργάνωσης, αυτές για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και τη μετωπική κοινωνικοπολιτική συσπείρωση, δεν ολοκληρώθηκαν και -το σημαντικότερο- δε βρήκαν τη θέση τους στην πολιτική πρακτική. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε αναλυτικότερα στο ζήτημα αυτό, για την ώρα όμως -δεκαετίες του 1990 και του 2000- η πορεία του ΝΑΡ, όπως και συνολικά της ριζοσπαστικής Αριστεράς, κυλά αργόσυρτη ακολουθώντας σε γενικές γραμμές την πεπατημένη της αριστερής κομμουνιστικής διαφωνίας, όπως αυτή είχε διανυθεί σε μια πληθώρα περιπτώσεων, στην Ελλάδα και αλλού. Δε θα πρέπει βέβαια να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην πιο σκοτεινή περίοδο της Μεταπολίτευσης, στην εποχή της «ισχυρής Ελλάδας» με τον διαλυόμενο παραγωγικό ιστό, της επίπλαστης και πλαστικής «ευημερίας», της κοινωνικής αφασίας και της υπόγειας(;) ακροδεξιάς - φασιστικής προέλασης.

Τα δραματικά, ιστορικής σημασίας, γεγονότα που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν -και ξεπέρασαν- πολλές από τις πρώιμες, ακόμη της δεκαετίας του '80, αναλύσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς για τη «συντηρητική αναδιάρθρωση», την επιθετική στρατηγική του κεφαλαίου στις συνθήκες της κρίσης, τη φύση και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειλικρινά, δεν έχω άποψη σχετικά με τις ευκαιρίες που χάθηκαν, με τις πραγματικές δυνατότητες μιας αριστερής παρέμβασης που θα οδηγούσε σε άλλη τροχιά τις εξελίξεις, είναι σκληρό να αντιλαμβάνεσαι πόσο μικρό είναι το μπόι σου τη στιγμή που η Ιστορία περνά από μπροστά σου. Με βεβαιότητα όμως θα υποστηρίξω ότι ο τρόπος με τον οποίο κατανοήθηκε η κάμψη της λαϊκής κινητοποίησης, η ανάλυση για τις αιτίες της αναδίπλωσης στάθηκε σημείο καμπής, μια αρνητική εξέλιξη μεγάλης σημασίας, ομότροπη με την παταγώδη αποτυχία της ΛΑΕ για να μην αναφερθούμε στις ανάλογες εξελίξεις στο ΚΚΕ ούτε φυσικά στον ΣΥΡΙΖΑ.

Με λίγα λόγια, όπως όλοι ξέρουμε, η καθοδική πλευρά της καμπύλης ήταν το αποτέλεσμα των δόλιων σχεδιασμών του ΣΥΡΙΖΑ, κλασική περίπτωση σοσιαλδημοκρατικής προδοσίας και ενσωμάτωσης. Το δίδαγμα είναι η ανάγκη θωράκισης απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες. Εμπρός τάχιστα για ένα (ακόμη) κομμουνιστικό κόμμα!

Είναι βολικό, πολλές φορές, να κρύβεις την αλήθεια από τον εαυτό σου. Πόσο ανησυχητική θα ήταν η συνειδητοποίηση, σε όλο της το βάθος, της αντιφατικότητας της κοινωνικής διαμαρτυρίας απέναντι σε όσα βάρβαρα και πρωτοφανή συνέβαιναν στη χώρα! Πόσο ανησυχητική θα ήταν η συνειδητοποίηση, σε όλο της το μέγεθος, της απόστασης ανάμεσα στην καταδίκη της αρπαγής του μισθού και της ικανότητας υπεράσπισής του! Πόσο ανησυχητική θα ήταν η συνειδητοποίηση, σε όλο της το μέγεθος, της δυσκολίας να βρεθεί κοινή γλώσσα με τόσους αλαφιασμένους ανθρώπους που ξύπναγαν μέσα στον εφιάλτη! Πόσο ευκολότερη είναι η καταγγελία του  ΣΥΡΙΖΑ που, εκτός των άλλων, είναι απόλυτα δίκαιη! Η συνειδητή επιλογή της καθεστωτικής ενσωμάτωσης σίγουρα βάρυνε στις εξελίξεις. Άρα… Όμως αυτή δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Ο  ΣΥΡΙΖΑ  δεν οδηγούσε τις εξελίξεις, δεν τις διαμόρφωνε κατά το δοκούν. Καθένας μπορούσε εύκολα να δει ότι ήταν πάρα πολλοί εκείνοι –και στο στρατόπεδο του ΟΧΙ- που έλπιζαν σε μια «λογική» συμφωνία με τους δανειστές, για να περιοριστούμε στο προφανές. Σε κάθε περίπτωση, ένας ισχυρός προβολέας φώτισε ξαφνικά αθεατές όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας. Όμως εμείς αρνηθήκαμε να δούμε.

Ο ιδεολογικός ορίζοντας, όποιος και είναι αυτός, ποτέ δεν καθορίζει με απόλυτο τρόπο τις πολιτικές επιλογές στη λεπτομέρεια τους. Ασφαλώς, η ανάγνωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς για τις εξελίξεις θα μπορούσε να είναι ουσιωδώς διαφορετική. Ο Λένιν ακόμη, απέναντι στην απροσδόκητη προθυμία των εργατικών τάξεων της Ευρώπης να στηρίξουν τις κυβερνήσεις «τους» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δεν αρκέστηκε στη δριμύτατη καταδίκη της σοσιαλδημοκρατίας. Προσπάθησε να ερμηνεύσει την προδοσία, όσο περιορισμένη κι αν ήταν η ερμηνεία του (εργατική αριστοκρατία κ.λπ.). Στην περίπτωσή μας αυτό δεν έγινε, πέρα από κάποιες γενικόλογες αναφορές. Περισσότερο λοιπόν από την προσκόλληση σε ιδεολογικά σχήματα βάρυνε, νομίζω, η κινητοποίηση των αυτοαναφορικών συντηρητικών αντανακλαστικών που εμφιλοχωρούν σε κάθε οργανωμένη συλλογικότητα, πολύ περισσότερο όταν αυτή στηρίζεται σε τόσο ισχυρή νοηματοδότηση. Υποστηρίζω σταθερά την άποψη αυτή, έχοντας επίγνωση της σημασίας της.

Ποιες είναι όμως οι συνέπειες των επιλογών της στρουθοκαμήλου;

 

IV

 

Συντηρητική αναδίπλωση.

Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο χαρακτηρισμός που ταιριάζει στην εξέλιξη της πολιτικής και της φυσιογνωμίας του ΝΑΡ, όπως βέβαια και του συνόλου της εγχώριας ριζοσπαστικής Αριστεράς, τα τελευταία χρόνια.

Ο εγκλωβισμός στα όρια «της» εργατικής πολιτικής είναι η έκφραση και η ουσία της συντηρητικής αναδίπλωσης. Τούτη η  «εργατική πολιτική» δε νοείται ως το αποκρυστάλλωμα των αγώνων και της σκέψης των συγκεκριμένων, σημερινών ανθρώπων. Είναι μια αυθύπαρκτη «οντότητα», με apriori δεδομένο περιεχόμενο, του οποίου  η πρωτοπορία μας είναι ο αυστηρός θεματοφύλακας

Ένα «αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο», για παράδειγμα, σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσε να συναντάται με την «εργατική πολιτική», θα την καθήλωνε και θα την παραμόρφωνε. Ακούγονται βέβαια παράξενα αυτά, τη στιγμή που εργαζόμενοι και νεολαία αντιμετώπισαν και θα αντιμετωπίσουν τη νεοφιλελεύθερη πλημμυρίδα, όμως η πρωτοπορία θα απαντήσει ότι δε διαχωριζόμαστε από αγώνες αλλά από συμπράξεις ηγεσιών. Παρακάμπτουμε, για την ώρα,  την έωλη αυτή αντιδιαστολή για να υποστηρίξουμε ότι έτσι απονευρώνεται ο πυρήνας της σημαντικότερης θεωρητικής συνεισφοράς του ίδιου του ΝΑΡ, της ανάλυσής για τον καπιταλισμό της εποχής μας, τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Γιατί βέβαια το σημαντικό στην ανάλυση αυτή δεν είναι η συζήτηση για «φάσεις» και «στάδια» αλλά η κατάδειξη της καθολικής εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων αναγκών και της άμεσης πολιτικοποίησης των, φαινομενικά ουδέτερων, κρατικών λειτουργιών, επομένως η ανάδειξη της δυναμικής που μπορεί να αποκτά ένα κίνημα που με συνέπεια αντιτάσσει τις ανάγκες της ανθρώπινης συμβίωσης στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής κερδοφορίας, έστω και σ' ένα αρχικά περιορισμένο πεδίο.

Όμως η τρέχουσα -και «βολική»- ανάγνωση της ανάλυσης για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό σταματά στην αναγκαιότητα της «ολοκληρωτικής» απάντησης, της προβολής του συνολικού «Κομμουνιστικού Σχεδίου». Άριστο θα ήταν το πρόταγμα αυτό, αν πράγματι η «συνολική απάντηση» υπήρχε, όχι σαν ιδέα στα δικά μας κεφάλια αλλά ως κοινωνικά επιδραστικό Παράδειγμα. Όμως το πρόβλημα είναι ότι τέτοιο «Σχέδιο» δεν υπάρχει, όχι ότι δεν προβάλλεται. Ο Λένιν, το 1917, μπορούσε να δείχνει την Παρισινή Κομμούνα λέγοντας «να τι θέλουμε», εμείς σήμερα δεν έχουμε καμιά τέτοια δυνατότητα. Το Σχέδιο δεν θα προκύψει βέβαια από ένα Μανιφέστο -όσο αναγκαίο κι αν είναι αυτό- αλλά θα κατασκευασθεί, θα αναδυθεί μέσα από την κοινωνική πρακτική των αντικαπιταλιστικών κινημάτων, των πραγματικών κινημάτων που πάντα ξεπηδούν από τα συγκεκριμένα «επιμέρους» και προβάλλουν «μίνιμουμ προγράμματα». Όσο μακρύς και αβέβαιος κι αν φαίνεται ο δρόμος, είναι σίγουρα ο μοναδικός και καθόλου δεν τον διασφαλίζουμε ούτε τον συντομεύουμε βάζοντας το κάρο μπροστά από το άλογο.

Πώς λοιπόν αντιλαμβανόμαστε το «μέτωπο», μια έννοια που καταντά αγνώριστη μέσα στην κατάχρησή της;  Η τρέχουσα χρήση παραπέμπει στα σχήματα της δεκαετίας του 1920, όταν το νεαρό τότε  κομμουνιστικό κίνημα μιλώντας για «μέτωπο» δεν αντιλαμβάνονταν κάτι περισσότερο από το στήριγμα της μετωπικής επίθεσης που σάλπιζε. Ήταν ο μοναδικός τρόπος να κατανοήσουν και να αποδεχθούν εκείνα τα «παιδιά της θύελλας» την προοπτική ενός απροσδιόριστα μακρού «πολέμου θέσεων», σε αντιδιαστολή με την «αστραπιαία» νίκη του Οκτώβρη. Βέβαια την επόμενη δεκαετία, αυτήν του ’30, τα κρατικά συμφέροντα της ΕΣΣΔ επέβαλαν την πλήρη αντιστροφή ως προς το περιεχόμενο της μετωπικής πολιτικής. Αυτή τώρα νοείται ως ο στεγανός διαχωρισμός του «σήμερα» από το «αύριο» του αγώνα, ουσιαστικά η υποταγή σε αστικές δυνάμεις. Τούτη η εκδοχή της μετωπικής πολιτικής χαρακτήρισε το κομμουνιστικό κίνημα της Δύσης στην κατοπινή του διαδρομή, αυτήν γνώρισε η αριστερή διαφωνία στο ΚΚΕ και με αυτήν συγκρούστηκε. Αλλά κοιτούσε προς τα πίσω...

Στο σκοτεινό σημερινό τοπίο αυτή η δύσκολη -ούτως ή άλλως- περιοχή έγινε ένα θέατρο όπου οι πρωταγωνιστές κρύβονται από τον ίδιο τον εαυτό τους. Χωρίς αμφιβολία, ανάμεσα στις επιδιώξεις για συνεκτικό αντικαπιταλιστικό πόλο και για γνήσια μετωπική πολιτική υπάρχει μια μονίμως σοβούσα ένταση και ζητούμενο είναι η διαλεκτική της υπέρβαση στο πλαίσιο  μιας διαρκώς ανανεούμενης πολιτικής σύνθεσης. Στην περίπτωσή μας όμως όλα καλύπτονται κάτω από το χαλί μιας φρασεολογίας στην οποία μια λέξη μπορεί να σημαίνει «Α» αλλά και «όχι Α». Χρειάζεται μήπως να επιχειρηματολογήσουμε για το ότι «μέτωπο» σημαίνει συμπόρευση με άλλους, διαφορετικούς από εμάς αλλά και αλληλεπίδραση, αλληλοδιδαχή και όσμωση μαζί τους; Ανταποκρίνεται σε κάποια από αυτές τις ανάγκες η σημερινή ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μια εκλογική ομπρέλα ξένων μεταξύ τους οργανώσεων; Ας σκεφτεί καθένας...

Αφήσαμε για το τέλος το περισσότερο οδυνηρό από τα αποτελέσματα της συντηρητικής αναδίπλωσης. «Κακό χωριό τα λίγα σπίτια» λέει η παροιμία. Εκείνοι που δικαίως διαμαρτύρονται για τους άγονους φατριασμούς, τις προσωπικές επιθέσεις, τις «αφισομαχίες», τις ακατανόητες για όλους τους «εκτός» διασπάσεις, εκείνοι δεν υπολογίζουν την καίρια λειτουργία της εικόνας του εχθρού σε οποιαδήποτε απόφαση για πολιτική ένταξη και στράτευση. Όσο στενεύει το πεδίο της πολιτικής δράσης -εξ αιτίας της αντικειμενικής αδυναμίας αλλά και των υποκειμενικών επιλογών μας- ο τόσο αναγκαίος εχθρός θα αναζητείται σε εγγύτερα και περισσότερο προσιτά πεδία. Η ΛΑΕ, με τις ολέθριες και ανόητες ερωτοτροπίες προς το εθνικιστικό ρεύμα και τις υπόλοιπες κραυγαλέες ανεπάρκειες της ήταν ένας ιδανικός «εχθρός». Όμως, ως φαίνεται, δεν αρκούσε...

Απέναντι σ' ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται σταθερά και πανομοιότυπα σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, συμπαρασύροντας πολλούς από τους καλύτερους αγωνιστές, καθόλου δεν αρκεί η προσωποποίηση της ευθύνης. Η «κομμουνιστική ηθική» ποτέ δεν πέτυχε σταθερή νίκη απέναντι στις σταθερές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στα αντανακλαστικά που κινητοποιεί η ανάγκη της αναγνώρισης και της αυτοαναγνώρισης, μέσα στις κλειστές οργανωμένες συλλογικότητες.

 

V

 

Και τώρα;

Το νήμα της συνέχειας φαίνεται να τραβά σε διαδρομές διαφορετικές απ’ αυτήν που είχαμε σχεδιάσει όμως εμείς πρέπει να το κρατήσουμε και να μην αφήσουμε να κοπεί. Η υπόθεση της κριτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν αφορά μόνο τα μέλη των οργανώσεών της αλλά και τον καθένα που αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα του απελευθερωτικού αντικαπιταλιστικού αγώνα και επιθυμεί να συμμετέχει σε αυτόν, με όποιον τρόπο μπορεί. Με το δικαίωμα λοιπόν που μου δίνει μια γνήσια αγωνία θα απευθυνθώ, με λίγα λόγια, σε παλιούς συντρόφους σχετικά με το «δέον γενέσθαι».

Απέναντι σε οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση υπάρχει πάντα μια κατεπείγουσα ανάγκη. Εδώ, νομίζω,  αυτή δεν είναι άλλη από το άνοιγμα της πολιτικής δράσης σε πεδία όπου διαμορφώνεται η καθημερινή κοινή συνείδηση, όσο βέβαια αυτό είναι δυνατό  –σε πολλές περιπτώσεις είναι. Ο περιορισμός του πεδίου της παρέμβασης ήταν η περισσότερο επιζήμια εκδήλωση της συντηρητικής αναδίπλωσης. Η εγκατάλειψη του θέματος της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι το πλέον χαρακτηριστικό  –και οδυνηρό για εμένα-  παράδειγμα. Εκεί βέβαια υπήρχαν και υπάρχουν αξιόλογες δυνάμεις, όμως η υπόθεση δε χωρούσε στην οικεία συνθηματολογία περί «ρήξης και ανατροπής».

Η μετωπική κοινωνικοπολιτική συσπείρωση είναι βέβαια ο φορέας της ζητούμενης διεύρυνσης της πολιτικής παρέμβασης. Στο επίπεδο της θεωρίας οι προϋποθέσεις ενός κρίσιμου εγχειρήματος υπάρχουν, μάλιστα διαμορφώθηκαν μέσα στις γραμμές  του ίδιου το ΝΑΡ και βέβαια περιμένουν. Ο χαρακτήρας της αναγκαίας εργατικής οργάνωσης, ένα υβρίδιο πολιτικού σχήματος, μαχητικού συνδικάτου και μορφωτικού – πολιτιστικού συλλόγου, μια εστία ετεροτοπικής κοινωνικότητας απέναντι στα κυρίαρχα πρότυπα, πρέπει να διασαφηνιστεί στη θεωρία και να δοκιμαστεί στην πράξη.

Η ριζοσπαστική Αριστερά έχει –και σήμερα- τις δυνατότητες να ανταποκριθεί σε μια μεγάλη πρόκληση. Πρόσφατα ακόμη, στις αυτοδιοικητικές εκλογές, χαιρέτησε τη συμμετοχή πολλών εκατοντάδων αγωνιστών στα ψηφοδέλτιά της. Αν τούτο σημαίνει κάτι περισσότερο από μια ένεση αισιοδοξίας σε μια δύσκολη στιγμή, τότε πρέπει να σκεφτούμε τι μπορούν να κάνουν όλοι αυτοί μέσα σε μετωπικές κοινωνικοπολιτικές συσπειρώσεις. Για παράδειγμα, ίσως δεν είναι στο χέρι μας το να υπάρχουν δύο ή τρεις ακόμη ΒΙΟΜΕ, μπορούμε όμως να έχουμε αρκετά σχήματα στα πρότυπα της Εργατικής Λέσχης Νέας Σμύρνης. Είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς.

Αφήσαμε για το τέλος την αναφορά στο καλύτερο χαρτί που κρατά σήμερα το ΝΑΡ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και συνολικά η ριζοσπαστική Αριστερά, ένα χαρτί που μπορεί να αποκτήσει καθοριστική σημασία στο κοντινό μέλλον. Αναφερόμαστε στις σχετικές με την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση θέσεις. Δεν έχει καμιά σημασία το πώς προέκυψαν αυτές, αν δηλαδή πρυτάνευσε η ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης του συνεπούς κομμουνιστή. Αυτές οι θέσεις μπορούν να γίνουν ανάχωμα στο εθνικιστικό κύμα που θα φουσκώνει στην ελληνική κοινωνία, δηλητηριάζοντας την. Μπορούν να είναι οι γέφυρες που θα συνδέουν τον παραδοσιακό αντιιμπεριαλισμό – φιλειρηνισμό με τις οικολογικές και αντιρατσιστικές - φιλοπροσφυγικές ευαισθησίες, αναδεικνύοντας νέα αντικαπιταλιστικά περιεχόμενα. Θα γίνει έτσι ή απλά θα έχουμε μια διαχωριστική γραμμή κι ένα τοίχο; Θα δείξει…

 

------------

 

Σύντροφοι, είναι αλήθεια ότι στον αγώνα μεταξύ Σοσιαλισμού και Βαρβαρότητας, η δεύτερη έχει αποκτήσει μεγάλο προβάδισμα και τούτο δεν αφήνει κανέναν ανέγγιχτο. Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι ο αγώνας δεν έχει κριθεί και συνεχίζεται αφού ο Καπιταλισμός δεν κατάφερε την άρση του διλήμματος με την παρουσίαση μιας τρίτης εναλλακτικής. Το ταξίδι συνεχίζεται. Όμως σε αχαρτογράφητα νερά. Θα έχουμε την τόλμη;

 

 

 

 

Προμηθέας δεσμώτης του Αισχύλο, από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, σε Σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ - 16/9/2019

 

Το αδιέξοδο οδηγεί για μια ακόμη φορά στη Φυλή

 

 

Πυρήνας του σχεδίου πρέπει να είναι η προγραμματική αντιπαράθεση με την ουσία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας και του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, που είναι οι βασικοί νόμοι του κεφαλαίου και του καπιταλισμού, από τη σκοπιά του μαρξισμού και μιας σύγχρονης Κομμουνιστικής Εναλλακτικής

 1.Νέος μνημονιακός γύρος χωρίς μνημόνια

 

 

Οι πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης απαντούν με πειστικότητα στο ερώτημα «ποια τακτική» θα ακολουθήσει το κεφάλαιο και η αστική τάξη της χώρας μας, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου: νέα σαρωτική επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη, στο σύνολο της εκμεταλλευόμενης και διευθυνόμενης μισθωτής εργασίας, στα συνδικάτα, στα λαϊκά στρώματα, στη δημοκρατία, στο περιβάλλον, στις γυναίκες, στους μετανάστες και με κινδύνους για την ειρήνη, ειδικά με τον τουρκικό λαό. Με αυξομειούμενη, βεβαίως, ταχύτητα, ανάλογα με το «πόσο την παίρνει», αλλά και με μέτρα ενάντια στην ακρότατη φτώχεια, ώστε να αποφευχθούν κίνδυνοι κοινωνικών εκρήξεων και με κάποιες συμμαχίες κατώτερης βάσης, ιδιαίτερα με τα στρώματα της μικρής ιδιοκτησίας, στη βάση της ελάφρυνσης της φορολογίας, μαζί με τη μεγάλη ιδιοκτησία.

Πρόκειται για ένα νέο μνημονιακό γύρο χωρίς μνημόνια «απ’ έξω», αλλά με ελληνική, νεοδημοκρατική «ιδιοκτησία του προγράμματος». «Θα παίρνουμε μέτρα εμείς για μας», όπως είπε ο «καλός ο μαθητής» Μητσοτάκης προς την Μέρκελ.

Η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ προετοίμασε το έδαφος. Η ευρωκομμουνιστική εναλλακτική της «αριστερής κυβέρνησης» πάση θυσία και με τον ελληνικό «κινηματισμό» ως υποστηρικτή, οδήγησε το κίνημα σε οριακή αφασία και ευρύτερα στρώματα, στον εγκλωβισμό μέσα στο «Δεν Υπάρχει Εναλλακτική» πέρα από το κεφάλαιο και έξω από τον ευρωνατοϊκό ιμπεριαλισμό. Τη θέση του παίρνει, όμως, μια νέα ποιότητα: το «Υπάρχει Επιθετική Εναλλακτική» του Μητσοτάκη, της Κεραμέως και του Βρούτση.

Το «αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο», αντί να επιβάλει φιλολαϊκά μέτρα, οδήγησε στη διαχείριση του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» με «ανθρώπινο πρόσωπο», με «δημοκρατική ευαισθησία» και με «καλύτερο» μοίρασμα της φτώχειας και της ανεργίας. Για να ανοίξει το δρόμο στο αντεργατικό, αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό μέτωπο του αστικού συνασπισμού εξουσίας και των ξένων δανειστών με ένα νεοφιλελευθερισμό χωρίς αναισθητικό, βαθιά βουτηγμένο στον εθνικισμό και τον κοινωνικό εκφασισμό του τραμπισμού. Η πολιτική αυτή αναπόφευκτα θα ξαναγεννήσει κοινωνικές αντιδράσεις, αχνό προανάκρουσμα των οποίων ήταν οι διαδηλώσεις υπέρ του ασύλου και της δημόσιας παιδείας, στη ΔΕΘ κ.α.

 

 

2. Σήμερα με ορμή, αύριο σε αδιέξοδα

 

Άμεσα, το  επιθετικό «εναλλακτικό σχέδιο» δίνει ορμή στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Σε μια πορεία, όμως, θα εμφανιστούν τα αδιέξοδά του. Γιατί, το κύριο σύνθημά του, οι «επενδύσεις χωρίς εμπόδια», ακόμη και με ποινικές ευθύνες, όπως είπε ο Άδωνις στο όνομα του θεού - ανταγωνισμού, με υποκατώτατους μισθούς, με χτύπημα των συμβάσεων προστασίας των εργαζομένων, με αποδυνάμωση των  όρων προστασίας του περιβάλλοντος, δεν απαντά στα ερωτήματα: Γιατί όλα τα αντίστοιχα μέτρα, σχεδόν σε κάθε χώρα του πλανήτη, αντί να λύσουν το πρόβλημα, οδήγησαν στο καινούριο φαινόμενο του «στασιμοεπενδυτισμού»; Γιατί, αντί να οδηγήσουν σε ένα «μπουμ» ανάπτυξης, στη δεκαετία που πέρασε από την κρίση, οδήγησαν σε μια σαθρή, αδύναμη και κυρίως, αντιδραστική ανάπτυξη, κάτω από τους ρυθμούς των δυο δεκαετιών πριν από την κρίση, η οποία προετοιμάζει ήδη την επόμενη, όπως δείχνει η γερμανική οικονομία;

Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν ανατάχθηκε σταθερά το μέσο ποσοστό κέρδους, διότι δεν καταστράφηκαν επαρκώς τα αδύναμα κεφάλαια, οι χρεοκοπημένες μέγα – επιχειρήσεις, γεννώντας το άλλο καινούριο φαινόμενο του καπιταλισμού: των υπερεθνικών «εταιρειών ζόμπι», που στην Ελλάδα –και όχι μόνο- εμφανίζεται με τα ακαθάριστα τοξικά δάνεια των μεγάλων επιχειρήσεων.

Ωστόσο, με το να καταδεικνύεις το αδιέξοδο της πολιτικής οικονομίας του Σταϊκούρα, δεν αποφεύγεις τα καταστροφικά αποτελέσματά της πάνω στην εργατική τάξη και τα άλλα εργαζόμενα στρώματα. Απαιτείται η θεωρητική και η έμπρακτη, πολιτική και μαζική πάλη για την αναχαίτισή της, για το σπάσιμο και την ανατροπή της.

3. Ζητείται αντιπολίτευση

 

Το να περιμένει κανείς από έναν σεσημασμένο των συμβιβασμών, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που στρέφεται όλο και πιο δεξιά από τον «μεσσία» και επηρμένο αρχηγό του, να κάνει ασυμβίβαστη αριστερή αντιπολίτευση απέναντι σε αυτή την καταιγιστική επίθεση, είναι σα να περιμένει να πάρει η «Διεθνής» το πρώτο βραβείο στην επόμενη Γιουροβίζιον.

Αλλά και το κόμμα του «μικρομεσσία» Βαρουφάκη, παρά ορισμένες θετικές θέσεις, δεν μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο, διότι είναι εγκλωβισμένο στο «Δωμάτιο με Ενήλικες» της πιο αντιδραστικής και περιχαρακωμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έφτασε να δημιουργεί Επίτροπο «προστασίας» του νεορατσιστικού «ευρωπαϊκού πολιτισμού» της.

Μπροστά στη μαχόμενη Αριστερά, ιδιαίτερα μπροστά στα επαναστατικά κομμουνιστικά ρεύματα, τίθεται το καθήκον μιας ενωτικής, μαχητικής, εργατολαϊκής και νεολαιίστικης αντιπολίτευσης, με την έμπρακτη οργάνωση της κοινής δράσης, στην προοπτική μιας ανατρεπτικής αριστερής συμμαχίας. Όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε, ότι αυτό το καθήκον, για να επιτευχθεί αυτή τη φορά, απαιτείται να συνδυαστεί με μια προγραμματική - στρατηγική επαναθεμελίωση της άμεσης τακτικής μας. Διαφορετικά,  θα επαναληφθεί το ίδιο έργο των προηγούμενων χρόνων, όπου η κοινή δράση χιλιοτραγουδήθηκε, αλλά έμεινε στα χαρτιά, αδυνατώντας να κατακτήσει ακόμη και κοινή ημέρα απεργιακής δράσης.

 

 4.«Πάμε γερά» μεbusiness us usual

 

 

Σε αυτές τις συνθήκες, είναι πρωτοφανές και τουλάχιστον απογοητευτικό, για τους εργαζόμενους,  το θέαμα ρευμάτων και ηγεσιών της μαχόμενης, αντικαπιταλιστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς, να σιωπούν για τα οδυνηρά αποτελέσματα στις βουλευτικές εκλογές, τα οποία ξεπετάχτηκαν με μια Απόφαση της Κεντρικής ή της Πολιτικής ή της Συντονιστικής Επιτροπής και με δυο τρία άρθρα στο …πόδι. Για να αποφύγουμε, έτσι, ή να μειώσουμε τις ιδιαίτερες και μεγάλες, δικές μας ευθύνες, στην καλύτερη περίπτωση, για να καλύψουμε την αμηχανία μας. Με λίγες εξαιρέσεις, όπως, μεταξύ άλλων, η ανακοίνωση του Συντονισμού Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων που θέτει βαθύτερα το πρόβλημα, όχι βεβαίως με πλήρη επάρκεια.

Κι εδώ, πρόκειται για μια σοβαρή ήττα, για εκλογικά αποτελέσματα – δείκτη μιας κατάστασης του εργατικού και λαϊκού κινήματος, όχι φυσικά σε εξαφάνιση, αλλά οπωσδήποτε σε μια ιδιαίτερα ανησυχητική υποχώρηση. Για μια υποχώρηση πίσω από την κατάσταση πριν την κρίση και την εξέγερση του ελληνικού λαού, πίσω ακόμη και από τις αρχές του 1990, μετά τις καταρρεύσεις του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπως δείχνουν οι αριθμοί και τα ποσοστά.

Έτσι, βοηθούντος του καλοκαιριού, γυρίζουμε στη ΔΕΘ και στα αμφιθέατρα, με τη γνωστή τακτική των προπονητών, «πάμε γερά», «να κοιτάξουμε τον αντίπαλο στα μάτια» κ.λπ. Οπωσδήποτε, η αντίσταση στην επίθεση της κυβέρνησης δεν χωρά καμιά αναβολή. Η προγραμματική κομμουνιστική επανίδρυση και η πανθομολογούμενη ανάγκη για  μια ταξική ανασυγκρότηση του κινήματος δεν θα γίνουν με θεωρητική αγρανάπαυση. Αλλά δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν ούτε με την τακτική business us usual. Με μια τακτική αντιμετώπισης των δραματικών γεγονότων όπως στα δελτία ειδήσεων, όπου η μια φυσική καταστροφή προσπερνιέται από την επόμενη.

 

5. Η αναγκαία υπέρβαση, ο χαρακτήρας και η κατεύθυνσή της

 

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για να αντιμετωπίσουμε την επίθεση της Νέας Δημοκρατίας και την επανενσωμάτωση στο «νέο» ΣΥΡΙΖΑ της «δημοκρατικής και προοδευτικής συμπαράταξης», για την αναγκαία ανατρεπτική αριστερή συμμαχία, δεν αρκεί μια «αναδιάταξη» και «επανασυγκόλληση» δυνάμεων, με μαρκαρίσματα και αντιμαρκαρίσματα ανάμεσα στη σημερινή ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΚΚΕ, τη ΛΑΕ, τη Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική και Διεθνιστική Αριστερά, το ΚΚΕ (μ-λ) και άλλους, με τα ίδια θεωρητικά, πολιτικά και οργανωτικά εργαλεία που οδήγησαν καθέναν μας χωριστά και όλους μαζί στην αποτυχία.

Δεν ωφελεί σε τίποτε η προσμονή να αλλάξει ριζικά κι επαναστατικά το ΚΚΕ μέσα από την πάλη του «πιο ενωτικού» ρεύματος απέναντι στο «πιο στενό», πάνω στην ίδια ηττηθείσα στρατηγική, πολιτική τακτική και οργανωτική δομή, που την σώζει πρόσκαιρα, το γεγονός ότι «έχασε λιγότερο» από τους άλλους. Δεν θα βοηθήσει, αντίθετα, θα χειροτερέψει την κατάσταση ένας οργανωτικός «πόλεμος για την πλειοψηφία» ή «για το όνομα» και την ιδιοκτησία, π.χ. στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή τη ΛΑΕ.

Οπωσδήποτε υπάρχει ανάγκη πρωτοβουλιών, αλλά δεν βοηθούν οι μικροκινήσεις και οι βιασύνες. Όλα αυτά θα αποτύχουν γρήγορα, ενισχύοντας την περιρρέουσα ηττοπάθεια, την κατάπτωση του ηθικού, την παράλυση.

Αντίθετα, οφείλουμε να αντιστρέψουμε δημιουργικά, μαχόμενα, αισιόδοξα αυτή την κατάσταση. Κι αυτό απαιτεί μια μεγάλη προσπάθεια διαλεκτικής υπέρβασης στο θεωρητικό – στρατηγικό, στο πολιτικό και στο κινηματικό επίπεδο. Διαλεκτική υπέρβαση σημαίνει κατανόηση ότι και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ «έκλεισε τον κύκλο» της, ότι η μακρόχρονη ανταγωνιστική συμμαχία του ΝΑΡ με το ΣΕΚ και με τα άλλα ρεύματα σε ρόλο τροχονόμου πλειοψηφιών, πάνω σε μια καθηλωτική και πλέον, δομικά κρισιακή, προγραμματική βάση, δεν μπορεί να αποδώσει.  Αντίθετα, οδηγεί ακόμη και σε θλιβερά φαινόμενα, όπως αυτά των διασπάσεων και εκατέρωθεν επιθέσεων του τελευταίου διαστήματος, που διαλύουν τη συνοχή της σκέψης και του ηθικού των αγωνιστών της.

Διαλεκτική υπέρβαση δεν σημαίνει, βεβαίως, μηδενιστική απόρριψη – κατάργηση των συνεισφορών π.χ. του ΚΚΕ, του ΝΑΡ, του ΣΕΚ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και των προσπαθειών όλων των σχηματισμών της Αριστεράς που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται ενάντια στον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, το φασισμό, για την ανατροπή της επίθεσής τους και για μια εργατική έξοδο από την κρίση και τα μνημόνια.

Διαλεκτική υπέρβαση σημαίνει αξιοποίηση του δευτερεύοντος επαναστατικού πυρήνα που οδήγησε σε κατακτήσεις αλλά και αυτοκριτική για τον εντοπισμό του κύριου, στρατηγικού και πολιτικού πυρήνα των ανεπαρκειών και των λαθών μας. Σημαίνει έμπρακτη, νέα θεωρητική και πολιτική προσπάθεια, αυστηρή αλλά συντροφική αντιπαράθεση και νέα σύνθεση. Σημαίνει –πάνω από όλα- νέο περιεχόμενο, αλλά και νέους φορείς της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής και της σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής. Οι δυσκολίες είναι προφανείς, δεν υπάρχει φυσιολογικός τοκετός χωρίς τις ωδίνες του.

 

6. Για μια νέα Κομμουνιστική Εναλλακτική

 

Για να αντιμετωπιστεί η καταιγιστική επίθεση της κυβέρνησης και του μεγάλου κεφαλαίου, για να αποφύγουμε τόσο την παράλυση της σκέψης όσο και την παραλυτική υπερκινητικότητα, απαιτείται ένα συγκεκριμένο, ρεαλιστικό σχέδιο για τα βασικά προβλήματα της ιστορικής συγκυρίας και περιόδου.

Πυρήνας αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι η προγραμματική αντιπαράθεση με την ουσία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας και του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, που είναι οι βασικοί νόμοι του κεφαλαίου και του καπιταλισμού, από τη σκοπιά του μαρξισμού και μιας σύγχρονης Κομμουνιστικής Εναλλακτικής.

Για παράδειγμα, απέναντι στην ιδεολογική και υλική μονοκρατορία της ελεύθερης αγοράς και του ανταγωνισμού δεν αρκεί η κριτική και η υπεράσπιση του παλιού  καπιταλιστικού δημόσιου και των κοινωνικών αγαθών, ακόμη και η (αναγκαία από ορισμένες πλευρές) υπεράσπιση της κρατικής ιδιοκτησίας των μετεπαναστατικών, μεταβατικών κοινωνιών που κατέρρευσαν. Απαιτείται πρόταση - προοπτική για τα εργαλεία κοινωνικού ελέγχου και σχεδίου που θα αντικαταστήσουν την αγορά και τον ανταγωνισμό, ως εργαλείων που «δεν αποδίδουν» στη νέα εποχή, που δεν μπορούν να ελέγξουν τα καταστροφικά αποτελέσματα του κέρδους πάνω στην εργασία, τη φύση και τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Με άλλα λόγια, απαιτείται μια βαθύτερη, πειστική εκπόνηση ενός γενικού σχεδίου για την ανάγκη και τη δυνατότητα μιας κομμουνιστικής επανάστασης, με εθνική αφετηρία, διεθνή πορεία και παγκόσμια κατάληξη, που θα αντικαταστήσει την παλιά, σαπισμένη και βάρβαρη καπιταλιστική κοινωνία με την καινούρια.

Απαιτείται ένα κομμουνιστικό «χάρντγουερ», ένα «σκληρό υλικό» στρατηγικής εναλλακτικής που πάνω του θα αναπτύσσονται πολλαπλά «σόφτγουερ», πολλαπλά κι ευέλικτα λογισμικά τακτικής, απέναντι σε κάθε φάση ή συγκυρία, απέναντι σε κάθε νόμο και μέτρο των κυβερνήσεων, στους καθημερινούς αγώνες. Όπως, για παράδειγμα, απέναντι στην «ηλεκτρονική» επίθεση της κυβέρνησης, σήμερα, ενάντια στις συλλογικές συμβάσεις και στον αγώνα των συνδικάτων για την προάσπιση των ζωτικών αναγκών της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας, που δικαιολογείται και πείθει στο όνομα των επενδύσεων, της αγοράς και του ανταγωνισμού.

Έτσι, μπορεί να φωτιστεί με προοπτική το σημερινό σκοτάδι της άμεσης πάλης, όχι για να δραπετεύσουμε από αυτήν με ονειροπολήσεις, αλλά για να ανταποκριθούμε στις επείγουσες ανάγκες των εργαζομένων και της νεολαίας, όπως δεν κάναμε ή κάναμε μισά, μέχρι τώρα.

Για να αναζωογονηθεί η Αριστερά και οι κομμουνιστικές τάσεις, για «να μην φαγωθούμε μεταξύ μας», για να αναπνεύσει σήμερα η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα και η νεολαία, για να προσεγγίσουν οι ίδιοι τα ανώτερα καθήκοντα της επανάστασης και της κομμουνιστικής προοπτικής, χρειάζεται η συγκέντρωση μαρξιστικών, εργατικών, ριζοσπαστικών και επαναστατικών δυνάμεων για έναν Εργατικό Διαφωτισμό που θα νικήσει θεωρητικά και πολιτικά το σύγχρονο αστικό σκοταδισμό. Στις ιδέες και στη ζωή.

Σε αυτά θα προσπαθήσει να συμβάλει το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο με τη δική του Προγραμματική Πρόταση, σε συμπόρευση με την Αναμέτρηση και τη Μετάβαση, σε συνεργασία με όλες τις δυνάμεις του Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, σε διάλογο και κοινό αγώνα με όλες τις μαχόμενες αριστερές δυνάμεις και τα μαρξιστικά, αντικαπιταλιστικά και αντιιμπεριαλιστικά ρεύματα. Για τη δική τους και δική μας διαλεκτική υπέρβαση σε έναν πόλο κομμουνιστικών ρευμάτων, στη δύσκολη και μακρά πορεία προς μια νέα ενωτική οργάνωση που θα συμβάλει στο κομμουνιστικό κόμμα της εποχής μας, αλλά και στο αντίστοιχο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο και κίνημα.

 

Όπως ήδη έχουμε δημοσιοποιήσει εδώ και αρκετό διάστημα, η κυβέρνηση της Ν.Δ θα κλιμακώσει ακόμη παραπέρα την επίθεσή της ενάντια στα εργατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και των συνδικάτων.  

 

Κάλεσμα – καταγγελία του Πολιτιστικού Συλλόγου Δραπετσώνας «Τερψη-Χώρος»

 

Πέρασαν ακριβώς πέντε χρόνια από την πρώτη μας καταγγελία και κινητοποίηση ενάντια στα ΚΑΖΑΝΙΑ & τα ΔΙΫΛΙΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, τότε που ακόμα δεν είχε αρχίσει η λειτουργία τους… Από τότε, έχει «κυλίσει πολύ νερό στ’ αυλάκι», έχουμε ζήσει στο πετσί μας και τα αποτελέσματα της λειτουργίας τους, αλλά και την κοροϊδία των υπευθύνων, που αντί να βάλουν τέλος σ’ αυτή την κατάσταση, τους έδωσαν κι άλλες άδειες και προνόμια, παχυλές επιδοτήσεις και παράταση για πολλά χρόνια ακόμα κι εμάς μας αποκοίμιζαν με άρτο και θεάματα … και φρούδες ελπίδες για μετρήσεις και οσμόμετρα…

Στην ουσία όχι μόνο δεν έγινε ΤΙΠΟΤΑ για μας όπως δέν έγινε ΤΙΠΟΤΑ στο ΜΑΤΙ, στη ΜΑΝΔΡΑ, στις ΣΚΟΥΡΙΕΣ , αλλά αντίθετα με όλη τους την πολιτική θωρακίζουν ακόμα περισσότερο τα ΚΕΡΔΗ των επιχειρηματικών ομίλων, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που έχει αυτό στη δική μας ζωή.

ΜΗ ΜΕΝΕΙΣ ΑΜΕΤΟΧΟΣ ! ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ! Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΟΥ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΣΤΑΣΗ, ΑΠ’ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΑΓΩΝΑ!

Δεν αγωνιζόμαστε για το προσωπικό μας όφελος, αγωνιζόμαστε πλάι πλάι γιατί αυτός ο αγώνας αφορά την υγεία , την περιουσία, την ύπαρξη και το μέλλον ΟΛΩΝ ΜΑΣ ΟΣΩΝ ΖΟΥΜΕ, ΕΡΓΑΖΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΠΟΝΑΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ!

Δεν αρκεί η “άσφαιρη” διαμαρτυρία μέσα απ’ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης… Δεν ιδρώνει το αυτί τους μόνο με αγανακτισμένα «ποσταρίσματα» αλλά με ΖΩΝΤΑΝΗ, ΜΑΖΙΚΗ ΚΑΙ ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ στους ΑΓΩΝΕΣ!

Τις τελευταίες μέρες ζούμε από κοντά τις επιπτώσεις που έχει η χωρίς όριο εκμετάλλευση του πλανήτη ολόκληρου για τα ΚΕΡΔΗ των επιχειρηματικών ομίλων ! Βλέπουμε την καταστροφή του Αμαζόνιου, του μεγαλύτερου πνεύμονα της γης, το λειώσιμο των πάγων στην Αρκτική κλπ. Όλα αυτά τα διαπερνά σαν κόκκινη κλωστή μία αιτία: ΤΟ ΚΗΝΥΓΙ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ, ΑΔΙΑΦΟΡΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ!

ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΘΕΑΤΕΣ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ; ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΛΙΘΑΡΑΚΙ Σ’ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΖΩΗΣ ή ΘΑΝΑΤΟΥ! ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΑΠ’ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΠΟΥ ΜΑΣ ΣΕΡΒΙΡΟΥΝ ΑΡΓΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΒΑΣΗ …

ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ OIL ONE THN ΤΕΤΑΡΤΗ 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ ΣΤΙΣ 18:30 μμ ΕΞΩ ΑΠ’ ΤΟ ΠΡΩΗΝ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ.

ΔΩΣΤΕ ΖΩΗ ΣΤΟ ΠΛΑΝΗΤΗ, ΔΩΣΤΕ ΜΕΛΛΟΝ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ, ΔΩΣΤΕ ΜΑΣ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ ΠΙΣΩ».

Όλες και όλοι στις κινητοποιήσεις στις 20 Σεπτέμβρη!

Το Σάββατο 31/8/2019 πραγματοποιήθηκε στον πολυχώρο «Ρομάντσο» πλατιά σύσκεψη, στην οποία συμμετείχαν δεκάδες αγωνιστές και αγωνίστριες από πολλές περιβαλλοντικές κινήσεις και πρωτοβουλίες από όλη τη χώρα, συνδικαλιστές/στριες, φοιτητές/τριες, μαθητές/τριες, μέλη δημοτικών-περιφερειακών σχημάτων και αριστερών οργανώσεων.

Μετά από μια πλούσια και δημιουργική συζήτηση αποφασίστηκε να συγκροτηθεί η «Πρωτοβουλία ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή και την κλιματική αλλαγή» με στόχο την συντονισμένη δράση όλων ενάντια στις κυβερνητικές πολιτικές που καταστρέφουν το περιβάλλον και βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή των πολιτών προς όφελος μεγάλων ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων, υποθηκεύοντας το μέλλον και παραβιάζοντας βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Πρώτος μεγάλος στόχος της Πρωτοβουλίας, η οργάνωση μαζικών κινητοποιήσεων και στην Ελλάδα στις 20 Σεπτέμβρη, ημέρα που σε δεκάδες χώρες και εκατοντάδες πόλεις σε όλον τον κόσμο θα υπάρχουν διαδηλώσεις και απεργίες για τη σωτηρία του πλανήτη. Στην Αθήνα η διαδήλωση προγραμματίζεται για τις 20/9, στις 6 μμ, στο Σύνταγμα, ενώ αντίστοιχες διαδηλώσεις θα γίνουν και σε άλλες πόλεις.

Συμφωνήθηκε επιπλέον η προσπάθεια συντονισμού για όλες τις μάχες που είναι ανοιχτές : ενάντια στις εξορύξεις από την Ήπειρο μέχρι την Κρήτη, ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και καταστροφή ελεύθερων χώρων και πάρκων (πχ Ελληνικό, Γουδή, Πεδίον Άρεως), ακτών και λιμανιών (πχ Πειραιάς, Ραφήνα), ενάντια στην επέκταση των ΧΥΤΑ και την καύση σκουπιδιών (πχ Φυλή, Λευκίμμη, Βόλος), ενάντια στην καταστροφή ρεμάτων και την αποψίλωση δασών για τοποθετήσεις ανεμογεννητριών στην ορεινή Ελλάδα (πχ Άγραφα) κλπ.

Τονίστηκε, επιπλέον, από όλες και όλους η ανάγκη για μια ανοιχτή και ενωτική Πρωτοβουλία με στόχο να εμπλακούν σ’ αυτήν όχι μόνο περιβαλλοντικές κινήσεις αλλά και σωματεία εργαζομένων, μαθητές, φοιτητές, ακτιβιστές και ακτιβίστριες από κάθε γειτονιά και κάθε χώρο.

Συγκροτήθηκε, τέλος, Συντονιστική Επιτροπή, ανοιχτή σε όποια/ον επιθυμεί να συμμετέχει.

Τηλέφωνα επικοινωνίας: Δήμητρα Βήνη 6972948421, Λουϊζα Γκίκα 6981065550, Ελένη Πορτάλιου 6937178060, Γιάννης Σηφακάκης 6946093043

 

 

 

Η θητεία της νέα κυβέρνησης της ΝΔ κλείνει περίπου δύο μήνες. Ήδη τα τρία πρώτα νομοσχέδια τα οποία ψήφισε φανερώνουν ξεκάθαρα τις κατευθύνσεις της πολιτικής τη ΝΔ: φορολογικές μειώσεις στις επιχειρήσεις, υπερεξουσίες στους δημάρχους και τους περιφερειάρχες και μετατροπή των συμβουλίων σε γλάστρες σε πλήρη αντιδιαστολή με την απλή αναλογική, κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, αυταρχισμός και καταστολή. Στην ΔΕΘ ο πρωθυπουργός θα εξαγγείλει όλο το σχέδιο της αντιλαϊκής του πολιτικής ώστε να έρθουν οι περιβόητες «επενδύσεις» και η ανάπτυξη.

Παρασκευή, 06 Σεπτεμβρίου 2019 18:08

Αντιφασιστικό Φεστιβάλ «Παύλος Φύσσας Killah P»

 

 

Χώρος διεξαγωγής Πρώην Εργοστάσιο Καχραμάνογλου, Κωνσταντινουπόλεως 51, Κερατσίνι)

Σελίδα 7 από 60

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.