Το ΕΕΑΜ και η εργατική τάξη στην Αντίσταση (1941-1944) του Γιώργου Αλεξάτου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2021 11:39 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
Το ΕΕΑΜ και η εργατική τάξη στην Αντίσταση (1941-1944) του Γιώργου Αλεξάτου

Μέρος 1ο. Το Εργατικό ΕΑΜ. Από τη Μάχη της Επιβίωσης στην απεργιακή έκρηξη του 1942

Στις 16 Ιουλίου 1941, μόλις δυόμισι μήνες από την επιβολή της φασιστικής κατοχής στην Ελλάδα και δύο μήνες πριν από την ίδρυση του ΕΑΜ, ιδρύθηκε το Εθνικό Εργατικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, που έμεινε στην ιστορία ως Εργατικό ΕΑΜ. Η ίδρυσή του σηματοδοτεί την έναρξη μιας διαδικασίας οργάνωσης και ανάπτυξης εργατικών διεκδικητικών και αντικατοχικών αγώνων, που αποτέλεσαν ξεχωριστή ιδιομορφία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Γενικότερα, το ελληνικό αντιστασιακό κίνημα, ενώ ξεχώριζε, μαζί με το γιουγκοσλάβικο, για το ισχυρό ένοπλο σκέλος του, το αντάρτικο, εμφάνιζε και μια ιδιαιτερότητα που απουσίαζε από τη γειτονική Γιουγκοσλαβία. Επρόκειτο για το επίσης ισχυρό μαζικό λαϊκό κίνημα, στις πόλεις και την ύπαιθρο. Το ΕΕΑΜ -μαζί με την Εθνική Αλληλεγγύη και την ΕΠΟΝ- αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές εκφράσεις αυτού του κινήματος, αναδεικνύοντας την εργατική τάξη σε πρωτοπόρα κοινωνική δύναμη όλα εκείνα τα χρόνια.

 

Έχοντας απέναντί τους και τον εργοδότη και τον κατακτητή, «οι εργάτες, αξιοποιώντας τη συνδικαλιστική τους πείρα, συγκρότησαν τα πρώτα μέτωπα και έδωσαν τις πρώτες κατευθύνσεις της εαμικής συμμαχίας. Δεν είναι, με αυτή την έννοια, τυχαίο ότι το εργατικό ΕΑΜ, το ΕΕΑΜ, προηγήθηκε χρονικά των υπόλοιπων εαμικών οργανώσεων, συσπειρώνοντας ευρύτερες ομάδες του μισθωτού πληθυσμού»1

Με τη ΓΣΕΕ να λειτουργεί ως όργανο των δωσιλογικών κυβερνήσεων, οι οποίες διόριζαν και την εκάστοτε Διοίκησή της, «το ΕΕΑΜ κατόρθωσε να οργανώσει στις γραμμές του όλη τη μάζα των εργαζομένων και να τους εμπνεύσει το αίσθημα της αγωνιστικότητας για την εθνική και βιολογική επιβίωση.

[….]

 

Το ΕΕΑΜ καθοδήγησε τους αγώνες της εργατικής τάξης στα χρόνια της Κατοχής και ήταν η μόνη περίοδος στην ελληνική ιστορία που λειτούργησε ένα πραγματικό συνδικαλιστικό κίνημα»2.

Η πρωτοβουλία της ίδρυσης του ΕΕΑΜ ανήκε στο ΚΚΕ, το οποίο από τον πρώτο καιρό της Κατοχής προσανατολιζόταν στην ανάπτυξη εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και συνάμα στην υπεράσπιση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

 

Το Ιδρυτικό το υπέγραψαν, μεταξύ άλλων, οι Κώστας Λαζαρίδης (μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ, ως γραμματέας της υπό κομμουνιστικό έλεγχο Ενωτικής ΓΣΕΕ, που είχε διαλυθεί από τη δικτατορία Μεταξά) και Γιάννης Καλομοίρης, γραμματέας της ΓΣΕΕ, που θα καθαιρεθεί λίγες εβδομάδες αργότερα. Τον Σεπτέμβριο το υπέγραψε και ο Δημήτρης Στρατής, που συνδεόταν με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας. Γραμματέας ανέλαβε ο Λαζαρίδης.

 

Ως βασικοί στόχοι του ΕΕΑΜ ορίζονταν από το Ιδρυτικό του ο αγώνας για τις καθημερινές οικονομικές διεκδικήσεις και ενάντια στη λεηλασία του κοινωνικού πλούτου από τους κατακτητές, την αισχροκέρδεια και τη μαύρη αγορά, καθώς και για τα συνδικαλιστικά δικαιώματα της εργατικής τάξης. Έθετε, επίσης, ως στόχο τη συγκρότηση πανελλαδικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, αλλά και τον αγώνα για την ενότητα κομμουνιστών, σοσιαλιστών και αριστερών δημοκρατών «σε ένα συνασπισμό της Αριστεράς που ύστερα από το διώξιμο των κατακτητών θα διεκδικήσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και τη διακυβέρνηση της χώρας με βάση ένα κοινό πρόγραμμα». Τέλος, όριζε ως καθήκον τον διεθνιστικό συντονισμό με τις εργατικές οργανώσεις της ΕΣΣΔ, της Αγγλίας, της Αμερικής και της Κίνας, των υποδουλωμένων στον Άξονα χωρών και «ιδιαίτερα των αδελφών βαλκανικών λαών»3.

Αφίσα του Εργατικού ΕΑΜ ενάντια στην εθελοντική εργασία Ελλήνων στη Γερμανία.

 

Το ΕΕΑΜ διαρθρωνόταν στη βάση της αντίστοιχης οργανωτικής συγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος. Έτσι, η Κ.Ε. του αντιστοιχούσε στη Διοίκηση της ΓΣΕΕ, οι τοπικές επιτροπές στις διοικήσεις των Εργατικών Κέντρων και οι επιτροπές κατά κλάδο ή επιχείρηση στις διοικήσεις των πρωτοβάθμιων σωματείων. Ταυτόχρονα, συγκροτούνταν και ομάδες ανέργων κατά συνοικία4.

Η δυναμική που αναπτύχθηκε ήταν τέτοια, ώστε από το 1943 οι δωσίλογοι δεν έβρισκαν εργάτες για να διορίσουν στις διοικήσεις των σωματείων5, ενώ οι διοικήσεις των Εργατικών Κέντρων αναγκάζονταν να αναγνωρίσουν τις διοικήσεις του ΕΕΑΜ στα σωματεία.

 

Τον Φεβρουάριο 1944 συνήλθε Πανελλαδική Εργατική Συνδιάσκεψη, που αποτέλεσε το πρώτο μετά από πολλά χρόνια αντιπροσωπευτικό σώμα στο συνδικαλιστικό κίνημα και επιβεβαίωσε την πλήρη κυριαρχία του ΕΕΑΜ στα πρωτοβάθμια σωματεία. Υπολογίζεται ότι είχε 650.000 – 700.000 μέλη6. Εύλογα μπορούμε να πούμε ότι περισσότερο από τα δύο τρίτα των εργατών και εργατριών είχαν ενταχθεί οργανωτικά στο ΕΕΑΜ.

 

Η ανάπτυξη του ΕΕΑΜ και η κυριαρχία του στο σύνολο, σχεδόν, των πρωτοβάθμιων σωματείων και πολλών Εργατικών Κέντρων, επέτρεψε, τον Αύγουστο του 1944, την καθαίρεση της Διοίκησης της ΓΣΕΕ, που μετά την εκτέλεσή του Νίκου Καλύβα από την ΟΠΛΑ, στις 27 Ιανουαρίου 19447, είχε επικεφαλής τον Εμμανουήλ Κανακουσάκη. Στη συνεδρίαση της, στις 18 Αυγούστου, η Κ.Ε. του ΕΕΑΜ, που ήδη είχε μεταφέρει την έδρα της στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας, αποφάσισε ότι αυτοδικαίως θα φέρει τον τίτλο της Διοίκησης της ΓΣΕΕ. Η αναγνώρισή της έγινε επίσημα μετά την Απελευθέρωση, τον Οκτώβριο 1944, από την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», με απόφαση του κομμουνιστή υπουργού Εργασίας, Μιλτιάδη Πορφυρογένη.

Όπως αναφέρει ο Θανάσης Χατζής, ενώ στην κατεχόμενη Ευρώπη η Αντίσταση ταυτίζεται με τον ένοπλο αγώνα, στην Ελλάδα «πήρε μια πολύ πλατύτερη έκταση με δικές της ιδιομορφίες. Έγινε ένα πανεθνικό, παλλαϊκό κίνημα με πολύμορφες εκδηλώσεις, ατομικών πρωτοβουλιών, μικρών ομάδων, μαζικών παλλαϊκών αγώνων, απεργιών, και διαδηλώσεων άοπλων πολιτών, “ελεύθερων σκοπευτών”, αντάρτικων ομάδων, παρτιζάνικου και πολεμικής δράσης ενός πρωτοφανέρωτου εθελοντικού λαϊκού στρατού […].

 

Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας στην Ελλάδα ήταν ένας συνδυασμός μαζικού, μη ένοπλου, αγώνα και ένοπλης δράσης και αυτό το χαρακτήρα διατήρησε μέχρι τέλους […] στην Ελλάδα καμιά από τις δύο μορφές πάλης –την μη ένοπλη και την ένοπλη- δεν είχε το προβάδισμα». Έτσι, στην Αθήνα προηγήθηκε ο μαζικός λαϊκός αγώνας. Σε μια σειρά μέρη της υπαίθρου ο ένοπλος8.

 

Τη μεγάλη συμβολή του ΕΕΑΜ στην Εθνική Αντίσταση αναγνώρισε και ο Βρετανός εκπρόσωπος του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, Κρις Γουντχάουζ, σύμφωνα με τον οποίο, «το ΕΕΑΜ, αν και ήταν το λιγώτερο διαφημισμένο κομμάτι του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος, ήταν ίσως εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία»9.

 

Στα χρόνια της Κατοχής ήταν χιλιάδες οι συνδικαλιστές και άλλοι αντιστασιακοί εργάτες, κομμουνιστές στη μεγάλη τους πλειονότητα, που εκτελέστηκαν. Ανάμεσά τους και ο γραμματέας του ΕΕΑΜ Κώστας Λαζαρίδης, καθώς και όλοι, σχεδόν, οι γραμματείς Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων της προπολεμικής Ενωτικής ΓΣΕΕ10.

 

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν φυλακισμένοι ήδη από τα χρόνια της δικτατορίας Μεταξά, παραδόθηκαν το 1941 στους κατακτητές και εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ ή και για απεργιακούς αγώνες. Άλλοι πιάστηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής, λόγω της συνδικαλιστικής και γενικότερης αντιστασιακής τους δραστηριότητας. 

 

Καθοριστική στην ανάπτυξη του εαμικού κινήματος υπήρξε η Μάχη της Επιβίωσης. Η κινητοποίηση, δηλαδή, του λαού των μεγάλων αστικών κέντρων και κυρίως της Αθήνας και του Πειραιά, για τη σωτηρία του από την πείνα: «Μπορούμε να πούμε κατηγορηματικά πως αν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ δεν καταπιάνονταν με αυτό το καθήκον δε θα είχε γραφτεί το αθάνατο έπος του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα»11.

 

Πρόκειται γι’ αυτό που αναφέρει ο Δημήτρης Γληνός, στο περίφημο έργο του «Τι είναι τι θέλει το ΕΑΜ»:  «Όταν αφήσεις το λαό να πεθάνει στους δρόμους, να κουρελιαστεί ψυχικά και σωματικά, και λες έπειτα πως θα κάνεις “στον κατάλληλο καιρό” εθνικοαπελευθερωτικόν αγώνα, είσαι ένας συνειδητός απατεώνας και συνεργάτης του εχθρού. Γιατί είναι το ίδιο σα να λες, πως θα βάλεις ένα κουφάρι να πολεμήσει»12. Η πείνα λειτούργησε ως το ζήτημα που αποτέλεσε τη βάση της ενότητας της εργατικής τάξης (ειδικευμένοι, ανειδίκευτοι, άνεργοι), των δημοσίων υπαλλήλων και άλλων εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων13.

 

Παράλληλα με τις λαϊκές κινητοποιήσεις στο πλαίσιο της Μάχης της Επιβίωσης, εκδηλώθηκαν και οι πρώτοι απεργιακοί αγώνες των εργαζομένων σε διάφορους κλάδους και χώρους εργασίας, με πιο σημαντική την απεργία στο μεταλλωρυχείο Δομοκού, τον Ιανουάριο 1942, που έληξε με την αύξηση των ημερομισθίων. Οι αγώνες αυτοί διεξάγονται για την εξασφάλιση στοιχειωδών μέσων επιβίωσης. Κυρίως, για την παροχή τροφίμων, για συσσίτια για τις οικογένειες των εργαζομένων κ.λπ.

12 Αυγούστου 1943 - η μεγάλη απεργία της ΑΕΤΕ

 

Μόλις ένα χρόνο μετά τη γερμανική εισβολή και την επιβολή της φασιστικής κατοχής στην Ελλάδα, ξεσπάει μία από τις πρώτες, στην κατεχόμενη Ευρώπη, μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις. Επρόκειτο για την απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, που άρχισε στις 12 Απριλίου 1942 στο Κεντρικό Ταχυδρομείο της Αθήνας και τις επόμενες μέρες επεκτάθηκε σε όλες, σχεδόν, τις δημόσιες υπηρεσίες της πρωτεύουσας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας. Υπολογίζεται πως συμμετείχαν συνολικά 50.000 εργαζόμενοι, που αντιπροσώπευαν τη μεγάλη πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων της χώρας. Αφορμή για τη μεγάλη αυτή απεργιακή κινητοποίηση ήταν η λιποθυμία από πείνα ενός εργαζόμενου στο Κεντρικό Ταχυδρομείο.

 

Οι δημόσιοι υπάλληλοι, ανέκαθεν χαμηλόμισθοι στην πλειονότητά τους, «είχαν φτάσει στην Κατοχή σε έσχατο σημείο πείνας και προλεταριοποίησης. […] Η πείνα, η καταπίεση και η βεβαιότητα ότι η κατάσταση θα χειροτερέψει ανάγκασαν τους δημοσίους υπαλλήλους να αρχίσουν πρώτοι τον αγώνα»14.

 

Την απεργία οργάνωσε η παράνομη Κεντρική Πανυπαλληλική Επιτροπή (ΚΠΕ), με την άμεση καθοδήγηση τριών στελεχών του ΚΚΕ: του γραμματέα της, Κώστα Νικολακόπουλου, του γραμματέα της Επιτροπής Αθήνας, Γιάννη Ποτήρη, και του Νίκου Πλουμπίδη, που είχε την ευθύνη της ΚΠΕ, εκ μέρους της Κ.Ε. του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.

 

Παρά τις προσπάθειες της δωσιλογικής κυβέρνησης να τρομοκρατήσει τους απεργούς με την απειλή συλλήψεων και απολύσεων, η απεργία συνεχίστηκε μέχρι τις 21 Απριλίου και έληξε νικηφόρα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι επέστρεψαν στη δουλειά τους, έχοντας εξασφαλίσει αύξηση του δελτίου, συσσίτια, πρόνοια για τις οικογένειές τους κ.λπ. Αυτή η πρώτη νικηφόρα απεργιακή κινητοποίηση έδωσε πολύ μεγάλη ώθηση στο συνδικαλιστικό διεκδικητικό κίνημα των εργαζομένων όλης της χώρας, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι ακόμη και στις συνθήκες της Κατοχής μπορεί να διεξάγονται αποτελεσματικοί αγώνες.

 

Με αφετηρία αυτή τη μεγάλη δημοσιοϋπαλληλική απεργία, ένα απεργιακό κύμα κατέκλυσε σχεδόν ολόκληρη τη χώρα, σε αντιστοίχηση με τη συγκρότηση επιτροπών του ΕΕΑΜ σε όλους, σχεδόν, τους κλάδους και τους χώρους εργασίας.

Στην προσπάθειά της να εμποδίσει την επέκταση αυτών των απεργιακών αγώνων, η δωσιλογική κυβέρνηση Τσολάκογλου αποπειράθηκε να περάσει νόμο που χαρακτήριζε την απεργία «ιδιώνυμο αδίκημα», προβλέποντας την ποινή του θανάτου για τους απεργούς. Η προσπάθειά της αυτή έπεσε στο κενό, καθώς οι τυπογράφοι του Εθνικού Τυπογραφείου αρνήθηκαν να τυπώσουν το φύλλο της «Εφημερίδας της Κυβερνήσεως» στο οποίο θα δημοσιευόταν ο νόμος, κατεβαίνοντας σε απεργία.

 

Σχεδόν ταυτόχρονα με τη δημοσιοϋπαλληλική απεργία, κηρύχθηκε, στις 20 Απριλίου 1942, γενική απεργία των εργατών και των επαγγελματιών της Καρδίτσας. Την απεργία οργάνωσε η Παλλαϊκή Επιτροπή της πόλης, αποτελούμενη από εκπροσώπους του Εργατικού Κέντρου, της Ομοσπονδίας Επαγγελματοβιοτεχνών και των επιστημόνων, των δημοσιογράφων κ.ά.15

 

Η κινητοποίηση έγινε υπό την καθοδήγηση του ΕΑΜ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά της λεηλασίας της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής της περιοχής από τους κατακτητές. Πρόκειται για την πρώτη εκδήλωση της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα μικροϊδιοκτητικά στρώματα της πόλης, τους αγρότες και την εργαζόμενη διανόηση, στην περίοδο της Κατοχής. Μια συμμαχία που θα επεκταθεί πανελλαδικά και θα εδραιωθεί στη συνέχεια, για να αποτελέσει βασικό στοιχείο της εθνικής και λαϊκής εαμικής επανάστασης.

 

Καθώς σε όλο και περισσότερους κλάδους και εργασιακούς χώρους συγκροτούνται εκείνη την περίοδο καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, ιδρύεται στην Αθήνα Επιτροπή Συνεργαζόμενων Εργατικών και Υπαλληλικών Συνεταιρισμών (ΕΣΕΥΣ), η οποία, στις 16 Ιουνίου 1942, διοργανώνει παναθηναϊκή απεργία, με αίτημα τη λειτουργία λαϊκών συσσιτίων. Την ίδια μέρα 20.000 εργαζόμενοι διαδηλώνουν στο κέντρο της πόλης, συγκρούονται με τις δυνάμεις κατοχής και εισβάλλουν στα Παλαιά Ανάκτορα.

 

Η κινητοποίηση των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση της κυβέρνησης των δωσιλόγων, η οποία πείθει τους κατακτητές να επιτρέψουν την παραχώρηση 500 τόννων πλιγουριού16 για τη διατροφή του αθηναϊκού λαού.

 

Ακολουθεί, τον Αύγουστο, η απεργία των 3.500 εργατών του εργοστασίου λιπασμάτων στον Πειραιά και στις 7-14 Σεπτεμβρίου 1942 πραγματοποιείται νέα μαζική απεργία 60.000 εργαζομένων στην Αθήνα και τον Πειραιά, η οποία, εκτός από ζητήματα μισθών και διατροφής, θέτει και το αίτημα να σταματήσουν οι διώξεις και εκτελέσεις αγωνιστών και ομήρων. Απεργούν ξανά οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι εργάτες των λιπασμάτων, οι νοσοκομειακοί, οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι εργαζόμενοι της Τηλεφωνικής Εταιρίας και της Εταιρίας Ύδατος, οι εργάτες της βιομηχανίας Φιξ, οι υφαντουργοί, οι λιγνιτωρύχοι της Καλογρέζας, οι εργάτες του εργοστασίου ηλεκτρισμού, οι τροχιοδρομικοί, οι σιδηροδρομικοί κ.ά. Στην απεργία συμμετέχουν και επαγγελματίες.

 

Η δωσιλογική κυβέρνηση και οι κατακτητές απάντησαν με συλλήψεις απεργών και    στις 15 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε διαδήλωση 20.000 εργαζομένων στο κέντρο της Αθήνας, μεταξύ των αιτημάτων της οποίας ήταν και η απελευθέρωση των συλληφθέντων. Η διαδήλωση αντιμετωπίστηκε με επίθεση από τους Ιταλούς, με πολλούς τραυματισμούς διαδηλωτών και οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν μέχρι αργά το βράδυ.

 

Κι αυτή τη φορά η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να υποχωρήσει. Οι συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι, τετραπλασιάστηκαν οι μισθοί των εργαζομένων και συνάμα άρχισε η επαναλειτουργία των συσσιτίων που είχαν διακοπεί. Επρόκειτο για την «πρώτη μεγάλη σύγκρουση του αντιστασιακού συνδικαλισμού με την κυβέρνηση της Αθήνας, από την οποία σαφώς βγήκε νικητής το ΕΕΑΜ»17.

 

Απεργίες πραγματοποιήθηκαν και στη Θεσσαλονίκη, από τους καπνεργάτες, στις 29 Σεπτεμβρίου, και από τους δημόσιους υπαλλήλους, στις 4 Οκτωβρίου. Παράλληλα, απήργησαν και οι εργαζόμενοι στην Έδεσσα, τη Νάουσα και την Κοζάνη. 

 

Νέα απεργιακή κινητοποίηση διοργανώθηκε στις 7 Δεκεμβρίου στον Πειραιά, όπου πραγματοποιήθηκε διαδήλωση 7.000 εργατών, και στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου, με τη συμμετοχή φοιτητών και μαθητών, που συνοδεύτηκε από βίαιες συγκρούσεις με τις δυνάμεις κατοχής. Στις συγκρούσεις αυτές σκοτώθηκε ο κομμουνιστής φοιτητής Μήτσος Κωνσταντινίδης και τραυματίστηκε βαριά ο επίσης κομμουνιστής φοιτητής Γιώργος Φίλης, που πέθανε λίγο αργότερα.

 

Μιχάλης Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου. Από τα Δεκεμβριανά στις εκλογές του 1946 – Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, σ. 34.

Γιώργος Κουκουλές, Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα και οι ξένες επεμβάσεις (1944-1948) – Οδυσσέας, Αθήνα 1995, σ. 45.

Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης – Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981, 1ος τ., σ. 174.

Άγγελος Αυγουστίδης, Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία του ’40 και τα περιθώρια της πολιτικής – Καστανιώτης, Αθήνα 1999, σ. 108.

Κώστας Θέος, Εργατικά Συνδικάτα. Η πάλη τους ενάντια στο φασισμό και για την ανεξαρτησία τους – Εργατική, Αθήνα 1947, σ. 14.

Βασίλης Μπαρτζιώτας, Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 1944 – Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985, σ. 161.

Ως αφορμή για την εκτέλεση του Καλύβα αναφέρεται η κατάργηση νόμου 424/42, που περιόριζε το δικαίωμα των εργοδοτών να απολύουν εργαζόμενους.

Θανάσης Χατζής, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε – 1ος τ., Παπαζήσης, Αθήνα 1977, σ. 141-142.

C.M. Woodhouse, Το μήλο της έριδος. Η ελληνική Αντίσταση και η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων - Εξάντας, Αθήνα 1976, σ. 60.

Κώστας Θέος, ό.π., σ. 13.

Θανάσης Χατζής, ό.π., σ. 335.

Δημήτρης Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο – Ρήγας, Αθήνα 1944, σ. 39-40.

Κώστας Φουντανόπουλος, Από την ηθική οικονομία στη δίκαιη οικονομία. Η λαϊκή διαμαρτυρία στη Θεσσαλονίκη της Κατοχής, στο Νίκος Ποταμιάνος (επιμ.), Εκδοχές της ηθικής οικονομίας. Ιστορικές και θεωρητικές μελέτες - Ινστιτούτο Μεσογειακών Μελετών, Ρέθυμνο 2021, σ. 245.

Άγγελος Αυγουστίδης, ό.π., σ. 131.

Απόστολος Στρογγύλης, Η πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας. Η Καρδίτσα στην Αντίσταση – Φυτράκης, Αθήνα 1988, σ. 36-40.

Το πλιγούρι (από την τουρκική λέξη bulgur) ήταν σπασμένο δημητριακό, συνήθως σιτάρι, που το έβραζαν, φτιάχνοντας ένα είδος χυλού ή σούπας.

Άγγελος Αυγουστίδης, ό.π., σ. 133.

 

Αναγνώστηκε 690 φορές
Γιώργος Αλεξάτος

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.