Πώς να κατανοήσουμε τις εκλογές στις ΗΠΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020 08:38 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
Πώς να κατανοήσουμε τις εκλογές στις ΗΠΑ

 

 

Του Anish R. για το Peoples Dispatch

Πηγή: Guernica

Ποιος εκλέγει τον πρόεδρο των ΗΠΑ; Υπάρχουν μόνο δύο υποψήφιοι; Ποια είναι τα βασικά ζητήματα; Ακολουθούν ορισμένα σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τις εκλογές στις HΠΑ.

Παρά τις επιπτώσεις στην παγκόσμια πολιτική, οι εκλογές στις Hνωμένες Πολιτείες σπάνια γίνονται κατανοητές από ανθρώπους εκτός των συνόρων τους. Ακόμη λιγότερο κατανοητό είναι το πώς και γιατί το δικομματικό σύστημα είναι τόσο καλά εδραιωμένο. Υπάρχουν δυο βασικοί υποψήφιοι, οι Ντόναλντ Τραμπ και Τζο Μπάιντεν, οι οποίοι εκπροσωπούν τα δυο μεγάλα κόμματα, τους Ρεπουμπλικάνους και τους Δημοκρατικούς, αντίστοιχα. Αλλά ποιο είναι το σύστημα πίσω από το τυπικό;

Λιγότερο από δύο εβδομάδες πριν από τις προεδρικές εκλογές, δείτε τι χρειάζεται να ξέρετε για το τι κρύβεται πίσω από τις αμερικάνικες εκλογές και τι λαμβάνει χώρα κατά την προσεχή εκλογική περίοδο.

 

Πώς εκλέγεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ;


Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα έθνη με προεδρικό σύστημα, η λαϊκή ψηφοφορία δεν είναι πάντα ο αποφασιστικός παράγοντας για την εκλογή του αρχηγού κράτους στις ΗΠΑ. Οι πολίτες ψηφίζουν μια ομάδα αντιπροσώπων, που έχουν ταχθεί με έναν συγκεκριμένο υποψήφιο ή κόμμα στην αντίστοιχη πολιτεία τους. Αυτοί οι αντιπρόσωποι αποτελούν το εκλογικό σώμα που υπάρχει με μοναδικό σκοπό την εκλογή προέδρου.

Σε κάθε πολιτεία παραχωρείται ένας ορισμένος αριθμός αντιπροσώπων, λίγο-πολύ σύμφωνα με τον πληθυσμό της, αν και οι μικρότερες πολιτείες λαμβάνουν συχνά μεγαλύτερο αριθμό αντιπροσωπειών από τον μέσο όρο. Εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, οι αντιπρόσωποι επιλέγονται με τρόπο που σημαίνει ότι ο υποψήφιος που εξασφαλίζει τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων κερδίζει όλες τις ψήφους των αντιπροσώπων σε αυτή την πολιτεία.

Το σώμα των εκλεκτόρων υπήρξε η πιο αμφιλεγόμενη πτυχή των προεδρικών εκλογών. Το 2000, μια οριακή διαφορά μεταξύ του Αλ Γκορ και του Τζορτζ Ο. Μπους είχε ως αποτέλεσμα τη νίκη του τελευταίου, αν και ο Γκορ κέρδισε την εθνική λαϊκή ψήφο με διαφορά πάνω από μισό εκατομμύριο. Αυτό συνέβη απλά επειδή ο Μπους ανακηρύχθηκε νικητής μιας σημαντικής “μεταβαλλόμενης πολιτείας”, της Φλόριντα, η οποία του έδωσε 25 αντιπροσώπους, με περίπου 500 ψήφους διαφορά. Ακολούθησε η παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου η και η απόφασή του είναι αμφιλεγόμενη μέχρι σήμερα.

Το πρόβλημα εμφανίστηκε ξανά στις προεδρικές εκλογές του 2016 όταν ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε περισσότερες ψήφους στο σώμα των εκλεκτόρων, παρά το γεγονός ότι έχασε από την αντίπαλό του Χίλαρι Κλίντον με διαφορά 2,8 εκατομμυρίων ψήφων.

Τι είναι οι “μεταβαλλόμενες πολιτείες”;

Λόγω του συστήματος στο σώμα των εκλεκτόρων, η αμερικανική πολιτική έχει σταθεροποιήσει ένα άκαμπτο δικομματικό σύστημα, με ελάχιστες έως μηδενικές πιθανότητες για τρίτα κόμματα. Από αυτό προκύπτουν οι αποκαλούμενες “μπλε πολιτείες” και “κόκκινες πολιτείες”, βάσει των χρωμάτων που αποδίδονται στο Ρεπουμπλικανικό και το Δημοκρατικό κόμμα.

Αυτό σημαίνει ότι κάποιες πολιτείες, απλώς και μόνο λόγω του εκλογικού συστήματος, καταλήγει να εκλέγει μονίμως ένα από τα πολιτικά κόμματα, ανεξάρτητα από το πόσα κέρδη ή ζημίες αποκομίζει το νικητήριο κόμμα. Μέχρι τώρα, 37 από τις 50 πολιτείες έχουν επανειλημμένα εκλέξει υποψηφίους από το ίδιο κόμμα για περισσότερες από δύο δεκαετίες.

Οι πολιτείες που δεν επιδεικνύουν τέτοια συνέπεια αποκαλούνται “μεταβαλλόμενες”. Αυτή τη στιγμή, 12 πολιτείες εναλλάσσονται σταθερά μεταξύ των κομμάτων, με τους νικητές υποψηφίους να κερδίζουν με διαφορά μόλις 500 ψήφων. Από αυτές, λίγες πολιτείες, όπως το Οχάιο και η Φλόριντα, έχουν επιδείξει εξαιρετικά κοντινά ποσοστά με τις προτιμήσεις να εναλλάσσονται συνέχεια.

Τι γίνεται με τα τρίτα κόμματα;


Η μεγαλύτερη κριτική κατά του σώματος των εκλεκτόρων είναι ότι ωφελεί τα μεγαλύτερα κόμματα και ασκεί πιέσεις στα μικρότερα κόμματα. Ούτε οι Δημοκρατικοί ούτε οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν δείξει ενδιαφέρον για την αλλαγή του συστήματος. Για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι κέρδισε τη λαϊκή ψήφο με μεγάλη διαφορά αλλά έχασε την προεδρία, η Χίλαρι Κλίντον δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να αμφισβητήσει το σύστημα.

Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ένα τέτοιο σύστημα καθιστά περιττή μια τρίτη επιλογή και ωθεί τους ανθρώπους να ψηφίσουν για μια εναλλακτική λύση αντί της αποχής ή κάποιου τρίτου κόμματος. Ένα σημαντικό αποτέλεσμα αυτού του συστήματος είναι ότι η προσέλευση παραμένει σχεδόν ίδια για σχεδόν πέντε δεκαετίες, κυμαινόμενη μεταξύ 50-55%, με το υψηλότερο ποσοστό να είναι 57% το 2008 όταν εξελέγη ο Ομπάμα.

Πέραν αυτού, μεμονωμένοι πολιτειακοί νόμοι δεν επιτρέπουν σε υποψηφίους τρίτων κομμάτων να συμμετάσχουν στις εκλογές. Οι περισσότερες πολιτείες έχουν κανονισμούς για την πρόσβαση στις κάλπες, οι οποίες καθορίζουν την επιλεξιμότητα ποιου υποψηφίου εμφανίζεται στην ψηφοφορία. Το Φιλελεύθερο Κόμμα ήταν το μοναδικό τρίτο κόμμα που έχει πρόσβαση σε ψηφοφορίες σε ολόκληρο το εκλογικό σώμα.

Αυτό επηρεάζει επίσης τις πιθανότητες ανάπτυξης και ωρίμανσης εναλλακτικών πολιτικών σχηματισμών, ανεξάρτητα από το δικομματικό σύστημα. Ένα από τα σημαντικότερα σημεία των φετινών προεδρικών εκστρατειών ήταν η ελπιδοφόρα άνοδος του Μπέρνι Σάντερς, η εκστρατεία του οποίου επιχείρησε να ωθήσει τους Δημοκρατικούς περισσότερο προς την αριστερά. Αλλά η εκστρατεία τελικά εμποδίστηκε για να ανοίξει το δρόμο για το διορισμό του αγαπημένου του κατεστημένου Τζο Μπάιντεν, διατηρώντας έτσι την καθεστηκυία τάξη.

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις;


Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι παρά την ακαμψία του δικομματικού συστήματος, οι ΗΠΑ έχουν βιώσει στο παρελθόν ορισμένες φοβερές προκλήσεις τρίτων κομμάτων.

Οι σοσιαλιστές υποψήφιοι Eugene Debs (1912, 1920) και Robert M. La Follette (1924) ήταν δύο σημαντικοί υποψήφιοι από τρίτο κόμμα στην ιστορία των ΗΠΑ. Η La Follette, η οποία είχε τη στήριξη άλλων μικρότερων προοδευτικών κομμάτων, κέρδισε το 16,6% των ψήφων και 13 αντιπροσώπους το 1924. Αυτή ήταν η καλύτερη απόδοση για οποιαδήποτε τρίτη υποψηφιότητα στις ΗΠΑ μέχρι στιγμής.

Πιο πρόσφατα, ο Πράσινος υποψήφιος Ralph Nader το 2000 (2,9 εκατομμύρια ψήφοι) και ο Jill Stein το 2016 (1,5 εκατομμύρια ψήφοι) εμφανίστηκαν ως σημαντικές και ορατές επιλογές τρίτων.

Αυτό το έτος, δυο διακεκριμένοι προοδευτικοί υποψήφιοι που θα εμφανιστούν στην πολιτική σκηνή είναι η Gloria La Riva, υποψήφια για το Κόμμα Σοσιαλισμού και Απελευθέρωσης (PSL), και ο υποψήφιος των Πρασίνων Howie Hawkins. Το PSL πραγματοποιεί εκστρατεία για ένα πρόγραμμα 10 σημείων, συμπεριλαμβανομένων αιτημάτων που δεν αγγίζει κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα. Αυτα περιλαμβάνουν αποζημιώσεις για την αφροαμερικανική κοινότητα, πλήρη δικαιώματα για όλους τους μετανάστες, κλείσιμο των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και ανάληψη του κλεμμένου πλούτου των τραπεζών και εταιρειών.

Ποια είναι τα βασικά ζητήματα που πρέπει να τεθούν σε αυτές τις εκλογές;


Η οικονομική κρίση και η κρίση υγείας που προκλήθηκε από την πανδημία COVID-19 πρόκειται να είναι το πιο εξέχον ζήτημα της τρέχουσας εκλογικής περιόδου. Ζητήματα όπως η αύξηση της ανεργίας, η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, το εκ νέου άνοιγμα σχολείων και χώρων εργασίας, και η ομοσπονδιακή βοήθεια για την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι μερικά από τα βασικά ζητήματα που εντοπίζονται από διαφορετικές έρευνες.

Η υποψήφια του PSL, Gloria La Riva, μιλώντας στο People Dispatch, δήλωσε ότι κανένας από τους υποψηφίους δεν πρότεινε κανένα ριζοσπαστικό σχέδιο υγειονομικής περίθαλψης με ακόμα και τον Δημοκρατικό υποψήφιο Τζο Μπάιντεν να υποστηρίζει την ιδιωτική υγειονομική περίθαλψη. Ομοίως, επεσήμανε ότι καμία υποψήφια πλευρά δεν έχει μιλήσει για τον τρόπο δημιουργίας απασχόλησης, ή για τις στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ, οι οποίες υπερβαίνουν ετησίως το 1 τρισεκατομμύριο αμερικάνικα δολάρια (συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών δαπανών). Εναπόκειται στα προοδευτικά κόμματα και τα λαίκά κινήματα να ασχοληθούν με τέτοια θέματα.

Παρ’ όλα αυτά, η πανδημία και τα προβλήματα γύρω από αυτήν έχουν οδηγήσει στη συντριπτική πτώση της δημοτικότητας της κυβέρνησης του Τραμπ. Δημοσκόπηση του ABC News-Ipsos εκτίμησε ότι περίπου το ένα τρίτο των Αμερικανών ψηφοφόρων (35%) είναι ικανοποιημένοι από την πανδημική απόκριση της κυβέρνησης.

Η αγνόηση του Τραμπ προς το COVID- 19 έχει επίσης επηρεάσει τις αντιλήψεις για τη σοβαρότητα του κατά την περίοδο πανδημίας , με ποσοστό άνω του 72% να απαντά ότι δεν ήταν αρκετά σοβαρός σε ότι αφορά την εξάπλωση του COVID- 19. Η δημοσκόπηση έδειξε επίσης ότι πάνω από τέσσερις στους πέντε ερωτηθέντες φοβούνται πλέον να συνάψουν σύμβαση εργασία την περίοδο του COVID-19, συμπεριλαμβανομένου του 70% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων.

Τα ζητήματα της φυλετικής δικαιοσύνης, της αστυνομικής βίας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής των ΗΠΑ. Οι απεργίες των εργαζομένων έχουν αυξηθεί εκθετικά σε όλους τους τομείς σε ότι αφορλά την επανέναρξη εργασίας, τις περικοπές μισθών και τον συνδικαλισμό κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19.

Οι συνεχιζόμενες πανεθνικές διαμαρτυρίες κατά των φυλετικών διακρίσεων και της αστυνομικής βίας, οι οποίες πυροδοτήθηκαν από τη δολοφονία του George Floyd τον Μάιο, έχουν γίνει επίσης βασικό ζήτημα, καθώς έχουν οδηγήσει σε ένα κύμα λαϊκής οργάνωσης γύρω από θέματα υγειονομικής περίθαλψης, ενοικίου και φτώχειας, μεταξύ άλλων. Οι διοργανωτές των κινημάτων αυτών αρνήθηκαν να επιτρέψουν την υπαγωγή των θεμάτων αυτών στο πλαίσιο των δύο κομμάτων.

 

Αναγνώστηκε 383 φορές
KOMMON

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.