Βουλευτικές εκλογές: Ο Βίκτορ Όρμπαν ενδύεται τον μανδύα του προστάτη της Ουγγαρίας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Κυριακή, 03 Απριλίου 2022 15:27 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(4 ψήφοι)
Βουλευτικές εκλογές: Ο Βίκτορ Όρμπαν ενδύεται τον μανδύα του προστάτη της Ουγγαρίας

 

Μετάφραση και απόδοση στα ελληνικά: Αντωνία Πάνου, αρχιτέκτων

 

 Την 1η Απριλίου 2022, στη γαλλική ιστοσελίδα Alternatives Économiques δημοσιοποιήθηκε άρθρο της ιστορικού και πολιτειολόγου Antonela Pogăcean ερευνήτριας στο Sciences Po-Ceri (Κέντρο Διεθνών Επιστημονικών Ερευνών στη Γαλλία) επάνω στις βουλευτικές εκλογές στην Ουγγαρία, στις 3 Απρίλη.

Την ώρα που γράφτηκε αυτό το άρθρο, δύο ημέρες δηλ. πριν από τις βουλευτικές εκλογές στην Ουγγαρία, ο Βίκτορ Όρμπαν, με δεδομένο το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, εμμένει σε σχέσεις διπλωματίας με τη Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Καυχιέται για το συγκεκριμένο του επίτευγμα και προβάλλεται ως έμπειρος πολιτικός για να κερδίσει τις εκλογές για μια τέταρτη θητεία.

 

Δυο αντίπαλα μπλοκ στην πολιτική σκηνή

 

Η πολιτική σκηνή στην Ουγγαρία είναι πολωμένη και κυριαρχείται από δύο αντίπαλα μπλοκ άνισων δυνάμεων.

Από τη μια η Fidesz, το συντηρητικό κόμμα του Viktor Orbán, σχηματίζει με το μικρό σύμμαχό της Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα (KDNP) ένα συγκεντρωτικό μπλοκ με κάθετη οργάνωση στην οποία βασιλεύει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης Viktor Orbán.

Από την άλλη, κάτω από το πανώ «Ενωμένοι για την Ουγγαρία», τα κόμματα της αντιπολίτευσης παρουσιάζουν, για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές, κοινό μέτωπο κατά του Βίκτορ Όρμπαν. Σε αυτό το μέτωπο το πρώην νεοναζιστικό ακροδεξιό κόμμα, μεταμορφωμένο σε λαϊκό χριστιανικό κόμμα (Jobbik), συμπορεύεται με φιλελεύθερους, σοσιαλδημοκράτες και οικολόγους. Από τους έξι σχηματισμούς της εκλεκτικής συμμαχίας, ο Jobbik και ο Δημοκρατικός Συνασπισμός (DK) του πρώην σοσιαλιστή πρωθυπουργού Ferenc Gyurcsány έχουν τις ισχυρότερες εκλογικές βάσεις.

 

Ανατολή εναντίον Δύσης ή πόλεμος ενάντια στην ειρήνη

Πέρα από την ποικιλομορφία των πολιτικών προφίλ, η ενωμένη αντιπολίτευση καλεί τους ψηφοφόρους σε δημοψήφισμα κατά του Όρμπαν.

Ο Viktor Orbán μετά τη νίκη του στις εκλογές του 2010, που επαναλήφθηκε το 2014 και το 2018, επανεξέτασε το δόγμα που είχε θέσει πριν έρθει στην εξουσία, δηλαδή ότι «μας έρχεται αέριο από την Ανατολή, αλλά η ελευθερία από τη Δύση». Υπέρμαχος της ανελεύθερης δημοκρατίας, συγκρούεται επανειλημμένα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Κοινοβούλιο σχετικά με το κράτος δικαίου, την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και των ΜΚΟ, τη μετανάστευση, τη χρήση ευρωπαϊκών κονδυλίων ή πιο πρόσφατα σχετικά με το κίνημα LGBTQ.

Παρά όμως όλη αυτή τη ρητορική κατά των Βρυξελλών και την επίκληση της εθνικής κυριαρχίας, που απειλείται από έναν πολιτισμικό πόλεμο από «αριστερές και φιλελεύθερες ελίτ», η κυβέρνηση Ορμπάν δεν επέλεξε την έξοδο από την ΕΕ.

 Το 2014 συμφώνησε με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Μόσχας που εγκρίθηκαν μετά το δημοψήφισμα για την προσάρτηση της Κριμαίας. Σήμερα, περισσότερο από το 75% των οικονομικών ανταλλαγών της Ουγγαρίας πραγματοποιούνται στην ΕΕ.

Ταυτόχρονα όμως η Ουγγαρία ενίσχυσε και τις σχέσεις της με τη Ρωσία, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας, στο όνομα μιας πολιτικής που είναι γνωστή ως «άνοιγμα προς την Ανατολή». Στην πραγματικότητα, το 80% των αναγκών της Ουγγαρίας σε φυσικό αέριο και το 90% των αναγκών της σε πετρέλαιο, που αντιπροσωπεύει περίπου το 60% του ενεργειακού μείγματος της χώρας, παρέχονται από τη Ρωσία.

Από τη Ρωσία ακόμα προέρχεται και το απαραίτητο καύσιμο για τη λειτουργία του μοναδικού ουγγρικού πυρηνικού σταθμού.

Την 1η Φλεβάρη 2022 ο Ορμπάν ήταν στη Μόσχα πρεσβευτής ειρήνης και διαβεβαίωνε τον Ρώσο πρόεδρο για την προσπάθεια που θα κατέβαλε προς τους ομολόγους του της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποκλιμάκωση της κρίσης. Ο πόλεμος που ξεκίνησε η Ρωσία εναντίον της Ουκρανίας στις 24 Φεβρουαρίου, ωστόσο, άλλαξε τις παραμέτρους. Έθεσε αρχικά τον Ούγγρο ισχυρό άνδρα σε μια λεπτή κατάσταση λόγω της εγγύτητάς του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Όμως σύντομα ανέκαμψε. Ξεκαθάρισε το τι διακυβεύεται στις εκλογές όσον αφορά τον πόλεμο και την ειρήνη, τη σταθερότητα και την υπεράσπιση των ουγγρικών συμφερόντων, ένα από τα σύμβολα των οποίων είναι η φθηνή ενέργεια. Ο Βίκτορ Όρμπαν καταδίκασε τη ρωσική επιθετικότητα χωρίς καθυστέρηση. Η σύγκρουση, επιμένει δεν αφορά τους Ούγγρους. Εμπλέκει τις μεγάλες δυνάμεις για τις οποίες η Κεντρική Ευρώπη είναι απλώς μια παιδική χαρά. Τέλος, διατυμπανίζει χαρακτηριστικά ότι κανένας Ούγγρος δεν πρέπει να βρεθεί «ανάμεσα στο ρωσικό σφυρί και τον ουκρανικό αμόνι».

Η διακήρυξη στοχεύει ιδιαίτερα τους περίπου 135.000 ανθρώπους που ανήκουν στην ουγγρική εθνική μειονότητα στην Ουκρανία και οι οποίοι έχουν έρθει αντιμέτωποι με τις πολιτικές γλωσσικής ομογενοποίησης που εφαρμόζει το Κίεβο από το 2017, κυρίως κατά των Ρωσόφωνων. Αυτές οι πολιτικές έχουν τροφοδοτήσει εντάσεις μεταξύ του ουκρανικού κράτους και της Ουγγαρίας, η οποία αυτοπροσδιορίζεται, ακόμη πιο έντονα από τότε που ανέλαβε η Fidesz στην εξουσία, ως ένα συγγενικό κράτος που προστατεύει τα συμφέροντα των μειονοτήτων των Μαγυάρων των γειτονικών χωρών.

Η εκλογική καμπάνια συνεχίζεται ενώ εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες γίνονται αποδέκτες μεγάλης αλληλεγγύης, συρρέοντας στα σύνορα της ίδιας χώρας της οποίας η κυβέρνηση διακρίνεται από το 2015 για μια βάναυση πολιτική απέναντι στους «μετανάστες» και για καταστροφή του συστήματος «ασύλου».

Έξω από τα σύνορα της χώρας, στην ευρωπαϊκή σκηνή, ο Βίκτορ Όρμπαν καταδίκασε τη ρωσική εισβολή, υποστηρίζει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της Ουκρανίας και ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική κυρώσεων στην οποία ηγείται η ΕΕ ενάντια στη Ρωσία, με εξαίρεση τις κυρώσεις για την ενέργεια.

Η Ουγγαρία έχει πράγματι προσχωρήσει στην ομάδα κρατών –με επικεφαλής τη Γερμανία– των οποίων η εξάρτηση από το ρωσικό αέριο προκαλεί έντονη απροθυμία να επεκτείνουν τις κυρώσεις σε αυτόν τον τομέα.

Επιπλέον, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση Orbán έχει διαχωριστεί κατά πολύ από τους ομολόγους της σε γειτονικές χώρες, ιδίως από τον παραδοσιακό της Πολωνό σύμμαχο, αρνούμενη να παραδώσει όπλα στην Ουκρανία σε διμερή βάση και να επιτρέψει την παράδοση στρατιωτικής βοήθειας μέσω των συνόρων Ουγγαρίας-Ουκρανίας.

Σε μια ουγγρική κοινωνία που είναι από τις πιο καχύποπτες στην Ευρώπη για τους πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης, οι δημοσκοπήσεις τοποθετούν το στρατόπεδο Orbán στο προβάδισμα λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές. Η ασυμμετρία των οικονομικών πόρων και των μέσων ενημέρωσης μεταξύ εξουσίας και αντιπολίτευσης συμβάλλει εν μέρει στην πρόοδο του Fidesz-KDNP, ιδιαίτερα σε επαρχιακές πόλεις και στην ύπαιθρο. Η προτίμηση μέρους των ψηφοφόρων για τον ισχυρό άνδρα της Βουδαπέστης, τρέφεται επίσης από κοινωνικοοικονομικές αντιλήψεις και ιδεολογικές και πολιτισμικές αναπαραστάσεις.

Ακόμα το άρθρο αναφέρει ότι στο εσωτερικό της χώρας επί κυβερνήσεων Ορμπάν έχει εγκατασταθεί:

 

Οικονομικός εθνικισμός και «οικογενειακό» κράτος πρόνοιας

 

Από το 2010, η κυβέρνηση Όρμπαν διακρίθηκε για αυταρχική άσκηση εξουσίας, αναλώνοντας για την πολιτική πελατεία της κρατικούς πόρους και μέρος ευρωπαϊκών κονδυλίων ενώ ανέλαβε την αναμόρφωση πολιτικών, νομικών και μέσων ενημέρωσης σύμφωνα με έναν «ανελεύθερο» όραμα.

Ταυτόχρονα, ανέπτυξε έναν ισχυρό λόγο ταυτότητας και έναν οικονομικό εθνικισμό που υποτίθεται ότι ενίσχυε το βάρος του τοπικού κεφαλαίου στα πλαίσια της ανοιχτής -στην παγκοσμιοποίηση- οικονομίας. Προώθησε επίσης το όραμα μιας κοινωνίας «βασισμένης στην εργασία», το οποίο μοιράζεται με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που επιδιώκουν να δώσουν βάρος «στην αμειβόμενη εργασία».

Η ανάπτυξη ενός «οικογενειακού» κράτους πρόνοιας φαίνεται ότι εκτρέφεται και ανταποκρίνεται στον φόβο της εξαφάνισης του έθνους, κεντρικής σημασίας για το ουγγρικό φαντασιακό μετά τη διάλυση του Βασιλείου της Ουγγαρίας στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η πρόσφατη μείωση του πληθυσμού κάτω από το όριο των 10 εκατομμυρίων (9,7 εκατομμύρια το 2022) τροφοδοτεί το δημογραφικό άγχος.

Ο οικονομικός εθνικισμός έχει στοχεύσει κυρίως τους τομείς της ενέργειας, των οικονομικών και του λιανικού εμπορίου καθώς και των μέσων ενημέρωσης, ενισχύοντας, σε αυτούς τους τομείς, το βάρος των ‘ημέτερων΄ στο Fidesz. Ωστόσο, δεν έθιξε τη διττή δομή της οικονομίας, που χαρακτηρίζεται από ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ ξένων εταιρειών με μεγάλη κεφαλαιοποίηση που κατανέμουν μόνο ένα αντίστοιχο μέρος των κερδών τους στην τοπική οικονομία και ουγγρικών εταιρειών με μικρή κεφαλαιοποίηση.

Το πρώτο συνέχισε να παράγει το 47,4% της προστιθέμενης αξίας το 2018 (έναντι 49,3% το 2010). Το 2018, το 30% των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα εργαζόταν σε πολυεθνικές. Είναι γεγονός ότι το εργασιακό καθεστώς στην Ουγγαρία χαρακτηρίζεται από ένα καλά εκπαιδευμένο και φθηνό εργατικό δυναμικό, ένα ευνοϊκό για τους εργοδότες εργασιακό κώδικα, πολιτικές υποστήριξης των ξένων επενδύσεων μέσω χαμηλότερων φόρων (κατά 9% για τις εταιρείες από το 2017) και γενναιόδωρη κρατική βοήθεια.

 Η οικονομία είναι προσκολλημένη στη γερμανική ατμομηχανή, και έχει επωφεληθεί από την άφιξη ευρωπαϊκών κεφαλαίων (4% του ΑΕΠ την περίοδο 2014-2020) και τις μεταφορές που πραγματοποιήθηκαν από Ούγγρους που εργάζονται στο εξωτερικό (3% του ΑΕΠ το 2019). Έτσι, παρουσίασε μιαν ανάπτυξη κατά 4,1% ανά έτος μεταξύ 2017 και 2019.

Η κρίση του Covid άλλαξε το τοπίο, με το ΑΕΠ να μειώνεται κατά 5% το 2020. Όμως η ανάκαμψη ήταν ταχεία (+7,1% το 2021).

Η ανάπτυξη αυτή συμβάδισε με τη μείωση της ανεργίας (3,8% τον Νοέμβριο-Ιανουάριο 2022) και σε απάντηση, η κυβέρνηση αύξησε τον κατώτατο μισθό (+15% το 2018, +8% το 2019 και το 2020). Όμως αυτός παρέμεινε ο χαμηλότερος στην Ευρώπη, ύψους 476 ευρώ το 2021.

Δεκάδες χιλιάδες Ουκρανοί και Σέρβοι εργάτες ήρθαν για να αντισταθμίσουν την έλλειψη εργατικού δυναμικού στον κλάδο των κατασκευών ή της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Η αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων του πληθυσμού μεταξύ 2017 και 2021 επηρέασε διαφορετικά τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα: στον πρώτο, η αύξηση των πραγματικών μισθών μπορεί να ξεπέρασε το 8%, αλλά ο δημόσιος τομέας παρουσίασε αύξηση μόλις 3,7%. Η άνιση κατανομή των καρπών της ανάπτυξης ευνόησε τα μεσαία και ανώτερα μεσαία στρώματα.

Παρόλο που τα οικογενειακά επιδόματα δεν έχουν αυξηθεί από το 2008, η κυβέρνηση Orbán έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια πολλά προγράμματα με στόχο την αναστροφή της πτωτικής δημογραφικής τάσης. Ωστόσο, οι φορολογικές απαλλαγές και οι στοχευμένες πιστώσεις έχουν συνδεθεί με το καθεστώς, , στην αγορά εργασίας. ενεργό ή μη, των (μελλοντικών) γονέων, και ειδικότερα των μητέρων.

Επιπλέον ορισμένες χρηματοδοτήσεις ανάλογα με το εισόδημα των νοικοκυριών, ευνόησαν και πάλι τα ανώτερα μεσαία στρώματα και τις οικογένειες με δύο ή περισσότερα παιδιά. Αν και η κυβέρνηση πέτυχε να αυξήσει το ποσοστό γονιμότητας, από 1,23 σε 1,45 παιδιά ανά γυναίκα σε δέκα χρόνια, αυτή η εξέλιξη έχει επηρεάσει κυρίως τις μορφωμένες γυναίκες σε μικρές πόλεις των περιφερειακών περιοχών, χωρίς να έχει καμία επίδραση στις μεγάλες πόλεις, και ειδικότερα στη Βουδαπέστη.

Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση προώθησε επίσης το παραδοσιακό οικογενειακό μοντέλο. Με μια εκλογική προοπτική με στόχο να κινητοποιήσει το πιο αντιδραστικό κομμάτι των ψηφοφόρων της και να πιστοποιήσει την πραγματικότητα ενός Kulturkampf (πολιτιστικού πολέμου) μεταξύ Βουδαπέστης και Βρυξελλών, η κυβέρνηση υιοθέτησε τον Ιούνιο του 2021 μιαν αμφιλεγόμενη νομοθεσία που απαγορεύει την «εκπροσώπηση» και την «προώθηση» της ομοφυλοφιλίας και φυλομεταβατικότητας μεταξύ ανηλίκων. Όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αδιαφορία των περισσότερων ψηφοφόρων, ακόμη και των δεξιών για αυτό το θέμα, κατέληξαν να το περιθωριοποιήσουν στην επικοινωνία της κυβέρνησης.

Η κυβερνητική γενναιοδωρία προς τις οικογένειες, από την άλλη, δεν έχει επηρεάσει την εκπαίδευση και την υγεία. Δύο μήνες πριν από τις εκλογές, τα σωματεία των εκπαιδευτικών κάλεσαν σε απεργία –την οποία η κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει– για να καταγγείλουν τις μισθολογικές τους συνθήκες (από τις χειρότερες στην Ευρώπη), την έλλειψη στελεχών και την κάθετη και συγκεντρωτική διαχείριση του κλάδου .

Το σχολείο δύσκολα εκπληρώνει το ρόλο του ως μεσολαβητή κοινωνικής κινητικότητας, η οποία είναι πολύ περιορισμένη εδώ και χρόνια στην Ουγγαρία σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τέλος, η πανδημία του Covid αποκάλυψε την ευθραυστότητα της δημόσιας υγείας. Με τους 45.000 θανάτους της, η Ουγγαρία κατατάσσεται στην 4η θέση στον κόσμο όσον αφορά την αναλογία συνολικού πληθυσμού/θανάτων από τον Covid.

 

Ποιο θα είναι το μετεκλογικό μέλλον;

 

Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, κυβερνητικές αφίσες ανέφεραν: «Η Ουγγαρία προχωρά, δεν υποχωρεί». Ωστόσο, η ρωσική επιθετικότητα ενίσχυσε τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές αδυναμίες και τις αδυναμίες στον τομέα της ασφάλειας της χώρας.

Τους τελευταίους μήνες, η άνοδος του πληθωρισμού (8,3% τον Φεβρουάριο) – που κινδυνεύει να επιταχυνθεί από τον πόλεμο – έχει επισκιάσει τις οικονομικές προοπτικές. Τα κυβερνητικά μέτρα για τον έλεγχό της δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το ανώτατο όριο των τιμών των καυσίμων στα βενζινάδικα έχει προκαλέσει το κλείσιμο μικρών πρατηρίων και παρουσιάζονται περιστασιακές ελλείψεις βενζίνης. Το πάγωμα των τιμών ορισμένων βασικών τροφίμων από την 1η Φεβρουαρίου 2022 δεν απέτρεψε τη γενική αύξηση του κόστους.

Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση γίνεται ακόμη πιο σημαντική. Όμως τόσο η Ουγγαρία όσο και η Πολωνία απειλούνται να την στερηθούν λόγω διαφορών με τις Βρυξέλλες σχετικά με το κράτος δικαίου, την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, τις συγκρούσεις συμφερόντων και τη διαφθορά. Σε απάντηση στην προσφυγή της Βουδαπέστης και της Βαρσοβίας, το Δικαστήριο της ΕΕ επικύρωσε τον περασμένο Φεβρουάριο το σύστημα που υιοθέτησε η Ένωση στα τέλη του 2020 και εξάρτησε τη χορήγηση κεφαλαίων σε σχέση με τη συμμόρφωση στους κανόνες δικαίου.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι, οι ψηφοφόροι -παρά την επιθυμία για αλλαγή- μπορεί να προτιμούν την «ουδέτερη» στάση του εθνικιστή πολεμιστή και τις υποσχέσεις του για χαμηλές τιμές ενέργειας.

Όσο δε αφορά την πολιτική της ΕΕ έναντι της Ουγγαρίας παρουσιάζεται να είναι διστακτική καθόσον η ουκρανική κρίση απαιτεί ενότητα εντός της ΕΕ ενώ επαναπροσδιορίζονται οι προτεραιότητες από τη μαζική εισροή προσφύγων. Ωστόσο, ο κίνδυνος αναστολής παροχής κεφαλαίων από την ΕΕ υπάρχει και αφορά, στην περίπτωση της Ουγγαρίας, περίπου 40 δισ. ευρώ, στα οποία προστίθενται περίπου 7,2 δισ. στο πλαίσιο του σχεδίου ανάκαμψης, που εκκρεμούν ακόμη.

Τον Μάρτιο του 2022, η Ουγγαρία άλλαξε επίσης τη θέση που είχε υιοθετήσει ένα χρόνο νωρίτερα, όταν, αντίθετη στα αιτήματα των Βρυξελλών, η κυβέρνηση σκέφτηκε να μην διεκδικήσει όλη τη χρηματοδότηση από το σχέδιο ανάκαμψης. Τώρα η Ουγγρική πλευρά επικαλείται τα αποτελέσματα της ουκρανικής κρίσης, για να δικαιολογηθεί η ανατροπή και να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή. Εκτιμάται ότι η Ευρωπαϊκή πλευρά και λόγω Ουκρανικής κρίσης θα απαιτήσει, μέρος της χρηματοδότησης από το σχέδιο ανάκαμψης να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση της εξάρτησης της Ουγγαρίας από το ρωσικό αέριο.

Στην αναμέτρηση με τις Βρυξέλλες, η κυβέρνηση Όρμπαν έχασε, τουλάχιστον προς το παρόν, τον σύμμαχό της. Η ουγγρική αναζήτηση ουδετερότητας απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία απομόνωσε περαιτέρω τον Βίκτορ Όρμπαν στα πλαίσια της ομάδας του Βίσεγκραντ.

Δύο ημέρες πριν από τις εκλογές της Κυριακής, ο Ούγγρος πρωθυπουργός παραμένει στη διπλωματική οδό μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας. Το ίδιο το εκλογικό σώμα του Fidesz είναι χωρισμένο μεταξύ μιας πλειοψηφικής ευρωατλαντικής πτέρυγας και μιας άλλης, πιο μετριοπαθούς, ευαίσθητης στη ρωσική αμφισβήτηση του ουκρανικού εθνικισμού από συμπάθεια για την ουγγρική μειονότητα στη χώρα αλλά και επειδή εμφορείται από αντιαμερικανικά αισθήματα.

Η αντιπολίτευση του ουράνιου τόξου φαίνεται να δυσκολεύεται να μεταφράσει τη ρητορική Ανατολής και Δύσης, του «αυταρχισμού» και της «δημοκρατίας» στο λεξιλόγιο της καθημερινότητας.

Δεδομένης αυτής της κατάστασης οι Ούγγροι καλούνται να επιλέξουν μεταξύ της Ανατολής – που ενσαρκώνει ο Ρώσος πρόεδρος και ο φίλος του Orbán – και της Δύσης που πρεσβεύει το αντιπολιτευόμενο μπλοκ που κύριο σύνθημά του είναι η ξεκάθαρη ένταξη της χώρας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ με την αποκατάσταση του κράτους δικαίου, των δημοκρατικών θεσμών, της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης και της καταπολέμησης της διαφθοράς.

 Παρά την επιθυμία για αλλαγή, όπως αποδεικνύεται από τις δημοσκοπήσεις, οι ψηφοφόροι μπορεί να προτιμούν την «ουδέτερη» στάση του εθνικιστή αρχηγού και τις υποσχέσεις του για χαμηλές τιμές ενέργειας.

 Έστω και αν αυτό σημαίνει να τον δουν να αλλάζει προσανατολισμό μετά τις εκλογές, επιβεβαιώνοντας τη φήμη του ως πολιτικού χαμαιλέοντα…

Αναγνώστηκε 742 φορές
Αντωνία Πάνου

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.