Γκριζοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος των ΑΟΖ. Δεύτερο μέρος, του Κώστα Μάρκου.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017 09:10 Συντάκτης:

Προϋπόθεση για να παίξουν η εργατική τάξη και οι λαοί των δυο εθνοτήτων της Κύπρου τον ιστορικό απελευθερωτικό ρόλο τους είναι η ενότητά τους και η πάλη για τη διεκδίκηση και κατάκτηση μιας διπλής ανεξαρτησίας

 

Το Κυπριακό, οι αστικοί ανταγωνισμοί και η Αριστερά - Δεύτερο μέρος

Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου έγινε προσπάθεια να εξηγηθεί ότι το Κυπριακό τίθεται πλέον σε νέα, ποιοτικά διαφορετική βάση, σε σχέση με την προηγούμενη εποχή, ακόμη και σε σχέση με την περίοδο του σχεδίου Ανάν. Κυριαρχούν το οικονομικό ζήτημα των κοιτασμάτων φυσικού αερίου και των ΑΟΖ που προέκυψε, η δομική καπιταλιστική κρίση και ο επιθετικός ρόλος των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων. Η εξέλιξη αυτή δεν καταργεί, αλλά θέτει σε άλλη ιστορική, οικονομική και διεθνή βάση το «παλιό», άλυτο, εθνικό, πολιτικό και ταξικό κυπριακό πρόβλημα. Εκτιμήθηκε ότι μια χυδαία, κερδοσκοπική «λύση για το φυσικό αέριο» είναι βαθιά αντιδραστική και ενέχει τον κίνδυνο «συριοποίησης» της Κύπρου που θα εμπλέξει και την Ελλάδα.

 

Το πρώτο μέρος τελείωνε με το ερώτημα: Ποιος και πώς μπορεί να αποτρέψει αυτόν τον εφιάλτη;

 

Η ανάγκη διπλής ανεξαρτησίας των δυο εθνοτήτων της Κύπρου

Η καθοριστική «εγγυήτρια δύναμη» για την αποτροπή μιας αντιδραστικής «λύσης για το αέριο» που εξυφαίνεται εν κρυπτώ στα σαλόνια της Ελβετίας, για την αποτροπή της «συριοποίησης» της Κύπρου και για την επιβολή μιας δίκαιης και ειρηνικής λύσης δεν είναι άλλη από το εργατικό και λαϊκό κίνημα των δυο εθνοτήτων της Κύπρου, μαζί με την ενεργητική διεθνιστική αλληλεγγύη του εργατικού κινήματος και των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας, με τη συμβολή και των άλλων λαών, ειδικά των χωρών που εμπλέκονται στο ζήτημα.

 

Προϋπόθεση για να παίξουν η εργατική τάξη και οι λαοί των δυο εθνοτήτων της Κύπρου τον ιστορικό απελευθερωτικό ρόλο τους είναι η ενότητά τους και η πάλη για τη διεκδίκηση και κατάκτηση μιας διπλής ανεξαρτησίας: Αφενός, της εθνικής ανεξαρτησίας από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία, αλλά και Ρωσία), καθώς και τις μικρότερες «εγγυήτριες δυνάμεις» (Ελλάδα και Τουρκία) και αφετέρου, της ταξικολαϊκής ανεξαρτησίας από τις κυρίαρχες αστικές δυνάμεις. Καθοριστικός είναι ο δεύτερος παράγοντας, όμως δεν επιτρέπεται να υποτιμάται το πολιτικά αποφασιστικό εθνικό ζήτημα της Κύπρου. Πρόκειται για έναν πρωτότυπο, ιστορικά εξελισσόμενο συνδυασμό της ταξικής πάλης, για μια σημαντική εθνική ιδιαιτερότητα, για ένα κουβάρι που δεν ξεμπλέκει με γενικεύσεις, δόγματα και τσιτάτα.

 

Ο ρόλος των πολυεθνικών ενέργειας

Η νέα, πυρετώδης προσπάθεια για «λύση» του Κυπριακού συνδέεται με την οσμή του φυσικού αερίου και τις ανακαλύψεις αξιοποιήσιμων (με τις νέες τεχνικές) κοιτασμάτων φυσικού αερίου και ίσως πετρελαίου, στην περιοχή της Αν. Μεσογείου, μέρος των οποίων βρίσκεται στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Δημοκρατίας της Κύπρου. Από τις έρευνες της αμερικανοϊσραηλινών συμφερόντων κοινοπραξίας Noble, στο υποθαλάσσιο «οικόπεδο 12» της Κύπρου, προέκυψαν όχι πολύ μεγάλα, όπως αρχικά δημοσιεύθηκε, αλλά αξιοποιήσιμα αποθέματα φυσικού αερίου στο κοίτασμα «Αφροδίτη» (εκτιμούνται από 3,5 έως και 7 τρις κυβικά πόδια), το οποίο βρίσκεται δυτικά του «Λεβιάθαν», που ανήκει στην ΑΟΖ του Ισραήλ.

 

Οι ανακαλύψεις αυτές πυροδότησαν μια αλυσίδα κινήσεων και ανταγωνισμών μεταξύ πολυεθνικών ενέργειας και κρατών. Ειδικά τα τελευταία δυο χρόνια, ο κύπριος υπουργός Ενέργειας επισκέφθηκε επαναλημμένα τις ΗΠΑ και ειδικά το Τέξας –έδρα της ExxonMobil- και ο κύπριος πρόεδρος την έδρα του ΟΗΕ. Ως νέος ειδικός σύμβουλος του ΟΗΕ διορίστηκε ο Έσπεν Μπαρτ Άιντεν, πρώην Υπουργός Άμυνας και Εξωτερικών της πετρελαιοπαραγωγού Νορβηγίας. Ταυτόχρονα, Κύπρος, Τουρκία, Ελλάδα, Ισραήλ, Λίβανος, Συρία και Αίγυπτος επιδόθηκαν σε μια ανταγωνιστική κούρσα διευθέτησης των ΑΟΖ, με την άμεση ανάμειξη των ΗΠΑ, της Μεγ. Βρετανίας, της Ρωσίας, αλλά και της Γαλλίας και Ιταλίας.

 

Η Τουρκία απείλησε πολλές φορές, αλλά τελικά, η αντιπαράθεση απέβη σε βάρος της. Μέσα στο 2016, η αμερικανική πολυεθνική ενέργειας ExxonMobil, η καταριανή Qatar Petroleum, η γαλλική Total, η ιταλική Eni και η κρατική νορβηγική Statoil «αναγνώρισαν» έμπρακτα τη «νομιμότητα» κατοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στα πιθανά κοιτάσματα, με τη συμμετοχή τους στους πρόσφατους κρατικούς διαγωνισμούς για τα δικαιώματα ερευνών στα οικόπεδα 10, 8 και 6 της κυπριακής ΑΟΖ. Πρόσφατα δημοσιεύματα (21/12/16) πληροφορούν ότι η έρευνα στο πολλά υποσχόμενο οικόπεδο 10 κατοχυρώθηκε στην κοινοπραξία ExxonMonbil και Qatar Petroleum, με τη δεύτερη να ειδικεύεται σε σταθμούς υγροποίησης αερίου. Η κοινοπραξία Total – Eni φαίνεται να παίρνει τα άλλα δυο οικόπεδα.

 

Ο ρόλος αυτών των πολυεθνικών στην τύχη του Κυπριακού θα είναι καθοριστικός, κάτι που μπορεί να κατανοηθεί από το γιγαντιαίο μέγεθός τους. Η ExxonMobil είναι η δεύτερη στη λίστα του Fortune με τις 500 πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις στον πλανήτη, με έσοδα 246,2 δις δολάρια, το 2015. Η Total είναι 24η στον κόσμο με 143,4 δις δολ. και η Eni, 65η με 92,9 δις δολ. Το σύνολο των εσόδων τους φτάνει τα 482,5 δις δολ., το οποίο είναι μεγαλύτερο από το ΑΕΠ 170 κρατών του κόσμου. Συγκριτικά, το ΑΕΠ της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι στα 24 δις δολ., μόλις το 10% των εσόδων της ExxonMobil.

 

Με βάση τα παραπάνω, οι ελληνοκύπριοι, οι έλληνες, οι τουρκοκύπριοι και τούρκοι καπιταλιστές, τα κράτη και οι κυβερνήτες τους, μέσα από τον ανταγωνισμό τους, προσβλέπουν και έχουν «συμφέρον» από μια διευθέτηση του Κυπριακού, των ΑΟΖ και των ζωνών επιρροής, κάτω από την κυριαρχία των μεγάλων πολυεθνικών μονοπωλίων ενέργειας και των ιμπεριαλιστικών κρατών τους, για το μοίρασμα των «οικοπέδων», των αγωγών, των εργοστασίων και, κυρίως, για το μοίρασμα της υπεραξίας που θα εξαχθεί από την εκμετάλλευση των εργαζομένων που θα κινήσουν τις τεράστιες επενδύσεις.

 

Πρώτα από όλα οι ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι εργαζόμενοι χρειάζεται να κατανοήσουν τους μεγάλους κινδύνους «συριοποίησης» της Κύπρου, στρατιωτικών αντιπαραθέσεων, περιβαλλοντικής καταστροφής και  μετατροπής τους σε φτωχά υποχείρια με μισθούς και εργασιακές σχέσεις Μεξικού, όπως υπόσχεται στις πολυεθνικές ο Τραμπ, εάν ο πλούτος αυτός παραδοθεί στις ιδιωτικές πολυεθνικές, αντί να περάσει στο δημόσιο του ενιαίου κράτους και στον εργατολαϊκό έλεγχο, με την ειρηνική συμμετοχή και συνεργασία όλων των γειτονικών λαών.

 

Και δεν πρέπει να ξεχνούν, ότι όπου ο ορυκτός πλούτος, η αξιοποίηση και διαχείρισή του έμεινε στα χέρια ιδιωτών και καπιταλιστών, χωρίς τη μαχητική παρέμβαση του εργατικού λαϊκού κινήματος, αλλά και της ανατρεπτικής και κομμουνιστικής Αριστεράς, οι κοινωνίες αυτές έζησαν τη φρίκη αντιδραστικών καθεστώτων, πολέμων και εκμετάλλευσης.

 

Ο ρόλος της βρετανικής εδαφικής επικράτειας, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και η Ρωσία

Η ύπαρξη βρετανικής εδαφικής επικράτειας (3% του νησιού) και στρατιωτικής βάσης στο νησί είναι ένα αποκρουστικό υπόλειμμα της αγγλικής αποικιοκρατίας και ταυτόχρονα ένα σύγχρονο φρούριο ιμπεριαλιστικών εξορμήσεων (από εκεί εφορμούσαν αγγλικά αεροπλάνα εναντίον της Συρίας) και παρακολούθησης (εκεί εδρεύει ένα τμήμα του Echelon). Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ κινούνται ενιαία στο ΝΑΤΟ, ενώ μετά το Brexit και τη συνάντηση Μέι με Τραμπ, οι σχέσεις αυτές θα δυναμώσουν. Στις τωρινές διαπραγματεύσεις, η Μεγ. Βρετανία (και οι ΗΠΑ) ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη διατήρηση της στρατιωτικής βάσης της, κάνοντας κάποιες παραχωρήσεις στο ποσοστό της εδαφικής επικράτειάς της. Η παραμονή της θα αποτελεί «βάση» ποδηγέτησης και ελέγχου του επιδιωκόμενου «ενιαίου» κυπριακού κράτους, «βάση» περιφρούρησης των επενδύσεων των πολυεθνικών ενέργειας, από τις εργατικές και λαϊκές διεκδικήσεις.

 

Το θεμελιώδες αυτό ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας, στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, δεν το θέτει καμία από τις αστικές δυνάμεις της Κύπρου. Οι αιτίες είναι δυο: Από τη μια πλευρά, οι σχετικά αδύναμες αστικές τάξεις των ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων παραχωρούν πρόθυμα ή απρόθυμα ένα τμήμα της εθνικής τους κυριαρχίας, διότι ο βρετανικός και κατ’ επέκταση, ο αμερικανονατοϊκός ιμπεριαλισμός αποτελούν μια «εγγύηση», έναν «στρατηγικό σύμμαχο» για την ταξική κυριαρχία τους ενάντια στην εργατική τάξη και τους λαούς του νησιού. Από την άλλη, αποτελούν «εγγύηση» και «στρατηγικό σύμμαχο» στη δική τους, ασφαλώς υποδεέστερη, αλλά αναγκαία συμμετοχή στο μοίρασμα και ξαναμοίρασμα κοιτασμάτων, αγωγών, αγορών και υπεραξίας, στον τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, σε συνθήκες οξύτατης έντασης των ανταγωνισμών. Για τις ίδιες περίπου αιτίες και με βάση τους ειδικούς σκοπούς και αναλογίες δύναμης, ούτε η ελληνική, ούτε η τουρκική αστική τάξη θέτουν ζήτημα αποχώρησης της Βρετανίας από την Κύπρο.

 

Για τις ίδιες επίσης αιτίες, η ελληνοκυπριακή και η ελληνική αστική τάξη παραχωρούν κυριαρχικά εθνικά δικαιώματα στην ΕΕ και ειδικά στη Γερμανία, ενώ ούτε η τουρκική αστική τάξη θέτει ζήτημα αποχώρησης της Κύπρου από αυτήν. Στις τωρινές διαπραγματεύσεις, η ελληνική και ελληνοκυπριακή αστική τάξη «ξέχασαν» το σύνθημα της «ευρωπαϊκής λύσης». Για ποια «ευρωπαϊκή λύση» μπορεί να μιλά κανείς πρακτικά μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και πώς να είναι πειστική προπαγανδιστικά, μετά την εμπειρία του κουρέματος των λαϊκών καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες και το κυπριακό ευρωμνημόνιο; Για αυτούς τους λόγους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε αντίθεση με το σχέδιο Ανάν όπου είχε διαδραματίσει ενεργό ρόλο, περιορίζεται σε δευτερεύοντα ρόλο.

 

Ωστόσο, κανείς πλέον δεν μπορεί να παραγνωρίσει την έμπρακτη προώθηση του γερμανικού σχεδίου για την ενσάρκωση και ενεργό ρόλο του ευρωενωσιακού ιμπεριαλιστικού στρατού και αστυνομίας, άμεσα με τη μετατροπή της FRONTEX σε στρατιωτική συνοριοφυλακή, με την Κύπρο να αποτελεί το ανατολικό άκρο της γερμανογαλλικής επικράτειας. Προώθηση που επιταχύνεται μετά το Brexit και τη σύγκρουση της νέας αμερικανικής προεδρίας με την ΕΕ και ειδικά με τη Γερμανία.

 

Από ορισμένα τμήματα δεξιών, εθνικιστικών, αστικών, αλλά και αριστερών, μικροαστικών, ελληνοκυπριακών δυνάμεων προτείνεται μια «στρατηγική συμμαχία» με τη Ρωσία. Αυτή η συμμαχία, ίσως να εμπεριείχε κάποια αμφιλεγόμενα προοδευτικά στοιχεία επί ΕΣΣΔ, αλλά τώρα, παραγνωρίζει ότι η Ρωσία έχει μετατραπεί σε μια πλήρως καπιταλιστική χώρα με σαφή επιθετικά ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Υπάρχει πλέον και η εμπειρία: ο Πούτιν αρνήθηκε το τόσο αναγκαίο δάνειο στον αριστερό και «φίλο» της Ρωσίας, Χριστόφια και τον άφησε στα νύχια της ΕΕ και του ΔΝΤ, ενώ δεν δίστασε να «πουλήσει» τους Κούρδους της Συρίας, όταν τα ιδιοτελή κρατικά συμφέροντα του ρωσικού κεφαλαίου οδήγησαν σε μια (ασταθή, για την ώρα) συμμαχία με την Τουρκία, το βασικό «εχθρό» των ελληνοκυπρίων. Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός, μετά τις επιτυχίες του στον πόλεμο της Συρίας, διεκδικεί έναν αναβαθμισμένο ρόλο στην περιοχή των πετρελαίων και αγωγών. Ειδικά στο Κυπριακό, παρεμβαίνει μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

 

Είναι αναγκαία η εκμετάλλευση των ενδοϊμπεριαλιστικών διαφορών, είναι όμως άλλο πράγμα η «στρατηγική συμμαχία» υποταγής σε κάποια από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

 

Η ιδιοτέλεια της ελληνικής αστικής τάξης και της κυβέρνησης Τσίπρα

Η ελληνοκυπριακή και ελληνική αστική τάξη υπέστησαν μια οδυνηρή ήττα, στον πόλεμο του 1974, με μεγάλες συνέπειες για τον ελληνοκυπριακό λαό. Τώρα, επιχειρούν να εκμεταλλευθούν σε όφελός τους τις οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές ήττες του τουρκικού κεφαλαίου και κράτους σε άλλα πεδία, τη σχετική αδυναμία και υποχώρησή τους. Ένα όφελος που δεν ταυτίζεται με τα λαϊκά συμφέροντα των ελληνοκυπρίων.

 

Στις νέες διαπραγματεύσεις, η ελληνική και ελληνοκυπριακή αστική τάξη, μαζί με τις κυβερνήσεις Τσίπρα και Αναστασιάδη, μαζί με όλο το δεξιό και «αριστερό» προσωπικό τους, προωθούν τα ιδιαίτερα ταξικά και εθνικά συμφέροντά τους στην επιδιωκόμενη «ενοποίηση» κάτω από το σύνθημα «το Κυπριακό είναι πρόβλημα τουρκικής εισβολής και κατοχής». Πρόκειται για μια αλήθεια και ένα δίκαιο αίτημα που από την πλευρά τους τίθεται ιδιοτελώς, στενά και χωρίς συνέπεια. Γύρω από αυτό το αίτημα, οι δυο αστικές τάξεις συναντιούνται με πολλαπλές επιδιώξεις και για τα ιδιαίτερα συμφέροντά της η κάθε μια:

 

Η ελληνική αστική τάξη για να αποδυναμώσει τον κύριο ανταγωνιστή της στην περιοχή, το τουρκικό κεφάλαιο. Η ελληνοκυπριακή αστική τάξη για να γίνει ο κύριος του νησιού, ο αφέντης ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, ο προνομιούχος εκμεταλλευτής όλων και ο μεγαλύτερος επικαρπωτής της όποιας μερίδας αφήσουν οι «ψιλοί κύριοι» των πολυεθνικών, πάνω στα κοιτάσματα φυσικού αερίου. Επιπρόσθετα, με αυτό το αίτημα, επιχειρούν και εν μέρει πραγματοποιούν, πολλαπλές συμμαχίες: Με τους ελληνοκύπριους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες και ευρύτερα, με τον ελληνοκυπριακό λαό. Αλλά και με τον τουρκοκυπριακό λαό, ακόμη και με τμήματα της τουρκοκυπριακής αστικής τάξης, που ανάλογα καταπιέζονται ή παραγκωνίζονται από τη δράση του τουρκικού κεφαλαίου.

 

Παράλληλα, ειδικά η ελληνική αστική τάξη συγκαλύπτει με αυτό τον τρόπο την ύπαρξη και αντιδραστική λειτουργία της παρουσίας του ελληνικού στρατού στην Κύπρο. Όπως θα εξηγηθεί παρακάτω, η παρουσία του ελληνικού στρατού δεν μπορεί να ταυτίζεται με την πολεμική εισβολή και κατοχή του τουρκικού στρατού. Είναι άλλο πράγμα η στρατιωτική εισβολή και άλλο η πολιτικοοικονομική επιβολή της παρουσίας ενός στρατού. Όπως άλλο πράγμα είναι οι βάσεις του αμερικανικού στρατού στην Ελλάδα και άλλο ο πόλεμος, η εισβολή και κατοχή στο Ιράκ.

 

Ωστόσο, αυτή η ποιοτική διαφορά δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραμονή του στρατού της Ελλάδας σε ένα υποτίθεται ανεξάρτητο και ενιαίο κράτος. Η παρουσία αυτή επιβάλει με τη δύναμη (ή και την απειλή) των όπλων τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης, που όπως έδειξε η εμπειρία του πραξικοπήματος της χούντας εναντίον του Μακαρίου, δεν ταυτίζονται με αυτά του κυπριακού λαού, ακόμη και του ελληνοκυπριακού, ακόμη και της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης. Από την ίδια σκοπιά, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η ύπαρξη του καθεστώτος των «εγγυητριών δυνάμεων» που υποβιβάζει την Κύπρο σε ένα προτεκτοράτο.

 

Τόσο η ελληνική, όσο και η ελληνοκυπριακή αστική τάξη και οι κυβερνήσεις τους, αντιτίθενται στο καθεστώς των «εγγυητριών δυνάμεων» και, φαινομενικά, συμβαδίζουν με την αναγκαιότητα για μια «ανεξάρτητη Κύπρο». Κίνητρο δεν είναι η ειλικρινής προσπάθεια για την ανεξαρτησία της Κύπρου, αλλά η χρήση της ανώτερης οικονομικής δύναμης του ελληνοκυπριακού κεφαλαίου, σε σχέση με το πιο αδύναμο τουρκοκυπριακό (μαζί με τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή αναλογία των ελληνοκυπρίων στο νησί). Σε σύγκριση με τα 24 δις δολ. του ελληνοκυπριακού ΑΕΠ, το ΑΕΠ που παράγεται στα κατεχόμενα εδάφη μόλις που φτάνει τα 4 δις (το 17,4% του ελληνοκυπριακού).

 

Κίνητρό τους είναι η προσδοκία (και η ικανότητα) μετατροπής των τουρκοκυπρίων εργαζόμενων σε εργάτες «δεύτερης διαλογής», σε εσωτερικούς μετανάστες, κατ’ αναλογία με τους παλαιστίνιους στο Ισραήλ, στο όνομα της «λύσης για το φυσικό αέριο». Ο υποκριτικός χαρακτήρας αυτού του αιτήματος από την ελληνική αστική τάξη και κυβέρνηση, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Τσίπρας αποδέχεται στην πράξη την «τριμερή» συνάντηση με Ερντογάν και Μέι, «εάν πραγματοποιηθούν βήματα», αντί να διακηρύξει ότι παραιτείται μονομερώς από αυτό το απεχθές «δικαίωμα» και αντί να διακηρύξει ότι τα ελληνικά στρατεύματα θα αποχωρήσουν την ίδια στιγμή που θα αποχωρήσει και ο τουρκικός στρατός κατοχής.

 

Επίσης, δεν μπορεί να μην υπολογιστεί ο επικίνδυνος, επιθετικός και ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ – Αιγύπτου, κάτω από αμερικανική καθοδήγηση. Αυτός ο άξονας, εκτός από την απειλητική στρατιωτική παρουσία ενάντια στους λαούς της περιοχής, αποτελεί και άξονα πίεσης για μια άδικη κατανομή των κοιτασμάτων φυσικού αερίου και των ΑΟΖ σε βάρος των δικαιωμάτων των λαών της Τουρκίας και υπέρ των αστικών τάξεων του Ισραήλ, της Αιγύπτου, της Ελλάδας και των ελληνοκυπρίων.

 

Η ιδιοτέλεια της τουρκικής αστικής τάξης και του καθεστώτος Ερντογάν

Από την πλευρά της τουρκικής και (των κυρίαρχων τμημάτων) της τουρκοκυπριακής αστικής τάξης, η επιδιωκόμενη «ενοποίηση» προωθείται κάτω από το σύνθημα «το Κυπριακό είναι πρόβλημα καταπίεσης της τουρκοκυπριακής μειονότητας». Έτσι δικαιολογείται η παρουσία του τουρκικού στρατού ως «εγγυητή» της ισοτιμίας και ελευθερίας της. Η καταπίεση της τουρκοκυπριακής μειονότητας στην εποχή πριν την τουρκική εισβολή είναι μια ιστορική αλήθεια που η επίκλησή της από την πλευρά της τουρκικής αστικής τάξης είναι επίσης ιδιοτελής. Η προβολή της ισοτιμίας της στο ενιαίο κράτος είναι ένα δίκαιο αίτημα που από την πλευρά του Ερντογάν είναι ιδιοτελές, στενό και μερικό, διότι επιχειρεί να συγκαλύψει τους ειδικούς ταξικούς και εθνικοαστικούς σκοπούς της τουρκικής εισβολής και κατοχής.

 

Η τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή μέρους του νησιού αποτελεί δεσπόζοντα ειδικό παράγοντα για την υπερεκμετάλλευση της μικρής τουρκοκυπριακής εργατικής τάξης από το τουρκικό και τουρκοκυπριακό κεφάλαιο, παράγοντα διαχρονικής αντιδημοκρατικής πολιτικής καταπίεσης πάνω στον τουρκοκυπριακό λαό και, επί Ερντογάν, παράγοντα ισλαμοθρησκευτικής αντιδραστικής ιδεολογίας. Αλλά και σοβαρού κινδύνου εμπλοκής των τουρκοκυπρίων στους τυχοδιωκτισμούς του στην περιοχή για μια άδικη και υπέρ της δικής του πλευράς, κατανομή των πόρων και των ΑΟΖ. Η λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου» είναι ένα μόρφωμα – μαριονέτα, με μια επιδοτούμενη από το τουρκικό κράτος και άρα υποτελή τουρκοκυπριακή αστική τάξη. Τα τελευταία 15 χρόνια αυτή η «προστασία» της τουρκοκυπριακής μειονότητας κόστισε στην Τουρκία 6 δις δολ. επιδοτήσεων.

 

Ο τουρκικός στρατός κατοχής στο 37% του νησιού αποτελεί ταυτόχρονα και απειλή για την πλήρη κατοχή του νησιού και τον υποβιβασμό της ελληνοκυπριακής εργατικής τάξης και λαού σε πλήρως ανελεύθερο ανδράποδο, για την ανηλεή εκμετάλλευσή τους εκ μέρους των τουρκικών πολυεθνικών. Κατοχή, που την ίδια στιγμή, σπρώχνει και δικαιολογεί την υποταγή του ελληνοκυπριακού λαού στους «ομόθρησκους» και «ομόγλωσσους» ελληνοκύπριους  και έλληνες καπιταλιστές.

 

Η τουρκική στρατιωτική επέμβαση δεν ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής του τουρκοκυπριακού λαού, όπως ισχυρίζεται η αστική τάξη της Τουρκίας, αλλά προϊόν βίας σε βάρος και των δυο λαών του νησιού, προϊόν επιβολής της δύναμης του ανωτέρου. Έφερε την παράνομη –για κάθε Δίκαιο- εγκατάσταση εποίκων, η οποία αποτελεί την «άλλη πλευρά» της εθνοκάθαρσης, για την εθνοτική αλλοίωση του πληθυσμού, για την εκμετάλλευση των εγκαταλειμμένων περιουσιών των ελληνοκυπρίων και για τη διαίρεση των κατοίκων στα κατεχόμενα εδάφη σε αυτόχθονες και εποίκους, προς διαιώνιση της εκμετάλλευσης, της πολιτικής ανελευθερίας και της πολιτιστικής καθυστέρησης.

 

Δεν πρέπει να υποτιμηθεί, επίσης και ο αντιδραστικός, επιθετικός χαρακτήρας του ασταθή ακόμα, αλλά με σοβαρή προοπτική σταθεροποίησης, στρατιωτικοπολιτικού άξονα Τουρκίας – Ρωσίας – Ιράν.

Η καταπίεση της τουρκοκυπριακής μειονότητας

Από την πλευρά των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων του νησιού, το δίκιο του αιτήματος για άμεση αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής και κατοχής, δεν μπορεί και δεν πρέπει να συγκαλύψει ή να παραμερίσει το δίκιο του αιτήματος για ισοτιμία και προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητας. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να κρύψει την ιστορική αλήθεια -δηλαδή όλη την αλήθεια- της ποταπής καταπίεσης και της εγκληματικής, ληστρικής και παραστρατιωτικής δράσης των αντιδραστικών ελληνοκυπρίων και ελλήνων ενάντια στην τουρκοκυπριακή μειονότητα, κάτω από την καθοδήγηση των αντικομμουνιστικών αστικών κύκλων, της ΕΟΚΑ Β΄ και του «κομμουνιστοφάγου» Γρίβα. Καταπίεση και εγκληματική δράση που έλαβε χώρα μέσα στον κοινό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατία και ιδιαίτερα μετά από τις πρώτες ασταθείς κατακτήσεις ανεξαρτησίας, στη δεκαετία του ΄60, διασπώντας την αναγκαία ενότητα αυτού του αγώνα, σε όφελος, τελικά, των βρετανών αποικιοκρατών και των αμερικανών διαδόχων τους.

 

Το τότε σύνθημα της ελληνικής και ελληνοκυπριακής αστικής τάξης για «Ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα, στο όνομα της «εθνικής αυτοδιάθεσης», ήταν ένα αντιδραστικό αίτημα ιμπεριαλιστικής προσάρτησης της Κύπρου σε μια ανελεύθερη αντικομμουνιστική Ελλάδα, κατ’ αναλογίαν της  «σύνδεσης» (Anschluss) της Αυστρίας με τη ναζιστική Γερμανία, που διαίρεσε τους λαούς της Κύπρου. Που άνοιξε το δρόμο για την αντιδραστική «διπλή ένωση», δηλαδή τη διχοτόμηση του νησιού, την οποία προώθησε ο αμερικανοβρετανικός ιμπεριαλισμός ως «συμβιβαστική» λύση υπέρ των συμφερόντων του, με τη συμμετοχή της ελληνικής χούντας και της τουρκικής κυβέρνησης.

 

Αντίστοιχα αντιδραστική ήταν και είναι και η «ένωση» των τουρκοκυπρίων και του κατεχόμενου «κράτους» με την Τουρκία, με την οποία απειλεί ανοιχτά ο Ερντογάν και οι διπλωμάτες του.

Οι επαναστάτες κομμουνιστές και οι συνεπείς αριστεροί είναι σταθερά υπέρ του δικαιώματος για αντιιμπεριαλιστική εθνική αυτοδιάθεση αλλά όχι υπέρ μιας ιμπεριαλιστικής επιβολής που βαφτίζεται «αυτοδιάθεση». Δεν βλέπουν αφηρημένα την εθνική αυτοδιάθεση αλλά τη συνδέουν με την πραγματική ελευθερία έκφρασης και βούλησης του λαού ενός έθνους. Συνδέουν το εθνικό με το πολιτικό και το κοινωνικό ζήτημα. Δεν παίρνουν αφηρημένα θέση υπέρ του δικαιώματος της «ένωσης», του «αποχωρισμού» ή της «ανεξαρτησίας». Αναλύουν συγκεκριμένα ποια τάξη και με ποια προοπτική είναι υπέρ της «ένωσης», του «αποχωρισμού» ή της «ανεξαρτησίας». Αλλά πάντα σέβονται την πλειοψηφική, ελεύθερη βούληση του λαού ενός έθνους, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι της «εθνικής» ή «κρατικής» αρεσκείας τους. Από αυτή τη σκοπιά, οι δυο κυπριακοί λαοί μαζί θα μπορούσαν να επιλέξουν τόσο την ελεύθερη «ένωση» με μια ελεύθερη, κοινωνικά δίκαιη, εθνικά ισότιμη, αντικαπιταλιστική Ελλάδα όσο και Τουρκία, αρκεί να πείθονταν ότι είναι η καλύτερη προοπτική για αυτούς. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα του «αποχωρισμού» ή της «ανεξαρτησίας» από την Ελλάδα, την Τουρκία ή και τους δυο, από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ κ.λπ.

 

Το «άλυτο ταξικό πρόβλημα» της Κύπρου

Με βάση όλα τα παραπάνω, το Κυπριακό αποτελεί ταυτόχρονα «άλυτο πρόβλημα», α) ιμπεριαλιστικής νεοαποικιοκρατίας και καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, β) πολυεθνικής μονοπωλιακής εκμετάλλευσης, γ) τουρκικής εισβολής και κατοχής, δ) εξάρτησης από την ελληνική αστική τάξη, ε) ισοτιμίας των δυο εθνοτήτων, αλλά κυρίως, στ) «άλυτο πρόβλημα» ταξικής ενότητας και πάλης των δυο λαών.

 

Στην ιστορική εποχή που ζούμε, κάτω από τους συγκεκριμένους, δύσκολους, διεθνείς, τοπικούς και εγχώριους συσχετισμούς, η αντιιμπεριαλιστική εθνική ανεξαρτησία, ενότητα και κυριαρχία της Κύπρου αποτελεί το καλύτερο έδαφος για την ανάπτυξη της ταξικής ενότητας και πάλης των ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων εργαζόμενων, για την προάσπιση των άμεσων και μακροπρόθεσμων συμφερόντων τους με στρατηγικό σκοπό την επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση.

 

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη δημιουργία της Τρίτης Διεθνούς, το κομμουνιστικό κίνημα στην Κύπρο δημιούργησε τις πρώτες μορφές ανεξάρτητης ταξικής ενότητας ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Μορφές ταξικής ενότητας που στράφηκαν ταυτόχρονα ενάντια στην αστική τάξη του νησιού και ενάντια στην αγγλική αποικιοκρατία, με τη δημιουργία κοινού κομμουνιστικού κόμματος, συνδικάτων και λαϊκών ενώσεων. Η υποχώρηση τους επαναστατικού κύματος και ο ταξικός εκφυλισμός της ΕΣΣΔ, ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνέβαλαν στο να κυριαρχήσουν σταδιακά τα πρώτα σπέρματα εθνικού διχασμού στο κυπριακό εργατικό και λαϊκό κίνημα, που επέτρεψαν την εκμετάλλευση των υπαρκτών εθνικών διαφορών από τον ιμπεριαλισμό και τις αστικές τάξεις, που μετέβαλαν το εργατικό και λαϊκό κίνημα σε εξάρτημά τους.

 

Αυτές οι δυο αντίθετες τάσεις –«ανεξάρτητη ταξική εργατολαϊκή ενότητα ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων» και «ταξική εξάρτηση από τις δυο αστικές τάξεις και τον ιμπεριαλισμό»- συνυπάρχουν και σήμερα, με τη δεύτερη τάση να έχει ακόμη καταλυτικά την ηγεμονία στο εργατικό κίνημα της Κύπρου. Χαρακτηριστική και των δυο τάσεων και της σχέσης μεταξύ τους είναι η επανεμφάνιση και σύγκληση του Πανσυνδικαλιστικού Φόρουμ Κύπρου (ΠΦΚ), στις 9 Ιανουαρίου 2017, μιας ένωσης δεκαεννέα ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών συνδικάτων, που εξέδωσε «Κοινή Διακήρυξη» στις δυο γλώσσες, με τα ιδιαίτερα εργατικά αιτήματα «για την επίτευξη μιας δίκαιης λύσης και την επανένωση της κοινής μας πατρίδας μέσα από την διαδικασία των διαπραγματεύσεων» (https://omospondia.net/2017/01/koinh-diakhry3h-pansyndikalistikoy-foroym-kypoy).

 

Η «Κοινή Διακήρυξη» θέτει τα παρακάτω αιτήματα: Εφαρμογή ενιαίου συστήματος εργασιακών σχέσεων, απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης, καθορισμού μισθών και απολαβών. Πλήρης σεβασμός του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης, του συνεταιρίζεσθαι και της επιλογής απασχόλησης σε οποιαδήποτε περιοχή της Κύπρου. Πλήρης απαγόρευση των διακρίσεων αναφορικά με την απασχόληση ή/και τις απολαβές λόγω εθνικής καταγωγής, θρησκείας, χρώματος, φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού. Εφαρμογή ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση περιβάλλοντος ανεκτικότητας, ειρηνικής συνύπαρξής και αλληλοσεβασμού.

 

Τα αιτήματα αυτά, από τη μια πλευρά, προωθούν την κοινή εργατική πάλη υπερβαίνοντας την εθνική διαίρεση και για αυτό έχουν μια θετική συνεισφορά. Αλλά από την άλλη χαρακτηρίζονται: α) Από μια επικίνδυνη αοριστία. Σκόπιμα δεν διευκρινίζεται, με ποιο «ενιαίο σύστημα εργασιακών σχέσεων». Με ελαστικές ή με σταθερές και ασφαλείς σχέσεις εργασίας; Και σε ποιο ύψος το «ενιαίο σύστημα καθορισμού μισθών»; Των κατώτερων τουρκοκυπριακών ή των ανώτερων ελληνοκυπριακών; Των μισθών προ ή μετά μνημονίου; β) Από την παράδοση της «δίκαιης λύσης» στα χέρια των ιμπεριαλιστών και των αστικών τάξεων. Χαρακτηριστικά, γράφουν, «οι οργανώσεις μέλη του ΠΦΚ εκφράζουν την ενεργητική στήριξή τους στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις στη Γενεύη και καλούν τους δύο ηγέτες όπως εργαστούν με καλή θέληση και προσήλωση για να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα και επιτυχής κατάληξη». γ) Από τη λογική της ταξικής συνεργασίας και εξάρτησης. Όπως λένε, επιδιώκουν την «ύπαρξη μιας ενιαίας οικονομίας και αγοράς εργασίας που θα έχει στο επίκεντρό της την ενίσχυση της ευημερίας όλων των Κυπρίων». Και, δ) χαρακτηρίζονται από την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα της συνταγματικής, πολιτικής και ουσιαστικής ισοτιμίας των δυο βασικών εθνοτήτων.

 

Η «λύση» βρίσκεται στην ταξική ενότητα και ανεξαρτησία των λαών της Κύπρου

Στη σημερινή περίοδο και την πιθανή «λύση για το φυσικό αέριο», οι μικρές επαναστατικές κομμουνιστικές, αντικαπιταλιστικές και διεθνιστικές δυνάμεις, οι συνεπείς αντιιμπεριαλιστικές αριστερές δυνάμεις των δυο λαών στην Κύπρο, αλλά και στην Ελλάδα και την Τουρκία, καλούνται να προβάλουν τις ιδιαίτερες, ανεξάρτητες ταξικές διεκδικήσεις σε όλο το φάσμα του κυπριακού προβλήματος, που θα τις ενώνουν στον κοινό αγώνα.

 

Αυτό το «πλαίσιο πάλης» δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της σκέψης κάποιων στενών «πρωτοποριών» και μάλιστα εδώ στην Ελλάδα, αλλά ζήτημα πλατιάς συζήτησης και ζύμωσης, πρώτα από όλα στην Κύπρο, στους εργαζόμενους και των ελληνοκυπρίων και των τουρκοκυπρίων. Με βάση τις πιο προωθημένες κοινωνικές και εθνικές ταξικές θέσεις και διεκδικήσεις, με βάση τη γνώση της ιστορίας, τον εργατικό διεθνισμό και με σεβασμό στο λαϊκό πατριωτισμό και των δυο εθνοτήτων, ένα τέτοιο πλαίσιο θέσεων για το Κυπριακό θα μπορούσε να περιέχει τα παρακάτω:

 

-        Κύπρος ενιαία, ανεξάρτητη, αντιιμπεριαλιστική – Κύπρος της κοινωνικής δικαιοσύνης και της πολυεθνοτικής ισοτιμίας, με ανοιχτή την αντικαπιταλιστική και κομμουνιστική προοπτική. Με μία και ενιαία κρατική οντότητα, κυριαρχία και διεθνή εκπροσώπηση. Σε αυτή την κατεύθυνση, αξιοποίηση κάθε προηγούμενης θετικής κατάκτησης στα πλαίσια του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαίου. Κάθετη απόρριψη μιας de jure ή de facto συνομοσπονδίας, που θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική διχοτόμηση του νησιού και των λαών του. Η διαφορά ομοσπονδίας και συνομοσπονδίας δεν είναι ένα απλό «συν», αλλά η διαφορά ανάμεσα σε ένα ενιαίο κράτος και σε δυο κράτη. Παρότι οι Μαρξ και Ένγκελς δεν ευνοούσαν την ομοσπονδιακή βάση στη συγκρότηση των ενιαίων κρατών, διότι αυτή δυσκόλευε την κοινή ταξική πάλη (όπως επιβεβαίωσε η ιστορία του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ), οι επαναστάτες κομμουνιστές δεν παραγνώριζαν τις εθνικές και ιστορικές ιδιαιτερότητες και συσχετισμούς (π.χ., ακόμη και η ΕΣΣΔ ήταν ομοσπονδιακό ενιαίο κράτος).

 

-        Στην προοπτική ενός ενιαίου κράτους και σε οποιαδήποτε βάση, οι εργαζόμενοι και οι λαοί της Κύπρου χρειάζεται να απαιτήσουν την κοινή, δημόσια, κρατική και εθνικοποιημένη ιδιοκτησία όλων των κοιτασμάτων, των αγωγών και εγκαταστάσεων του φυσικού αερίου, με εργατολαϊκό έλεγχο. Να διεκδικήσουν τη δίκαιη αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου και τη διευθέτηση των ΑΟΖ με τους γειτονικούς λαούς, χωρίς απειλές και πολεμικές επεμβάσεις, για την ειρήνη, συνεργασία  και πρόοδο όλων των λαών της περιοχής, ενάντια στους ιμπεριαλιστές, τις πολυεθνικές, τους εκμεταλλευτές, τον εθνικισμό και ανταγωνισμό τους.

 

-        Οι εργαζόμενοι και οι λαοί της Κύπρου χρειάζεται να ενωθούν και να προβάλουν τα ταξικά τους αιτήματα για: α) ενιαία εργατικά και ασφαλιστικά δικαιώματα στη βάση του ανώτερου και όχι του κατώτερου μισθού, β) ενιαίες σχέσεις εργασίας ενάντια στον εργασιακό, εθνικό, φυλετικό ή έμφυλο κατακερματισμό, γ) πλήρη ελευθερία εγκατάστασης σε όλο το νησί χωρίς εσωτερικά σύνορα ή ελέγχους.

 

-        Παράδοση ολόκληρης της βρετανικής εδαφικής επικράτειας στο ενιαίο κράτος, κλείσιμο της βρετανονατοϊκής βάσης, αποχώρηση από την ΕΕ και τους στρατιωτικοπολιτικούς άξονες Ελλάδας και Τουρκίας, απαγκίστρωση από όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Πρόκειται για θεμελιώδη αιτήματα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας της Κύπρου και ταυτόχρονα, για ειδικά αιτήματα της ταξικολαϊκής αντικαπιταλιστικής πάλης για την κατάκτηση ποιοτικά καλύτερων συσχετισμών σε βάρος των αστικών τάξεων του νησιού.

 

-        Το εργατικό, λαϊκό, αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα και στις δυο πλευρές της Κύπρου, και στις δυο πλευρές του Αιγαίου, χρειάζεται να προωθεί ταυτόχρονα τα αιτήματα για αποχώρηση του τουρκικού στρατού εισβολής και κατοχής, την αποχώρηση του ελληνικού στρατού και κάθε ξένου στρατού, την κατάργηση των καθεστώτος των «εγγυητριών δυνάμεων». Εγγυητής της αντιιμπεριαλιστικής ανεξαρτησίας και της αντικαπιταλιστικής κοινωνικής δικαιοσύνης είναι η κοινή πάλη των δυο λαών και ειδικά της εργατικής τάξης, μαζί με τη διεθνιστική αλληλεγγύη.

 

-        Εγγυητής της προστασίας της δεσπόζουσας τουρκοκυπριακής μειονότητας (και κάθε μειονότητας) και της ισοτιμίας μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, ανεξάρτητα από κοινωνική θέση, φύλο ή θρησκεία, είναι η κοινή πάλη των εργαζομένων και των δυο λαών, με συνειδητή παραχώρηση δικαιωμάτων της σχετικά πλειοψηφικής ελληνοκυπριακής κοινότητας, που θα κατοχυρώνεται συνταγματικά, πολιτικά και κοινωνικά. Για παράδειγμα, ο Λένιν ήταν υπέρ της ετήσιας εναλλαγής του προέδρου της ΕΣΣΔ και της ολοκληρωτικής πολιτικής ισοτιμίας όλων των εθνών σε βάρος του σχετικά πλειοψηφικού και κυρίαρχου μεγαλορωσικού εθνικισμού.

 

-        Κοινή καταγραφή των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους, επανεγκατάσταση ή αποζημίωση από το τουρκικό κράτος μέσα από κοινές, κρατικές, λαϊκές και ισότιμες επιτροπές ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Αντιμετώπιση του ζητήματος των εποίκων με βάση το διεθνές δίκαιο και με κοινωνικά κριτήρια και ευαισθησία. Πλήρη εργασιακά, πολιτικά και νομικά δικαιώματα για όλους τους μετανάστες.

 

Μια λεπτομερειακή περιγραφή συγκεκριμένων μορφών για μια εργατική, λαϊκή, ειρηνική και σταθερή λύση του Κυπριακού, δεν είναι ζήτημα αρθρογραφίας. Είναι ζήτημα της συγκεκριμένης πάλης των εργαζομένων και των δυο λαών του νησιού και των πολιτικών εκπροσώπων τους.

 

Σε αυτή την κατεύθυνση και πάλη μπορεί -ίσως να είναι και αναγκαίο- να υπάρξουν συμβιβασμοί (ακόμη και επώδυνοι, όπως των μπολσεβίκων, στο Μπρεστ Λιτόφσκ), να πραγματοποιηθούν διεθνείς άτυπες ή τυπικές συμμαχίες με κινδύνους ή και σκληρές παραχωρήσεις, να υπάρξουν ακόμη και υποχωρήσεις (όπως στην Κούβα). Το ζήτημα είναι αυτές να εξηγούνται και όχι να καλύπτονται ιδεολογικά, να μη χάνεται ο σκοπός και, πάνω από όλα, να παραμένει ζωντανή η ταξική πάλη για νέα άλματα.

 

Ένα τέτοιο πλαίσιο αγώνα σαν το παραπάνω μπορεί να συμβάλει  στο κύριο, άμεσο, «άλυτο πρόβλημα»: στην ανασυγκρότηση και ανάπτυξη ενός σύγχρονου κομμουνιστικού, αριστερού και εργατολαϊκού κινήματος στην Κύπρο, στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.