Διεθνής Στρατηγική Πολέμου, η νέα Εθνική Στρατηγική Άμυνας των ΗΠΑ, του Αλέκου Αναγνωστάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη, 08 Φεβρουαρίου 2018 06:56 Συντάκτης:

 

Έχει πλάκα να πυροβολείς κάποιους ανθρώπους, δήλωνε το 2005 προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων.

 

Τώρα, εν έτει 2018, ο «Mad Dog» («Τρελό Σκυλί») που ηγήθηκε της πιο αιματηρής μάχης στο Ιράκ το 2004 στη Φαλούτζα, ο 66χρονος στρατηγός ε.α. Τζέιμς Μάτις, είναι πλέον υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ. Για την ανάληψη του αξιώματος το Κογκρέσο παρέκαμψε, για δεύτερη φορά από το 1950 (περίπτωση του στρατηγού Τζορτζ Μάρσαλ) με νομοθετική ρύθμιση προηγούμενο ομοσπονδιακό νόμο βάσει του οποίου έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον επτά χρόνια από τη στιγμή της συνταξιοδότησης για να αναλάβει απόστρατος καθήκοντα υπουργού Άμυνας.

 

Ο Μάτις υπογράφει, στο όνομα όλης της κυβέρνησης και του στρατιωτικού κατεστημένου, τη νέα Εθνική Στρατηγική Άμυνας (ΕΣΑ) των ΗΠΑ.  

 

Η νέα στρατηγική ορίζει την πρόσφατη περίοδο διακυβέρνησης ως μια «περίοδο στρατηγικής ατροφίας», κατά την οποία το στρατιωτικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ «έχει διαβρωθεί».

Ποιας και πόσο πρόσφατης περιόδου; Το αφήνει ασαφές.

Γι’ αυτό και δεν είναι αδικαιολόγητη η εκτίμηση ότι συμπεριλαμβάνει και την περίοδο των Μπους, περίοδο που δεν αναφέρει αλλά και δεν αποκλείει ρητά.

 

«Οι ΗΠΑ», τονίζει η διακήρυξη, είναι αντιμέτωπες με μια «αυξανόμενη παγκόσμια διαταραχή η οποία χαρακτηρίζεται από μείωση της βασισμένης σε κανόνες μακρόχρονης διεθνής τάξης και η οποία (διαταραχή) δημιουργεί ένα περιβάλλον ασφάλειας πιο περίπλοκο και ασταθές απ’ ό,τι έχουμε βιώσει στην πρόσφατη μνήμη».

 

Οι ΗΠΑ προσλαμβάνουν ως «διαταραχή» κάθε τι που απειλεί την φθίνουσα πλέον οικονομική κυριαρχία τους. Στη συνέχεια, βασιζόμενες κυρίως στη στρατιωτική τους υπεροπλία, χαράσσουν μια ιμπεριαλιστική πολιτική αντιμετώπισης της διαταραχής η οποία όμως - όπως η πράξη δείχνει – αντί να επιλύει ανακυκλώνει και περιπλέκει το ζήτημα.

 

Στη βάση των παραπάνω εκτιμήσεων, η νέα εθνική στρατηγική αντιστρέφει τα μέχρι τώρα ισχύοντα στην ιεράρχηση της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.

 

«Ο διακρατικός στρατηγικός ανταγωνισμός, όχι η τρομοκρατία, αποτελεί σήμερα το κύριο μέλημα της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ». Ωστόσο και παρά την ήττα του χαλιφάτου του ISIS η απόφαση του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ θεωρεί πως «οι απειλές από τρομοκρατικές ομάδες παραμένουν στο βάθος» προαναγγέλλοντας έτσι ενδεχόμενη εκμετάλλευση αυτής της σκοτεινής περιοχής δράσης για ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και παρεμβάσεις.

 

Στη πρώτη θέση λοιπόν της τρομοκρατίας που από το 2001 αποτελεί τον πυρήνα εξακτίνωσης της στρατιωτικής πολιτικής των ΗΠΑ τοποθετείται πλέον ο διακρατικός ανταγωνισμός.

 

Ο αιώνιος νόμος του καπιταλισμού, ο ανταγωνισμός, έχει την τιμητική του και μάλιστα με ονοματεπώνυμο:

 

«Η Κίνα είναι ο στρατηγικός ανταγωνιστής που χρησιμοποιεί μια αρπακτική οικονομία για να εκφοβίσει τους γείτονές της ενώ στρατιωτικοποιεί τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας».

 

«Η Ρωσία – επίσης – που έχει παραβιάσει τα σύνορα των κοντινών εθνών και επιδιώκει βέτο εξουσίας για τις οικονομικές, διπλωματικές και αποφάσεις ασφαλείας των γειτόνων της». 

 

«Η Βόρεια Κορέα – επιπλέον – οι παράνομες ενέργειες και η απερίσκεπτη ρητορική της οποίας συνεχίζονται παρά τη μομφή και τις κυρώσεις του ΟΗΕ». Και τέλος, «το Ιράν που συνεχίζει να σπέρνρει τη βία και να παραμένει η πιο σημαντική πρόκληση για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή». 

 

Η Κίνα και η Ρωσία χαρακτηρίζονται επιπλέον ως «αναθεωρητικές δυνάμεις (revisionist powers)» κατά το χαρακτηρισμό της Γερμανίας και Ρωσίας, των ηττημένων δυνάμεων του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου που επιδιώκουν, η μεν Κίνα την ηγεμονία στην περιοχή του Ειρηνικού, η δε Ρωσία, την αναβίωση της δικής της σφαίρας επιρροής στην Ευρασία.

 

Η Κίνα και η Ρωσία χαρακτηρίζονται επιπλέον ως «υπονομευτές της διεθνούς τάξης».

 

Η Κίνα γιατί «συνεχίζει την οικονομική και στρατιωτική ανάκαμψη, ακολουθεί ένα στρατιωτικό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, επιδιώκει βραχυπρόθεσμα την περιφερειακή ηγεμονία της περιοχής του Ινδο-Ειρηνικού και τον εκτοπισμό των Ηνωμένων Πολιτειών για να επιτύχει στο μέλλον την παγκόσμια υπεροχή».

 

Η Ρωσία γιατί «επιδιώκει να ασκήσει βέτο επί των εθνών εγγύς της περιφέρειάς της» για «να καταστρέψει το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο και να αλλάξει την ασφάλεια και τις οικονομικές δομές της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής προς όφελός της». Επιπλέον, γιατί «δυσφημίζει και υπονομεύει τις δημοκρατικές διαδικασίες στη Γεωργία, την Κριμαία και την ανατολική Ουκρανία σε συνδυασμό με την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό του πυρηνικού οπλοστασίου της". Τα δε καθεστώτα της Βόρειας Κορέας και του Ιράν χαρακτηρίζονται ως «καθεστώτα απατεώνων» που «αποσταθεροποιούν περιοχές μέσω της επιδίωξης απόκτησης πυρηνικών όπλων ή της χορηγίας στην τρομοκρατία».

 

Ντελίριο!

 

Φυσικά, αυτή η επίμονη δαιμονοποίηση της Ρωσίας από τις ΗΠΑ κατά την τελευταία δεκαετία αλλά και της Κίνας πρόσφατα διευκολύνει αντί να αποτρέπει την προϋπάρχουσα και αναγκαία τάση της Μόσχας για de facto συμμαχία με την Κίνα.

 

Από τις προαναφερόμενες εκτιμήσεις απορρέει μια πολιτική. Πυρήνας αυτής της πολιτικής είναι η διατήρηση της ειρήνης μέσω της ισχύος (peace through strength), δηλαδή «η προτεραιότητα στην ετοιμότητα για πόλεμο. Ο πιο σίγουρος τρόπος για την αποτροπή του πολέμου», αναφέρεται, είναι να είστε έτοιμοι να κερδίσετε έναν» σημειώνεται. Και μάλιστα, πάντα κατά τη νέα στρατηγική των ΗΠΑ, σε τρεις βασικές περιοχές - τον Ινδο-Ειρηνικό, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, καθώς και στην αντιμετώπιση «των απειλών της τρομοκρατίας και των όπλων μαζικής καταστροφής». 

 

Γι αυτό και προαναγγείλει τη ραγδαία αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και του αριθμού του στρατεύματος σε όλα τα όπλα. Προαναγγέλλει επίσης την ανάπτυξη της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης με στόχο την δημιουργία ενός ικανού στρατεύματος για επιχειρήσεις σ’ όλο το φάσμα του πολέμου (full spectrum war). Κάνει ειδική αναφορά στην επένδυση ευρέως στις νέες τεχνολογίες (τεχνητή νοημοσύνη, αυτοματισμός, ρομποτική, κατευθυνόμενη ενέργεια, βιοτεχνολογία) καθώς και στον εκσυγχρονισμό της πυρηνικής δύναμης αφού «το περιβάλλον ασφάλειας επηρεάζεται από τις ταχείες τεχνολογικές εξελίξεις και τον μεταβαλλόμενο χαρακτήρα του πολέμου».

 

Επιδίωξη είναι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι να συγκροτούν μια δύναμη «στρατηγικά προβλέψιμη, αλλά επιχειρησιακά απρόβλεπτη!», ο δε «στόχος της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας είναι οι ΗΠΑ να παραμείνουν η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο».

 

Για τους παραπάνω σκοπούς διακηρύσσεται ευθέως η πολιτική ανάπτυξης «μιας πιο αδυσώπητης, θανατηφόρας, ανθεκτικής και ταχέως καινοτόμου επιχειρησιακής στρατιωτικής δύναμης, σε συνδυασμό με έναν ισχυρό αστερισμό συμμάχων και εταίρων, που θα διατηρήσουν την αμερικανική επιρροή και θα εξασφαλίσουν ευνοϊκές ισορροπίες εξουσίας, διασφάλιση της ελεύθερης και ανοικτής διεθνούς τάξης».

 

Αυτός ο νέος αστερισμός συμμάχων και εταίρων δεν θα είναι μόνο κράτη, θα είναι, τονίζει η διακήρυξη, «κάτι περισσότερο από απλώς εθνικά κράτη, θα είναι πολυμερείς οργανισμοί, μη κυβερνητικές οργανώσεις, εταιρείες που παρέχουν ευκαιρίες συνεργασίας».

 

Μια νέα υπεραντιδραστική ποιότητα

 

Η στρατηγική εθνικής ασφάλειας της διακυβέρνησης Τραμπ δεν κόβει οποιοδήποτε δεσμό και γέφυρα με το παρελθόν όπως ισχυρίζονται έγκριτοι αναλυτές. Συνδέεται όμως με σχέσεις συνέχειας και ασυνέχειας με τα περασμένα αμερικάνικα δόγματα, συνθέτοντας μια νέα υπερ-αντιδραστική ποιότητα.

 

Κάθε δόγμα αμερικάνου προέδρου οδήγησε σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Το δόγμα Μπους στον πόλεμο του κόλπου, το δόγμα Κλίντον στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, το δόγμα Ομπάμα στην επέμβαση στη Μέση Ανατολή, ή στη σημαντική αύξηση του αριθμού των βομβών που έπληξαν αρκετές χώρες ανά τον κόσμο (μόνο το 2016, έπεσαν 3.000 περισσότερες βόμβες συγκριτικά με το 2015 ανεβάζοντας τον αριθμό των επιθέσεων σε 26.171 σύμφωνα με την εφημερίδα Independent στις 19.01.2017. Εδώ αναδύεται η σχέση συνέχειας στην αμερικάνικη πολιτική.

 

Δεν μπορεί όμως να μην επισημανθεί πώς κατά την προεδρία Ομπάμα επιχειρήθηκε η ιστορικής σημασίας ομαλοποίηση των διπλωματικών σχέσεων με την Κούβα, η συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και το φρένο στην υπερθέρμανση του πλανήτη, η συμφωνία για την αποπυρηνικοποίηση του Ιράν που προϋποθέτει συντονισμό κινήσεων με τη Ρωσία κατά την περίοδο της εφαρμογής της και η διατήρηση της συνεργασίας με αναπτυγμένες περιοχές των ανερχόμενων οικονομιών (Ρωσίας, Κίνας, Ινδίας, Βραζιλίας, Νότιας Αφρικής και άλλων).

 

Το δόγμα Τραμπ αναιρεί αυτή την πολιτική.

 

Γι’ αυτό και κυρίως για την ουσία της Εθνικής Στρατηγικής Άμυνας των ΗΠΑ, όπως διαμορφώθηκε από την διακυβέρνηση Τραμπ, η νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, ορόσημο και δείκτη αλλαγής «παραδείγματος» της αμερικάνικης διεθνούς πολιτικής στο σκληρό πόκερ της σε εξέλιξη ριζικής αναδιάρθρωσης του συστήματος που δομήθηκε μετά το 1990.

 

Η νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας συνθέτει ουσιαστικά μια στρατηγική που προδιαθέτει για σημαντικές εξελίξεις οι οποίες θα διαμορφώσουν δυναμικά αποτελέσματα. Ακόμη και στην προώθηση της αμερικανικής επιρροής στο εξωτερικό διακηρύσσεται πως «θα δεσπόζει η αρχή της Ανταγωνιστικής Διπλωματίας (Competitive Diplomacy) για τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για τα αμερικανικά συμφέροντα στον κόσμο» με αιχμή του δόρατος όχι την αμοιβαιότητα συμφερόντων αλλά την «ηγετική στάση των αμερικανών διπλωματών».

 

«Η γεωπολιτική επέστρεψε, και επέστρεψε εκδικητικά μετά από διακοπές που κάναμε από την ιστορία, στην αποκαλούμενη μεταψυχροπολεμική περίοδο» δηλώνει ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του αμερικανού Προέδρου, στρατηγός Χέρμπερτ Ρέιμοντ ΜακΜάστερ, που αποτελεί το βασικό μυαλό πίσω από αυτή τη στρατηγική.

 

Η γεωπολιτική επέστρεψε εκδικητικά.

 

 

Και μόνο αυτή η δήλωση δεν μπορεί παρά να προβληματίσει τη μαχόμενη Αριστερά στη χάραξη της ανεξάρτητης εργατικής της πολιτικής.

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.