Να αυξηθεί άμεσα το εθνικό και το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης! του Σταύρου Χρ. Πάγκαλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη, 20 Μαϊος 2020 09:33 Συντάκτης: Σταύρος Χρ. Πάγκαλου

 

Το σημερινό συνταξιοδοτικό πρόβλημα στην Ελλάδα αναμφισβήτητα έχει κληρονομηθεί από το παρελθόν. Αν περιοριστούμε στην περίοδο από την μεταπολίτευση και μετά, διαγράφηκε μια πορεία με τα εξής χαρακτηριστικά:

Πολλά ξεχωριστά ταμεία για κάθε κλάδο εργαζομένων με μεγάλες διαφορές μεταξύ τους ως προς το πλήθος των ατόμων που καλύπτει το κάθε ταμείο, την αναλογία εργαζομένων /συνταξιούχων, το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών, τις παροχές, τον τρόπο υπολογισμού των συντάξιμων ετών και του ύψους της σύνταξης. Κάποια είχαν και πρόσθετους κοινωνικούς πόρους εκτός των ασφαλιστικών εισφορών (π.χ. Ταμείο Συντακτών – αγγελιόσημο, ΤΣΜΕΔΕ – κρατήσεις από τα Δημόσια έργα), κλπ. Σημειώνω ακόμη πως οι Δημόσιοι Υπάλληλοι δεν είχαν δικό τους Ασφαλιστικό Ταμείο για Κύρια Σύνταξη και το Κράτος δεν κατέβαλε εργοδοτικές εισφορές.

Με τον καιρό, λόγω του δημογραφικού (γήρανση του πληθυσμού – μεταβολή του λόγου ασφαλισμένων /συνταξιούχων ανά Ταμείο), της μείωσης των απασχολουμένων σε κάποιους επαγγελματικούς κλάδους και της αύξησης σε άλλους, την είσοδο στο σύστημα παλιννοστούντων, κ.ά., οι διαφορές μεταξύ των Ταμείων οξύνθηκαν.

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η λεηλασία των αποθεματικών των Ταμείων από το Κράτος. Μέσα από την άτοκη κατάθεση των αποθεματικών στην Τράπεζα της Ελλάδος (ενώ ο πληθωρισμός έτρεχε μέχρι και 25%), τις «επενδύσεις» των Ταμείων σε απαξιωμένα ομόλογα και σε ακίνητα και Νομικά Πρόσωπα μηδενικής ή και αρνητικής απόδοσης (βλέπε π.χ. Τράπεζα Αττικής), την καταβολή πρόωρων συντάξεων 15ετίας και 25ετίας, την καταβολή συντάξεων με πλασματικές αναπηρίες, τα «φέσια» των μεγάλων Εταιρειών που χρεωκοπούσαν ή έπαυαν την λειτουργία τους, την εισφοροδιαφυγή μεγάλου μέρους των αυτοαπασχολούμενων (ελευθέρων επαγγελματιών και μεγαλο-αγροτών), τις υπέρογκες συντάξεις γενικών διευθυντών και στελεχών κυβερνητικών οργανισμών (που δεν δικαιολογούνταν από το ύψος των ασφαλιστικών κρατήσεων), τις «εθελούσιες» εξόδους προσωπικού των ΔΕΚΟ, την παραγραφή των ασφαλιστικών οφειλών μετά πάροδο κάποιων ετών, κλπ., κλπ. Σε αυτό τον τομέα πρωτοστάτησαν όλες οι κυβερνήσεις (ΠΑΣΟΚ, Οικουμενικές, Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ). Όλες αυτές οι κυβερνήσεις έκαναν τα «χατίρια» στο μεγάλο κεφάλαιο και εξασφάλιζαν την ανοχή της μικροαστικής τάξης με πελατειακές - μικροκομματικές ρυθμίσεις κατά περίπτωση, απαραίτητες για την επανεκλογή τους και τη διατήρηση του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού. Μεγαλύτερη ήταν η λεηλασία των Ταμείων για τις επικουρικές συντάξεις και το εφάπαξ.

Επικράτησε ένα ασφαλιστικό «χάος» με το ασφαλιστικό διαιρεμένο ανάμεσα σε διάφορα «ευγενή» και «προβληματικά» Ταμεία. Το κράτος ως εγγυητής των συντάξεων χρηματοδοτούσε (από τα κλεμμένα φυσικά) τα όλο και αυξανόμενα ελλείμματα των Ταμείων. Τα τελευταία, από κεφαλαιοποιητικά όπως είχαν σχεδιαστεί αρχικά, όσο τα αποθεματικά τους εξανεμίζονταν, μετατράπηκαν σταδιακά σε άτυπα αναδιανεμητικά. Στην πράξη δηλαδή, όσα χρήματα εισπράττουν κάθε έτος από ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, τα δίνουν για να πληρωθούν οι συντάξεις των συνταξιοδοτημένων. Τη διαφορά καλύπτει ο κρατικός προϋπολογισμός από τα έσοδα της γενικής φορολογίας. Τα εναπομείναντα σήμερα αποθεματικά των Ταμείων, ακόμη και αν ρευστοποιηθούν πλήρως, δεν φθάνουν για να πληρωθούν μετά βίας οι συντάξεις μερικών μηνών.

Ας θυμηθούμε το παλαιότερο αίτημα του συνδικαλιστικού κινήματος: την περίφημη «τριμερή χρηματοδότηση» των Ταμείων. Προέβλεπε τα έσοδα των Ταμείων (κύριας σύνταξης) να προέρχονται κατά το 1/3 από το Κράτος και κατά τα 2/3 από εισφορές των ασφαλισμένων (τα 2/9 από τον μισθωτό και τα 4/9 από τον εργοδότη). Το αίτημα έχει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Σήμερα η επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό (αν συνυπολογιστεί και η υποχρέωση του Κράτους για καταβολή εργοδοτικών εισφορών για τους Δ.Υ.) έφθασε να είναι το 60% στο σύνολο των δαπανών του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την κρίση του 2008 και τα απανωτά μνημόνια που ακολούθησαν, όταν το κράτος δεν μπορούσε πλέον να δανείζεται για να πληρώνει τα ελλείμματα των Ταμείων. Από το 2010 άρχισαν απανωτές περικοπές των συντάξεων «επί δικαίων και αδίκων» που δημιούργησαν πρόσθετες ανισότητες και αδικίες στο σύστημα, χωρίς να το εξορθολογήσουν.

Σκοπεύοντας στην περαιτέρω μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, το κράτος προχώρησε στη σταδιακή ενοποίηση των ασφαλιστικών φορέων και την μηχανογράφηση τους για την μείωση των διοικητικών δαπανών και την περιστολή της εισφοροδιαφυγής. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ο Νόμος Κατρούγκαλου και ο Ενιαίος Ασφαλιστικός Φορέας με την επωνυμία ΕΦΚΑ ο οποίος προβλέπει ενιαίο σύστημα καταβολής εισφορών, ενιαίο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων και ίδια όρια ηλικίας συνταξιοδότησης για όλους τους ασφαλισμένους. Ακολούθησε ο πρόσφατος Νόμος Κατρούγκαλου – Βρούτση ο οποίος επικύρωσε τις μεταρρυθμίσεις του Νόμου Κατρούγκαλου με κάποιες μικροβελτιώσεις.

Από την ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου Κατρούγκαλου (Μάιος του 2016) η κύρια σύνταξη αποτελείται από δύο μέρη: α) την εθνική σύνταξη που αποδίδεται σε όλους ανεξάρτητα από τις καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές και β) το ανταποδοτικό μέρος που υπολογίζεται με βάση τις ασφαλιστικές εισφορές και τα έτη εργασίας.

Οι Συντάξεις των συνταξιούχων που έχουν χορηγηθεί πριν από τον Νόμο Κατρούγκαλου επανυπολογίστηκαν σύμφωνα με τον νέο τρόπο υπολογισμού, ώστε να συμβαδίζουν με τις νέες συντάξεις. Με αυτό τον τρόπο όμως προέκυψαν στις συντάξεις των «παλαιών» συνταξιούχων μειώσεις μέχρι και 40%, ανάλογα με το Ταμείο χορήγησής τους. Μπροστά στην γενική κατακραυγή, την πίεση των συνδικαλιστικών φορέων (εργαζομένων και συνταξιούχων) και το πολιτικό κόστος που θα είχε για τις κυβερνήσεις, δεν έγιναν οι μειώσεις στις συντάξεις των «παλαιών» συνταξιούχων. Οι τελευταίοι διατήρησαν τις ίδιες αποδοχές. Στην σύνταξή τους εκτός από τα προβλεπόμενα ποσά της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης προστέθηκε και η λεγόμενη «προσωπική διαφορά». Η προσωπική αυτή διαφορά θα «ροκανίζεται» σταδιακά, ανάλογα με τις μελλοντικές αυξήσεις στην εθνική και ανταποδοτική σύνταξη (αν και πότε δοθούν), μέχρι να εξαλειφθεί στο μέλλον, οπότε οι συντάξεις παλαιών και νέων θα εξισωθούν. Παρά τη διατήρηση βέβαια της προσωπικής διαφοράς, η συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη για το κράτος θα μειώνεται κάθε έτος, λόγω των θανάτων των «παλαιών» συνταξιούχων.

Εκ πρώτης όψεως η ενοποίηση των ταμείων στον ΕΦΚΑ και ο ενιαίος τρόπος υπολογισμού όλων των συντάξεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θετικό μέτρο αφού εξορθολογεί το ασφαλιστικό σύστημα, προβλέπει την ίση μεταχείριση όλων των ασφαλισμένων και διευθετεί κάποιες αδικίες. Π.χ. η ΑΔΕΔΥ είχε ως πάγιο αίτημα για τους Δ.Υ. το «ενιαίο μισθολόγιο». Το θέμα είναι ότι αυτή η ενιαιοποίηση έγινε προς τα κάτω. Μειώθηκαν δραματικά όλες οι χορηγούμενες συντάξεις, αυξήθηκαν τα χρόνια για πλήρη σύνταξη από 35 σε 40 χρόνια, κ. ά.

Καθ’ όλη τη δεκαετία που πέρασε, οι συνδικαλιστικοί φορείς των εργαζομένων και των συνταξιούχων αγωνίστηκαν για να αποτρέψουν τα αντιασφαλιστικά σχέδια των διαδοχικών κυβερνήσεων. Ακολουθήθηκε μια αμυντική στάση. Στις κινητοποιήσεις κυριάρχησαν συνθήματα όπως: «Δώστε πίσω τα κλεμμένα», «Όχι στη λεηλασία των Ταμείων», «Όχι στις περικοπές των συντάξεων», «Κάτω τα χέρια από το ΕΚΑΣ», «Να καταργηθεί ο αντιασφαλιστικός Νόμος Κατρούγκαλου», «Κάτω τα χέρια από την προσωπική διαφορά» και λοιπά ανάλογα.

Μπορούμε να πούμε ότι το κίνημα ανέδειξε πειστικά τις ευθύνες των απανωτών κυβερνήσεων για τη λεηλασία των ασφαλιστικών Ταμείων, των χρημάτων δηλαδή των ασφαλισμένων. Οι όποιες κινητοποιήσεις στηρίχθηκαν στη δικαιολογημένη αγανάκτηση και την απαίτηση των συναδέλφων: «εμείς δεν φταίμε σε τίποτα για το ότι δεν έχει το κράτος χρήματα για να μας δώσει, να τα πάρει από αυτούς που τα φάγανε. Να κόψει το λαιμό του να τα βρει». Ο αντίπαλος είχε και αυτός τα δικά του επιχειρήματα: «Έχουν δίκιο οι εργαζόμενοι να διαμαρτύρονται. Αλλά ότι έγινε, έγινε. Δεν υπάρχει στις νέες συνθήκες δημοσιονομικός χώρος για περισσότερες παροχές. Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Οι αγώνες δεν καρποφόρησαν, οι περικοπές συνεχίστηκαν.

Με τα τελευταία νομοθετήματα στην ουσία δημιουργήθηκε ένα νέο τοπίο στο ασφαλιστικό. Η επίθεση στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα πέρασε σε ένα ανώτερο ποιοτικά στάδιο. Με την ενοποίηση των ταμείων η κρατική εξουσία πέτυχε ώστε πολλά συνθήματα και αντίστοιχες διεκδικήσεις του συνταξιοδοτικού κινήματος να χάσουν το αρχικό τους νόημα και κατά συνέπεια να ατονήσουν. Το πιο σημαντικό, μέσω της διατήρησης της προσωπικής διαφοράς, επιχείρησε να διασπάσει το συνδικαλιστικό κίνημα, με τον διαχωρισμό των συνταξιούχων σε δύο ομάδες, τους «παλαιούς» και τους «νέους».

Πιστεύω ότι για να είμαστε πιο αποτελεσματικοί πρέπει να ξεφύγουμε από την άμυνα και να περάσουμε στην επίθεση. Άλλωστε όλα τα εγχειρίδια της πολεμικής τέχνης (και η Ιστορία!) λένε ότι όταν ο αντίπαλος είναι πιο ισχυρός δεν πρέπει να κλεισθείς σε αμυντικά χαρακώματα όπου θα σε πετσοκόψει, αλλά να αναλάβεις εσύ την πρωτοβουλία των κινήσεων, επιτιθέμενος για να βρεις το αδύνατο σημείο του.

Ας δούμε αν μπορούμε να το πετύχουμε αυτό υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων. Με τα νομοθετήματα Κατρούγκαλου /Βρούτση (ή ΣΥΡΙΖΑ /ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ) το κατεστημένο προχώρησε σε μια οριστική λύση στο θέμα των συντάξεων, σύμφωνη με τις επιδιώξεις του. Θεσμοθέτησε για τα πολλά επόμενα χρόνια την κύρια σύνταξη - διαχωρισμένη σε εθνική και ανταποδοτική - σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η προσωρινή διαφορά που διατηρήθηκε στους «παλαιούς» συνταξιούχους είναι το κερασάκι στην τούρτα για να περάσει το κύριο: την πολύ χαμηλή σύνταξη. Πράγματι σε βάθος χρόνου, καθώς θα μειώνεται σταδιακά η προσωπική διαφορά, οι συντάξεις παλιών και νέων συνταξιούχων θα εξισωθούν στο ίδιο χαμηλό ύψος. Άλλωστε η προσωπική διαφορά είναι το πιο επισφαλές τμήμα στις αποδοχές των «παλαιών» συνταξιούχων. Μπορεί να καταργηθεί ανά πάσα στιγμή ανάλογα με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις.

Το συνδικαλιστικό κίνημα φαίνεται πως έπεσε στην παγίδα που του έχουν στήσει. Επικεντρώθηκε στο θέμα της διατήρησης της προσωπικής διαφοράς, αντί να ασχοληθεί με το κύριο: τη θεσμοθετημένη πολύ χαμηλή σύνταξη. Η στάση αυτή έχει τα εξής αρνητικά:

·         Δίνοντας βάρος στην προσωπική διαφορά είναι σαν να στέλνει το μήνυμα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της (ενιαίας) σύνταξης δεν είναι και τόσο κακός.

·         Οι «νέοι» συνταξιούχοι «θα γυρίσουν την πλάτη» στα σωματεία των συνταξιούχων αφού το κύριο αίτημα των σωματείων (να διατηρηθεί η προσωπική διαφορά) δεν τους αφορά. Επιπρόσθετα οι «νέοι» συνταξιούχοι έχουν αρνητική εμπειρία από τη στάση των σωματείων στο θέμα των «εκκρεμών» συντάξεων. Το θέμα αυτό, το οποίο για κάποιες κατηγορίες συναδέλφων έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, αντί να αποτελεί κύριο μέλημα των φορέων και να γίνονται σχετικές κεντρικές παρεμβάσεις προς το Υπουργείο Κ.Α., φαίνεται πως δεν είναι στις πρώτες προτεραιότητες των φορέων. Παραπέμπεται από τις Διοικήσεις των Σωματείων σε Επιτροπές «νέων» συνταξιούχων, είτε παροτρύνονται οι ενδιαφερόμενοι να συγκροτήσουν εθελοντικές ομάδες εργασίας για να βοηθήσουν το προσωπικό των Ταμείων να επιταχύνει τις διαδικασίες, είτε απλώς οι Διοικήσεις των Σωματείων δηλώνουν τη συμπαράστασή τους σε ατομικές ή ομαδικές επιστολές διαμαρτυρίας των συναδέλφων.

Συμπερασματικά, προτείνω ως κύρια διεκδίκηση των συνταξιουχικών σωματείων το εξής: να αυξηθεί άμεσα το εθνικό και το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης σε όλους τους συνταξιούχους (παλιούς και νέους), ώστε να εξαλειφθεί (τουλάχιστον μεσοσταθμικά) η ανάγκη προσθήκης της προσωπικής διαφοράς στις αποδοχές των συνταξιούχων. Το αίτημα δηλαδή, από το να διατηρηθεί η προσωπική διαφορά, να μετατραπεί σε να καταργηθεί η προσωπική διαφορά.

Η αλλαγή αυτή έχει τα εξής πλεονεκτήματα για το κίνημα των συνταξιούχων, όπως αναλύθηκε στα προηγούμενα:

Ø  Το αίτημα για ουσιαστική αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης δεν παραπέμπεται σε μελλοντικές διεκδικήσεις αλλά τίθεται επί τάπητος άμεσα. Παράλληλα αποτρέπεται η κατ’ έτος μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης.

Ø  Το αίτημα είναι εφικτό καθώς δεν δημιουργεί μεγάλη επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό, μια και το συνολικό ποσό που δίνεται στις συντάξεις δεν αυξάνεται σημαντικά. Το ποσοστό των νέων συνταξιούχων που θα πάρουν ουσιαστικές αυξήσεις είναι σήμερα πολύ μικρό στο σύνολο των συνταξιούχων.

Ø  Δίνει την ευκαιρία στους συνδικαλιστικούς φορείς να κάνουν συγκεκριμένες και επεξεργασμένες προτάσεις ώστε να έχουν καλύτερες προοπτικές επιτυχίας. Π.χ. να «παίξουν» με τα ποσοστά αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης και το ποσοστό αύξησης της εθνικής σύνταξης, ώστε το σύστημα να γίνει δικαιότερο.

Ø  Αποτρέπει την μετατροπή των σωματείων των συνταξιούχων σε σωματεία μόνον των «παλαιών» συνταξιούχων» με ότι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον του κινήματος (Σημειώνω ότι οι παλιοί συνταξιούχοι συνεχώς θα μειώνονται, ενώ οι νέοι συνεχώς θα αυξάνονται).

Ø  Εφ’ όσον υιοθετηθεί ως κύριος κοινός στόχος όλων των συνταξιοδοτικών οργανώσεων, συμβάλλει ουσιαστικά στην ενότητα του συνταξιοδοτικού κινήματος.

 

17/05/2020

Σταύρος Χρ. Πάγκαλος: Μ – Η Μηχανικός ΕΜΠ, «Νέος» συνταξιούχος, ετών 70, με δύο χρόνια σε προσωρινή σύνταξη.

 

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.