Η ελληνική οικονομία σήμερα: Οικονομική κρίση και μη βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης με αποκλεισμούς

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020 10:25 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
Η ελληνική οικονομία σήμερα: Οικονομική κρίση και μη βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης με αποκλεισμούς

 

 

Δόθηκε στη δημοσιότητα μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, με τίτλο «Η μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης, μια εναλλακτική πρόταση στην Έκθεση Πισσαρίδη». Ολόκληρη η έκθεση έχει αναρτηθεί εδώ

Στη συνέχεια αναδημοσιεύουμε απόσπασμά της.

 

Η κρίση χρέους, η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας, καθώς και η

τρέχουσα οικονομική κρίση εξαιτίας του Covid-19, έχουν αναδείξει τα όρια

του σημερινού υποδείγματος ανάπτυξης της χώρας μας και την ανάγκη

μετασχηματισμού του. Η επιτυχία του μετασχηματισμού θα εξαρτηθεί από δύο

παράγοντες: Πρώτον, από τη ρεαλιστική ανάγνωση των βασικών χαρακτηριστικών και

των ιδιαιτεροτήτων της σημερινής αναπτυξιακής ταυτότητας της οικονομίας.

 

 Η αλλαγή αυτής της ταυτότητας είναι μια σωρευτική διαδικασία, που απαιτεί χρόνο και μείζονες

μεταρρυθμίσεις σε πολλές δομές της πολιτικής και της οικονομίας, στη συμπεριφορά

των θεσμικών τομέων, στην επιχειρηματική κουλτούρα, σε παγιωμένες αντιλήψεις και

πεποιθήσεις οικονομικής πολιτικής, καθώς και στις παρεμβάσεις μικροοικονομικής,

μακροοικονομικής, βιομηχανικής, χρηματοδοτικής και κοινωνικής πολιτικής. Δεύτερον,

από τον οραματικό στόχο που αφορά το ποια Ελλάδα θέλουμε να έχουμε στο μέλλον.

Εμείς υποστηρίζουμε ένα μέλλον που θα προέλθει από την οικοδόμηση ενός νέου,

βιώσιμου, διατηρήσιμου υποδείγματος ανάπτυξης χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς.

Για να είναι βιώσιμο ένα υπόδειγμα ανάπτυξης, θα πρέπει να ενσωματώνει θεσμικές

παρεμβάσεις και πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την αειφόρο

αξιοποίηση των φυσικών πόρων και του φυσικού περιβάλλοντος, την προώθηση της

απανθρακοποίησης και της κυκλικής οικονομίας και την προστασία της βιοποικιλότητας.

Ωστόσο, για να είναι διατηρήσιμη αυτή η βιωσιμότητα, πρέπει το αναπτυξιακό υπόδειγμα

να επιτυγχάνει υψηλή οικονομική αποτελεσματικότητα σε όρους όγκου και ποιότητας

απασχόλησης καθώς και αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου για όλους χωρίς αποκλεισμούς.

 

Η οικονομική αποτελεσματικότητα εξαρτάται από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της

οικονομίας, την ποιότητα και τον όγκο των παραγωγικών επενδύσεων, την κατανομή της

τραπεζικής ρευστότητας, την ενίσχυση των θεσμών προστασίας της κοινωνίας.

Η παρούσα Έκθεση έχει ως κύριο αντικείμενό της να αναδείξει τα κρίσιμα στοιχεία που

προσδιορίζουν τη διατηρησιμότητα ενός βιώσιμου υποδείγματος ανάπτυξης χωρίς

αποκλεισμούς και ενισχύουν την οικονομική και την κοινωνική ανθεκτικότητα, καθώς

και την ικανότητα προσαρμογής της οικονομίας. Η άποψή μας είναι ότι ο αναπτυξιακός

οραματισμός και οι προτάσεις πολιτικής της Έκθεσης Πισσαρίδη δεν διασφαλίζουν

τη διατηρησιμότητα της ανάπτυξης και, κυρίως, τη μετάβαση της οικονομίας σε ένα

αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο χωρίς αποκλεισμούς.

 

Το σημερινό υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας διακρίνεται από μια

ενδογενή ανεπάρκεια παραγωγικής επιχειρηματικότητας και παραγωγικής κατανομής

της τραπεζικής ρευστότητας και από μια διαχρονική κρατική αδυναμία σχεδιασμού μιας

εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής και στρατηγικής.

Οι δομικές αυτές αιτίες προκαλούν την ενδογενή αδυναμία του οικονομικού συστήματος

να δημιουργεί:

  • υψηλό όγκο και υψηλής ποιότητας απασχόληση,
  • ανταγωνιστικές επιχειρήσεις με οικονομίες κλίμακας και αυξανόμενα μερίδια

αγοράς στην εγχώρια και τη διεθνή οικονομία,

  • βιώσιμες, διατηρήσιμες και κλαδικά ισορροπημένες επεκτάσεις στο σύστημα

παραγωγής,

  • τεχνολογικό μετασχηματισμό μέσω καινοτομιών και της ανάπτυξης οριζόντιων

και κάθετων διασυνδέσεων,

  • ισχυρές αλυσίδες προστιθέμενης αξίας,
  • υψηλή ανταγωνιστικότητα μέσω της αύξησης της διαρθρωτικής παραγωγικότητας,
  • υψηλή αυτάρκεια σε ενδιάμεσα και τελικά καταναλωτικά και κεφαλαιουχικά

αγαθά,

  • χαμηλή εξάρτηση της εγχώριας δαπάνης και της ευημερίας της χώρας από τις

εισαγωγές,

  • διατηρήσιμη εξωστρέφεια.

 

Η απουσία αναπτυξιακού σχεδιασμού και το διαχρονικό έλλειμμα παραγωγικών

επενδύσεων και κουλτούρας επιχειρηματικής δέσμευσης σε διαδικασίες διατηρήσιμης

δημιουργίας νέου πλούτου είναι οι αιτίες ανάπτυξης συμπεριφορών και πολιτικών που

οδηγούν σε κρατικοκεντρικές, βραχυπρόθεσμες, κερδοσκοπικές και αναδιανεμητικές

επιχειρηματικές πρακτικές. Οι τελευταίες διαχρονικά αποσταθεροποιούν το

δημοσιονομικό ισοζύγιο της οικονομίας και υπονομεύουν τη συνοχή της αγοράς

εργασίας και τη δημόσια δέσμευση στην ισχυροποίηση του συστήματος κοινωνικής

προστασίας.

 

Ο σχεδιασμός μιας πολιτικής μίκρο-κινήτρων, όπως προτείνει η Έκθεση Πισσαρίδη,

για την αντιμετώπιση αυτών των παθογενειών υποτιμά τον δομικό χαρακτήρα τους.

Η άποψή μας είναι ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Έκθεση

Πισσαρίδη διακρίνεται από έλλειμμα αναπτυξιακού πραγματισμού, και συνεπώς οι

προτάσεις οικονομικής πολιτικής της, που εξαντλούνται στη στήριξη της κερδοφορίας

των επιχειρήσεων για την ενεργοποίηση των ιδιωτικών επενδύσεων, δημιουργούν

μεγάλη αβεβαιότητα ως προς την αποτελεσματικότητά τους.

 

Στη δική μας οπτική, οι προαναφερθέντες ενδογενείς παράγοντες συνθέτουν το

παραγωγικό και διαρθρωτικό υπόβαθρο των «γνωστών» δίδυμων ελλειμμάτων και της

υψηλής συσσώρευσης δημόσιου και εξωτερικού χρέους, καθώς επίσης και την αδυναμία

του ιδιωτικού τομέα να δημιουργεί διατηρήσιμες ροές εισοδήματος που θα στήριζαν την

εγχώρια ζήτηση, την οικονομική δραστηριότητα και τη φερεγγυότητα της οικονομίας. Η

θεμελιακή αρχή της βιωσιμότητας μιας σύγχρονης οικονομίας της οποίας οι θεσμικοί

τομείς συσσωρεύουν χρέος είναι η διατηρήσιμη ροή εισοδήματος και ρευστότητας

για τη στήριξη της ζήτησης και την ικανοποίηση των υποχρεώσεων που δημιουργεί το

συσσωρευμένο χρέος. Όταν αυτή η αρχή ικανοποιείται, τότε υπάρχει ισχυρή συνοχή

μεταξύ του χρηματοπιστωτικού, του παραγωγικού, του δημοσιονομικού και του

μακροοικονομικού συστήματος και της αγοράς εργασίας. Η συνοχή αυτή προσδιορίζει

τη διατηρησιμότητα του αναπτυξιακού υποδείγματος και καθορίζει την ικανότητα της

οικονομίας να προσφέρει έναν υψηλό όγκο απασχόλησης και εισοδημάτων, συνεπώς

και ροών ρευστότητας που διασφαλίζουν την αξιοπιστία και την αναχρηματοδότηση

των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών, των τραπεζών και του κράτους. Η διάσταση αυτή

βρίσκεται εκτός της θεωρητικής οπτικής της Έκθεσης Πισσαρίδη και καθορίζει σε μεγάλο

βαθμό την αναλυτική της ανεπάρκεια ως προς την ερμηνεία της αποτυχίας του σημερινού

υποδείγματος ανάπτυξης.

 

Τα δίδυμα ελλείμματα, ως συνέπεια της ενδογενούς αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας

να ισχυροποιεί την επέκταση της εγχώριας παραγωγής, αντισταθμίζονταν διαχρονικά

από τη συσσώρευση δημόσιου και εξωτερικού χρέους. Αυτό λειτουργούσε ως

μηχανισμός στήριξης των εγχώριων ροών εισοδήματος και ρευστότητας, αποτρέποντας

μια σημαντική επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης των επιχειρήσεων και

των νοικοκυριών, καθώς και της μακροοικονομικής συμπεριφοράς της οικονομίας. Η

αντίθεση αυτή μεταξύ της ενδογενούς ανεπάρκειας δημιουργίας διατηρήσιμων ροών

εισοδήματος και της αύξησης του χρέους όλων των τομέων της οικονομίας είναι η

κύρια αιτία της ευθραυστότητας και της κρίσης χρέους που εκδηλώθηκε το 2009-2010.

Στην Έκθεση Πισσαρίδη, οι μακροοικονομικές επιδόσεις και το έλλειμμα παραγωγικών

επενδύσεων συσχετίζονται κυρίως με θεσμικές αδυναμίες και αποτυχίες της αγοράς,

όπως δικαστικές δυσλειτουργίες, κρατική γραφειοκρατία, έλλειψη κινήτρων, υψηλό μη

μισθολογικό κόστος εργασίας, ελλείμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης του εργατικού

δυναμικού, αποστροφή κινδύνου και ασύμμετρη πληροφόρηση των τραπεζών κ.ά.

Η μη διατηρήσιμη αναπτυξιακή ταυτότητα της οικονομίας που περιγράψαμε παραπάνω

αποτυπώνεται στη συμπεριφορά των ισοζυγίων των βασικών θεσμικών τομέων της

οικονομίας. Στο Διάγραμμα 1 παρουσιάζεται η διάρθρωση των επενδύσεων ανά

θεσμικό τομέα για την περίοδο 2000-2020. Μεταξύ 2000 και 2013 βασικός επενδυτής

στην οικονομία είναι τα νοικοκυριά. Σε αυτό το χρονικό διάστημα οι επιχειρηματικές

επενδύσεις παρουσιάζουν σταθερότητα σε ένα χαμηλό επίπεδο μεταξύ 6% και 8% του

ΑΕΠ. Στη διάρκεια της κρίσης οι επενδύσεις των νοικοκυριών μειώνονται κατά 85,7%,

εκφρασμένες σε όρους ΑΕΠ, ενώ σχετικά σημαντική μείωση παρατηρείται και στις

δημόσιες επενδύσεις.__

 

Αναγνώστηκε 320 φορές
KOMMON

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.