Προδημοσίευση Κοστάντσο Πρέβε

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019 08:53 Συντάκτης:

 

 

Τις επόμενες ημέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πιρόγα το τελευταίο βιβλίο του σπουδαίου ιταλού διανοούμενου Κοστάντσο Πρέβε.

Τα περιεχόμενα του βιβλίου έχουν ως εξής:

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΑΜΗΧΑΝΙΑ, ΑΠΩΘΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ. ΕΝΑΣ ΣΥΝΔΑΙΤΗΜΟΝΑΣ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΓΡΑΝΙΤΗ;

 

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ (1818-1883). ΕΝΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΑΙΩΝΩΝ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΑΡΞΙΣΜΩΝ .

ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΤΙΚΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ.

 

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΣΗΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΠΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (1917-1991).

ΚΑΛΕΣΜΑ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΠΙΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΓΓΝΩΜΕΣ, ΤΙΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ, ΤΗΝ ΑΠΩΘΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΗ.

 

 

Στη συνέχεια αναδημοσιεύουμε  τον πρόλογο του βιβλίου:

 

Όποτε επιχειρείται η αποτύπωση των ιστορικών καταβολών και των βασικών συνιστωσών της ευρωπαϊκής πολιτισμικής παράδοσης βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ιδιόμορφο παιχνίδι, που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε παιχνίδι των προσθέσεων και των αφαιρέσεων ή, ακόμα καλύτερα, των προσθηκών και των παραλείψεων. Με άλλα λόγια θα μπορούσαμε να το διατυπώσουμε ως εξής: Πες μου τι σχεδιάζεις να προσθέσεις και τι αντίθετα σκοπεύεις να παραλείψεις κι εγώ θα σου σχεδιάσω το συνειδητό ή ακόμα και ασυνείδητο πολιτισμικό σου προφίλ!

Υπάρχουν κάποιοι, όπως ο Αλαίν ντε Μπενουά σ’ ένα πρόσφατο βιβλίο του, που ξεκινάνε από τις προ-ρωμαϊκές και προχριστιανικές παγανιστικές παραδόσεις και που εντοπίζουν σ’ αυτές το συμβολικό και το υλικό υπόστρωμα της κατοπινής ευρωπαϊκής παράδοσης. Εκείνοι που ωστόσο δεν επιθυμούν να ακολουθήσουν τα χνάρια του Μπενουά, ούτε και τη διαδρομή που προτείνουν ο Ντουμεζίλ, ο Ωντρύ και οι άλλοι μελετητές της ινδοευρωπαϊκής εθνικής και πολιτισμικής συνιστώσας, ξεκινούν  από την ελληνική φιλοσοφία και τέχνη, από το ρωμαϊκό δίκαιο, από τη χριστιανική θρησκεία, από την ιταλική και ευρωπαϊκή Αναγέννηση, από την επιστημονική επανάσταση του δέκατου έβδομου αιώνα, από το Διαφωτισμό, και σιγά- σιγά φτάνουν μέχρι τη σύγχρονη εποχή και τους μεγάλους φεντεραλιστές του εικοστού αιώνα που μόλις μας προσπέρασε. Η εντελώς πολιτική και καθόλου πολιτιστική αντιπαράθεση επάνω στο εάν και σε ποιο βαθμό θα πρέπει να μνημονεύονται ρητά οι λεγόμενες «χριστιανικές ρίζες» δε θα πρέπει να μας απασχολήσει, και οφείλω να παραδεχτώ ότι ουδέποτε κατόρθωσε να μου κινήσει το ενδιαφέρον. Από τη μια πλευρά θεωρώ αυτονόητο το γεγονός ότι υπάρχουν χριστιανικές ιστορικές και πολιτισμικές ρίζες στην Ευρώπη και το να αρνείται κάποιος το γεγονός αυτό μου φαίνεται εντελώς βλακώδες. Από την άλλη, γνωρίζω καλά ότι στην παρούσα μνησίκακη ιστορική και πολιτική συγκυρία, η εμμονή στη ρητή μνεία αυτών των «ριζών» (που, επαναλαμβάνω, για εμένα είναι απολύτως προφανείς) αποτελεί ένα όπλο των δυτικών στον ονομαζόμενο πόλεμο «των πολιτισμών» ενάντια στον μουσουλμανικό κόσμο και ενδεχομένως κάποια στιγμή ενάντια στον κόσμο της Ευρασίας και της Κίνας. Ας μου επιτραπεί λοιπόν, μιας και είμαι ένας γέρος καθηγητής που διδάσκει  φιλοσοφία και ιστορία επί τριάντα πέντε συναπτά έτη (1967-2002), να «βγάλω την ουρά μου» έξω απ’ αυτήν την πολεμόχαρη βατραχομυομαχία. Θα προτιμούσα να δηλώσω Κορεάτης ή Ταϊλανδός παρά να «στρατολογηθώ» σε μια σύγκρουση πολιτισμών ανάμεσα στη λεγόμενη Δύση και τους λεγόμενους «εχθρούς» της.

Ας αφήσουμε λοιπόν αυτό το δηλητηριασμένο και ναρκοθετημένο πεδίο, που μεταξύ άλλων είναι κι ανάξιο για μια σοβαρή συζήτηση επάνω στην ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα, κι ας επιστρέψουμε στη συζήτηση για τις ιστορικές συνιστώσες της παράδοσης της ηπείρου μας. Και στο σημείο αυτό, αν κάποιος θελήσει να μου απαριθμήσει μια σειρά από «ρίζες», εμένα μου έρχεται να ρωτήσω με προσποιητή αφέλεια: Με συμπαθάτε, αλλά ανάμεσα σ’ αυτές τις συνιστώσες περιλαμβάνεται ο Μαρξ και ο μαρξισμός;

Ξέρω πολύ καλά ότι η ερώτηση αυτή ηχεί περίεργη, ενοχλητική και μπελαλίδικη στα πεντακάθαρα αφτιά του Πολιτικά Ορθού Ευρωπαίου Πολίτη (ΠΟΕΠ). Μα πως, θα μου πει, ακόμα δεν το μάθατε ότι ο μαρξισμός πέθανε; Δεν σας φτάνουν τα εγκλήματα που τελέστηκαν στην Ευρώπη από τον κομμουνισμό κατά τη διάρκεια του Σύντομου Αιώνα[1], εγκλήματα για τα οποία δεν υπήρξε ούτε καν μια Συμβολική Νυρεμβέργη, όπως τουλάχιστον έγινε για τα εγκλήματα του Χίτλερ; Δεν αντιλαμβάνεστε ότι όσο λιγότερο μιλάμε για μαρξισμό τόσο καλύτερα είναι, γιατί ο κόσμος θέλει να κοιτάζει στο μέλλον, ένα μέλλον που βρίσκεται στη μη αναστρέψιμη εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, κι όχι ασφαλώς να μένει καθηλωμένος σε ουτοπικές και αιματηρές ιδεολογίες του παρελθόντος, που όλοι θέλουμε ν’ αφήσουμε ξοπίσω μας;

Μια χαρά το ξέρω αυτό το ποίημα. Και όμως, αν αφεθούμε να μας τρομοκρατήσει η τριπλή παρουσία της αμηχανίας, της απώθησης και της υποκρισίας, είναι το ίδιο σα να εγκλωβιζόμαστε αποκλειστικά στις ανούσιες απεραντολογίες για τα αθλητικά ή στις ρητορείες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επιβάλλονται με προληπτικούς βομβαρδισμούς σε πληθυσμούς-καθάρματα. Σ’ αυτό το σύντομο δοκίμιο, που από τη φύση του δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις και ούτε διεκδικεί κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία (ο γράφων έχει εκθέσει αλλού με τρόπο περισσότερο αναλυτικό και τεκμηριωμένο ένα μεγάλο μέρος των θεμάτων που συνοψίζονται εδώ), αποφάσισα να κολυμπήσω ενάντια στο ρεύμα, ένα άθλημα στο οποίο επιδίδομαι αδιάλειπτα εδώ και αρκετές δεκαετίες, και να υποστηρίξω ότι ναι, τόσο η σκέψη του Μαρξ όσο και μεγάλο μέρος του κατοπινού κριτικού μαρξισμού οπωσδήποτε αποτελούν (ή θα έπρεπε να αποτελούν) πολιτισμικές συνιστώσες της ευρωπαϊκής παράδοσης.

Αλλά, αγαπητέ μου κύριε, θα μου πει ευγενικά ο προαναφερθείς ΠΟΕΠ, ο μαρξισμός πέθανε! Αλήθεια; -θα απαντήσω εγώ- και πώς το ξέρετε; Αφού το λένε όλοι! -θα απαντήσει ο ΠΟΕΠ μας. Και ποιοι είναι αυτοί «οι όλοι»; -θα τον ρωτήσω. Μα τι, όλοι είναι οι όλοι – θα πει ο ΠΟΕΠ, που ασυνείδητα θα κάνει αναφορά στη νέα ευρωπαϊκή ταυτότητα, την Παντοταυτολογία[2]. Στο τέλος, μετά από έναν εξαντλητικό σωκρατικό διάλογο, θα ανακαλύψουμε ότι οι Όλοι είναι κατά σειρά οι εξής:

1)      Οι πολιτικοί

2)      Οι δημοσιογράφοι

3)      Οι διανοούμενοι

 

Κατά συνέπεια, σύμφωνα μ’ αυτές τις τρεις ευγενείς κατηγορίες «ξερόλων», που είναι και οι φορείς της Παντοταυτολογίας, ο μαρξισμός πρέπει να έχει πεθάνει. Στο σημείο αυτό θα προστρέξουμε στη βοήθεια του Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκο, που έγραψε: «Τα σοσιαλιστικά ιδεώδη σήμερα διασχίζουν την έρημο, αλλά το να λέμε πως η ιδέα του σοσιαλισμού πέθανε το 1989 σημαίνει ότι είμαστε παγιδευμένοι σε μια πολύ συνηθισμένη τάση του ανθρώπου ο οποίος, έχοντας μια σύντομη ζωή, πάντα έχει την τάση να σκέφτεται ότι κάποιο άλλο πράγμα πεθαίνει πριν από τον ίδιο».

Δε θα μπορούσαμε να το διατυπώσουμε καλύτερα. Ο πλατωνισμός αυτή τη στιγμή χαίρει άκρας υγείας, κουβαλάει ήδη στις πλάτες του σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, κι όμως, πόσες φορές έχει ήδη δηλωθεί ο θάνατός του! Αποτελεί επομένως ένδειξη σοφίας το να υποθέτουμε ότι ο σύντομος βίος μας θα αποδειχθεί οπωσδήποτε συντομότερος από κάποιους «ισμούς» που ακόμα κυριαρχούνται, κατά κάποιο τρόπο, από μια μη πραγματοποιηθείσα «υπέρβαση».

Ο Σαραμάγκο έχει δίκιο, όμως ταυτόχρονα θα ήταν κουτό να μην προβληματιστούμε επάνω στο γιατί στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία η δήλωση θανάτου του μαρξισμού προσλαμβάνει τις διαστάσεις μιας αναντίρρητης προφανότητας. Με την ευκαιρία, να υπενθυμίσω ότι κατά τη διάρκεια της δίκης του, στο τέλος της οποίας καταδικάστηκε να πιει το κώνειο, ο Σωκράτης μίλησε για την ολέθρια κι επικίνδυνη σύνδεση μιας «παλιάς κατηγορίας» (ότι δεν πίστευε στους θεούς της Αθήνας) με μια «νέα κατηγορία» (ότι διαφθείρει πολιτικά τους νέους). Λοιπόν, το βιαστικό θάψιμο του μαρξισμού σήμερα, το οποίο ο καλός μας ΠΟΕΠ θεωρεί αυτονόητο και προφανές, προκύπτει και αυτό από τη συγχώνευση δυο ξεχωριστών ρευμάτων, που θα ορίσω αντίστοιχα ως το Παλιό Ρεύμα των Νεκροθαφτών  (ΠΡΝ) και το Νέο Ρεύμα των Νεκροθαφτών (ΝΡΝ). Θα τα εξετάσουμε ξεχωριστά, αλλά ο αναγνώστης πρέπει να θυμάται ότι αυτό το κάνω μονάχα για λόγους ευκολίας και επεξηγηματικής ευκρίνειας, αφού στην πραγματικότητα τα δύο αυτά ρεύματα, που αρχικά ήταν ξέχωρα, στη συνέχεια συγχωνεύτηκαν σ’ ένα και μοναδικό απόλυτα κυρίαρχο ρεύμα κατά τη σημερινή ιστορική συγκυρία στον τριπλό κόσμο των Πολιτικών, των Δημοσιογράφων και των Διανοούμενων.

Το Παλιό Ρεύμα των Νεκροθαφτών του μαρξισμού (ΠΡΝ) είναι ιστορικά ενεργό από την εικοσαετία 1875-1895, από τότε δηλαδή που η αυθεντική σκέψη του Μαρξ «αποκρυσταλλώθηκε» σε ένα κατανοητό σύστημα φιλοσοφικού, οικονομικού και κυρίως πολιτικού τύπου. Η αρχική κατηγορία, κατά τη γνώμη μου ουσιωδώς θεμελιωμένη (Κρότσε, Μπερνστάιν, Βέμπερ κλπ.), ήταν ότι συνενώθηκε μια αναγωγή σε οικονομικισμό με έναν ψευδο-θρησκευτικό ουτοπισμό. Όπως σημειώνει ο Κολακόφσκι στο αξιοσημείωτο τρίτομο έργο του Ιστορίας του μαρξισμού, οι αντιπαραθέσεις αυτής της πρώτης περιόδου (1889-1914) ήταν ακόμα πολύ λογικές τόσο στο εσωτερικό των μαρξικών ρευμάτων όσο και στο εξωτερικό τους, δηλαδή ανάμεσα σ’ αυτά τα ρεύματα και τους αντιπάλους τους. Μετά την επανάσταση του 1917 στη Ρωσία όμως, ο «κομμουνισμός» μετατράπηκε πραγματικά σε «ένα φάντασμα που πλανιόταν στην Ευρώπη»[3]  και το γεγονός ότι οι διανοούμενοι έγιναν κυριολεκτικά οι «κοινωνικοί εντολοδόχοι» για τη διοργάνωση ενός καθολικού αγώνα ενάντια στον Μαρξ ήταν κάτι το εντελώς φυσιολογικό. Θα αναπτύξω λεπτομερειακά το θέμα αυτό στο παρόν δοκίμιο. Για την ώρα αρκεί να θυμόμαστε ότι αυτός ο αγώνας είχε χοντρικά  τρία κέντρα απ’ όπου εκπορεύονταν η συγκεκριμένη ιδεολογική αποστολή: την εχθρική προς τον κομμουνιστικό μπολσεβικισμό σοσιαλδημοκρατία, την εχθρική προς τις μορφές της δικτατορίας, του δεσποτισμού και του «ολοκληρωτισμού» φιλελεύθερη σκέψη, και τέλος τα νέα ευρωπαϊκά κινήματα του φασισμού, τα οποία διεκδικούσαν για τον εαυτό τους τον πολιτικό ολοκληρωτισμό για τον οποίο μάλιστα καυχιόνταν, ενώ θεωρούσαν ως κύριο εχθρό τους τον κομμουνισμό.

Μετά το 1945 τα πράγματα άλλαξαν, επιφανειακά τουλάχιστον, γιατί η Ευρώπη απώλεσε ολοκληρωτικά τη γεωπολιτική της ανεξαρτησία (και το ότι την έχασε από δικά της φταιξίματα δεν μεταβάλει ούτε κατά ένα χιλιοστό το γεγονός ότι πάντως την έχασε), και η σύγκρουση ανάμεσα στο μαρξισμό και  τον αντι-μαρξισμό μετατράπηκε σε μια δευτερεύουσα ιδεολογική παράμετρο μιας πολύ μεγαλύτερης οικονομικής και στρατιωτικής σύγκρουσης. Στο  ΠΡΝ συγχωνεύτηκαν φωνές όπως του Χάγιεκ (ο κομμουνισμός ως απόλυτος εχθρός της αγοράς, νοούμενης ως φυσική τάξη του κόσμου), του Πόπερ (ο κομμουνισμός ως πολιτική υποτροπή των ολοκληρωτικών σκέψεων του Πλάτωνα, του Χέγκελ και του Μαρξ, των μεγάλων εχθρών της «ανοιχτής κοινωνίας») και τα λοιπά.

Το Νέο Ρεύμα των Νεκροθαφτών (ΝΡΝ) αποτελεί στην ουσία προϊόν της γενικευμένης ιδεολογικής μεταστροφής της γενιάς της «αμφισβήτησης» του ευρωπαϊκού εξήντα οκτώ. Η γενιά αυτή (ή τουλάχιστον ένα σημαντικό κομμάτι της, μιας και κατά βάθος σ’ αυτήν ανήκε και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι) ανέπτυξε στη δεκαετία του εξήντα ένα είδος ελευθεριάζουσας αντι-αστικής νοοτροπίας, η οποία από μόνη της δεν θα είχε εμφανίσει καμιά κομμουνιστική και ακροαριστερή «υποτροπή», αν κατά κάποια έννοια δεν «συναντιόταν» με μια αυτόνομη τάση για κοινωνική αναγνώριση και για πρόσβαση στην κατανάλωση μιας νέας εργατικής τάξης που δεν ήταν πια διατεθειμένη να αποδέχεται ένα στάτους κατωτερότητας και κοινωνικής περιθωριοποίησης. Προϊόν της συνένωσης αυτής της ελευθεριάζουσας αστικής παρόρμησης (ενδογενούς κοινωνικά και πολιτισμικά στην ευρωπαϊκή αστική τάξη της οποίας αποτελούσε μια εντελώς εσωτερική πολιτισμική εκδήλωση κρίσης) κι αυτής της σοσιαλδημοκρατικής τάσης για κοινωνική αναγνώριση και για πρόσβαση στην κατανάλωση εργατικής, μισθωτής και προλεταριακής προέλευσης υπήρξε το αλλόκοτο ψυχοκοινωνικό φαινόμενο μιας Εικονικής Επανάστασης, που όσο περισσότερο θορυβώδης υπήρξε άλλο τόσο ήταν και ανύπαρκτη. Κι αυτό ακριβώς ήταν με δυο λόγια το Εξήντα Οκτώ. Αυτή η εύθραυστη και κοινωνικά παρά φύσιν συμμαχία άρχισε να φθείρεται στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα είχε εκλείψει εντελώς σ’ ολόκληρη την Ευρώπη (πέρα από ορισμένους εξαιρετικά μειοψηφικούς σε κοινωνικό επίπεδο θύλακες επαγγελματικών πολιτικών μηχανισμών της άκρας αριστεράς). Τα μισθωτά, εργατικά και προλεταριακά στρώματα ξανακύλησαν στην υποδεέστερη θέση τους και οπωσδήποτε αποδυναμώθηκαν και εξαιτίας των καινούργιων «παγκοσμιοποιημένων» τρόπων ελαστικής και επισφαλούς εργασίας. Τα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα (καθώς επίσης και εν μέρει τα υψηλά αστικά) έπρεπε να επεξεργαστούν το πένθος για το αμφίβολο «επαναστατικό» προηγούμενό τους. Και όντως το διαχειρίστηκαν περνώντας συμβολικά από τον Ζαπάτα στον Θαπατέρο[4], από μια ανέφικτη δηλαδή και εντελώς φαντασιακή τριτοκοσμική και υπερ-κομμουνιστική λαϊκή επανάσταση (που βρήκε στην καθαγιασμένη και ταυτόχρονα εξουδετερωμένη και υποβιβασμένη σε ακίνδυνη εικόνα του Τσε Γκεβάρα το μάρτυρά της)  σε μια απόλυτα εφικτή, και μάλιστα ευνοούμενη του μεγάλου χρηματιστικού κεφαλαίου και των δημοσιογραφικών και διανοουμενίστικων μηχανισμών που το υπηρετούν, «επανάσταση» των ηθών μετα-αστικού και υπερ-καπιταλιστικού χαρακτήρα. Αυτό ήταν το πεδίο της κουλτούρας του ΝΡΝ, το οποίο πέρασε από μια ακόμα χυδαία και ιδεολογική φάση εξορκισμού του κομμουνισμού (τους Γάλλους nouveaux philosophes [5]) καθώς και από ένα πραγματικά βαθύ και αποτελεσματικό μετασχηματισμό (τη μεταμοντέρνα ιδεολογία). Σχετικά με το ζήτημα αυτό θα επιμείνω λεπτομερειακά ιδιαίτερα στο τρίτο και το τέταρτο κεφάλαιο.

Στον παρόντα πρόλογο μου αρκεί προς το παρόν να υπογραμμίσω ότι επρόκειτο για μία γιγαντιαία ιστορική συγκυρία, κατά την οποία η ευρέως ενδογενής (και επομένως εσωτερική) κατάρρευση του ιστορικού κομμουνισμού του εικοστού αιώνα συναντήθηκε με μία εξίσου ενδογενή μεταστροφή της κοινωνικο-πολιτισμικής γενιάς  του Εξήντα Οκτώ, η οποία σήμερα δεσπόζει στους πολιτικούς, δημοσιογραφικούς και πνευματικούς μηχανισμούς. Αλλά είμαι βέβαιος ότι αυτά είναι ήδη ευρέως γνωστά στον αναγνώστη και κατά συνέπεια δεν χρειάζεται να επιμείνω περισσότερο. Μπορεί αντίθετα να έχει ενδιαφέρον να σημειώσω ότι αυτή η ιστορική συγκυρία, που επαναλαμβάνω ότι είναι κατά μεγάλο μέρος «συγκυριακή», δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για να βάλουμε οριστικά μια ταφόπλακα επάνω στη σχέση ανάμεσα στο μαρξισμό και στην ευρωπαϊκή κουλτούρα.

Περνώντας από το ευρωπαϊκό επίπεδο στον πιο περιορισμένο «ιταλικό» χώρο, θέλω να σημειώσω εν συντομία ότι το πολιτισμικό ζήτημα του μαρξισμού στην Ιταλία οφείλει πρώτα να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τέσσερα φαινόμενα που τουλάχιστον θα  πρέπει να κατονομαστούν και να υποδειχθούν ώστε ενδεχομένως να μπορέσουμε κατόπιν να τα απαλείψουμε: Το μαρξισμό των άσχετων, το μαρξισμό των πολιτικών και των ιδεολογικών μηχανισμών που βρίσκονται αυστηρά στην αποκλειστική υπηρεσία των πολιτικών (στους οποίους περιλαμβάνω επίσης και κατεξοχήν τους πανεπιστημιακούς πολιτικούς μηχανισμούς), το μαρξισμό των συνδικαλιστών και των εργοστασιακών εργατικών αγώνων, και τέλος το μαρξισμό των ψυχολόγων και των κοινωνικών λειτουργών. Θα τους εξετάσω ξεχωριστά χρησιμοποιώντας, όντας βέβαιος ότι ο αναγνώστης θα με συγχωρέσει, και λίγο ακίνδυνο (αν και μελαγχολικό) χιούμορ.

Ο Μαρξισμός των Άσχετων (ΜΑ) είναι  δυστυχώς η πρώτη τυπολογία που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη. Εννοείται ότι δεν κατά κανένα τρόπο δεν επιθυμώ να υποστηρίξω ότι για να κουβεντιάσει κανείς για μαρξική φιλοσοφία χρειάζεται να έχει πτυχίο από τη Σορβόννη και ότι για να συζητήσει για μαρξική οικονομία πρέπει να έχει μάστερ από το Κέμπριτζ. Αντίθετα, πιστεύω ότι οι μεγάλες φιλοσοφικές, πολιτικές και θρησκευτικές ιδέες του κόσμου είναι κάπως σαν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και σαν τα κουτσομπολιά για τους ισχυρούς, και ότι άρα όλοι μπορούν να λένε ελεύθερα οτιδήποτε τους κατεβαίνει στο κεφάλι. Στην περίπτωση του μαρξισμού ωστόσο, λόγω της εξαιρετικά ψευδαισθητικής και παρεξηγημένης γειτνίασής του με την «αριστερή» πολιτική ταυτότητα και με τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική ιδεολογική ταυτότητα, ακόμα και οι πιο υπότροποι αναλφάβητοι πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να «τσαμπουνάνε» οτιδήποτε τους έρχεται στο μυαλό. Ξέρω ότι πολλοί ερασιτέχνες ανάγουν τον Δαρβίνο και τον Φρόιντ σε δυο ηλίθιους, οι οποίοι υποστήριξαν αντίστοιχα ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τους πιθήκους και ότι το σεξ αρκεί για να εξηγηθούν τα πάντα, και ταυτόχρονα μου φαίνεται ότι μπορώ να πω με κάποια περίσκεψη ότι, παρόλο που και οι δυο αυτές παραδοχές είναι λαθεμένες, δεν παύουν ωστόσο να θίγουν κάποια αόριστα στοιχεία του προβλήματος. Αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο και με τον Μαρξ. Ο οποιοσδήποτε αισθάνεται ότι δικαιούται να λέει ό,τι του καπνίσει. Έχω γνωρίσει πανεπιστημιακούς καθηγητές της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών οι οποίοι αγνοούσαν το γεγονός ότι ο λεγόμενος «μαρξισμός», που κατασκευάστηκε και συστηματοποιήθηκε την εικοσαετία 1875-1895, υπήρξε έργο του Ένγκελς και του Κάουτσκι και όχι του Μαρξ. Αντίθετα, η ιδέα ότι ο ίδιος ο Μαρξ υπήρξε όχι μόνον ο ιδεολογικός διανοητής μιας σε μεγάλο βαθμό μυθικής αναφοράς αλλά επίσης και ο κατ’ εξοχήν πολιτικός θεωρητικός του σταλινικού συστήματος κατά την περίοδο από το 1924 μέχρι το 1953 εξακολουθεί να αποτελεί ένα πανίσχυρο κοινό τόπο στον κόσμο των δημοσιογράφων και των διανοούμενων, παρά το γεγονός ότι μια απλή και έντιμη μελέτη των ιστορικών και φιλοσοφικών δεδομένων θα αρκούσε για να γίνει εύκολα αντιληπτό ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω με μεγάλη μου λύπη ότι πολλοί καθολικοί θεολόγοι έχουν αξιοποιήσει την παρεξήγηση αυτή, κι αυτό θεωρώ ότι είναι ασυγχώρητο ακριβώς στο όνομα της ευαγγελικής ρήσης «μην κάνεις στους άλλους αυτό που δεν θέλεις να κάνουν σ’ εσένα», από τη στιγμή που κανένας καθολικός θεολόγος δεν θα μπορούσε να ανεχτεί χωρίς να αντιδράσει την κατηγορία ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ και ο Παύλος από την Ταρσό υπήρξαν οι εμπνευστές του Διατάγματος του Θεοδόσιου [6], του ιδεολογικού καθαγιασμού του ευρωπαϊκού φεουδαρχικού συστήματος, των Σταυροφοριών, της Ιεράς Εξέτασης και του Πίνακα των Απαγορευμένων Βιβλίων[7].

Μετά το 1945, ο μαρξισμός των Πολιτικών (ΜΠ) υπήρξε στην Ιταλία ο μαρξισμός των μηχανισμών του κόμματος (αρχικά PCI, κατόπιν PDS, μετά DS [8] και ίσως στο  μέλλον PD, απλά Δημοκρατικό Κόμμα δηλαδή) και των εκδοτικών και πανεπιστημιακών ιδεολογικών μηχανισμών που συνδέονταν μ’ αυτούς. Επρόκειτο για μια άκαμπτη «διευθυνόμενη ιδεολογία» στη βάση εύκαμπτων συμβιβασμών που αποφασίζονταν από ψηλά, με τη σκέψη του Μαρξ μάλλον να βρίσκεται στο σύνολό της έξω από ένα ιδεολογικό σύστημα διοικούμενο από ένα στρώμα επαγγελματιών της πολιτικής που έχουν σαν μπούσουλα τις σχέσεις ισχύος κοινοβουλευτικού τύπου.

Δεν έχω την πρόθεση μ’ αυτό να ισχυριστώ ότι η γραμμή του ΚΚΙ του Τολιάτι και του Μπερλινγκουέρ ήταν «λαθεμένη» και ότι αντίθετα θα χρειαζόταν είτε μια εξτρεμιστική γραμμή κοινωνικού πολέμου είτε μια «μετάλλαξη», ήδη από το 1956, σε μια σοσιαλδημοκρατία πλήρως ενσωματωμένη στους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και σε ανοιχτή ρήξη με το ακόμα υπαρκτό μέχρι τότε διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Γνωρίζω πολύ καλά ότι αυτό το διπλό και αλληλοσυμπληρούμενο κουτσομπολιό στάθηκε η αφορμή για μια πλημμυρίδα από έντυπα, αυτά όμως συνέβαιναν ενώ εγώ παρέμενα πλήρως και παγερά αδιάφορος. Στην Ιταλία μετά το 1945, για μία δύναμη όπως το ΚΚΙ, και λαμβάνοντας υπόψη τους γεωπολιτικούς, κοινωνικούς και στρατιωτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη, η γραμμή του «πολέμου των θέσεων» και της «κατάκτησης των οχυρών» προκειμένου να δημιουργηθεί ένα «ιστορικό μπλοκ» ικανό να αποκτήσει μια «ηγεμονία» στην «πολιτισμένη κοινωνία», γραμμή η οποία από τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα έδειξε την αλλόκοτη στρατηγική της αδυναμία (μονάχα όμως με την ευκολία της «στερνής γνώσης»), ήταν αντίθετα εντελώς εύλογη και ρεαλιστική αν όχι και υποχρεωτική, και όλες οι εξτρεμιστικές επικλήσεις περί «κατάλληλης στιγμής», περί «κόκκινης αντίστασης» και τα λοιπά, ποτέ δεν πέτυχαν καμιά πολιτική επιδοκιμασία και ακόμα λιγότερο κάποια ηθική δικαίωση (και ας σκεφτούμε την κατοπινή τρομοκρατία, που δεν αξίζει καμιά δικαιολογία και ούτε κάποια «συνάφεια»). Δεν σκοπεύω να εμπλακώ εκ των υστέρων στο ναρκοθετημένο πεδίο του πολιτικο-στρατιωτικού Riziko[9] . Θέλω μονάχα να σημειώσω ότι η συζήτηση για τον Μαρξ και για το μαρξισμό είναι από τη φύση της ελεύθερη χωρίς όρους, και ότι η σκέψη να την καταστήσουμε «συμβατή» έστω και με νόμιμες πολιτικές επιλογές του κόμματος (καθώς και με συντεχνιακά συμφέροντα πανεπιστημιακών μηχανισμών που συνδέονται με το κόμμα) στην πράξη σήμανε το φόνο αυτής της συζήτησης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην πραγματικότητα οι περισσότεροι και οι σημαντικότεροι μελετητές του Μαρξ και του μαρξισμού στην Ιταλία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα υπήρξαν έξω από τους κομματικούς πολιτικούς μηχανισμούς και σχεδόν πάντα ενάντιοι σ’ αυτούς. Σχετικά θα στοιχημάτιζα (και το στοίχημά μου θα ήταν εκ του ασφαλούς) ότι αν ο Μαρξ είχε αναστηθεί στην ΕΣΣΔ θα τον σκότωναν, στην Κίνα θα τον φυλάκιζαν και στην Ιταλία θα τον έδιωχναν ή θα τον διέγραφαν. Όποιος εντυπωσιάζεται απ’ αυτήν τη χαμηλών τόνων και εξαιρετικά συγκρατημένη υπόθεσή μου, αποδεικνύει ότι βρίσκεται εντελώς στο σκοτάδι αναφορικά με στους συστημικούς μηχανισμούς ιδεολογικής αναπαραγωγής και νομιμοποίησης ταυτότητας και ανήκειν στα πολιτικά κόμματα «κομμουνιστικού» τύπου του εικοστού αιώνα.

Ο μαρξισμός των Συνδικαλιστών (ΜΣ) και των εργοστασιακών εργατικών αγώνων είναι οπωσδήποτε περισσότερο «ευγενής» από τον προηγούμενο, αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να υποθέσουμε ότι έχει μια πραγματική οργανική σχέση συνέχειας και συνάφειας με τις αρχικές προθέσεις του Καρλ Μαρξ. Προφανώς δεν αρνούμαι την κεντρική θέση που κατέχει ακόμα και στην αυθεντική σκέψη του Μαρξ το πρόβλημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, και ακριβέστερα το πρόβλημα της απόσπασης της απόλυτης και /ή της σχετικής υπεραξίας. Ο πυρήνας της θεωρίας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στον Μαρξ βρίσκεται ακριβώς στην ανακάλυψη ότι, πίσω από τη φαινομενικά «ίση» ανταλλαγή ανάμεσα στην εργατική δύναμη και το κεφάλαιο, βρισκόταν στην πραγματικότητα μια «άνιση» διεργασία μέσω της οποίας η αξία χρήσης της εργατικής δύναμης, όντας μεγαλύτερη από την ανταλλακτική αξία του μισθού της, παρήγαγε ένα «πλεόνασμα» αξίας το οποίο κατόπιν ενσωματωνόταν ως επιχειρηματικό κέρδος. Όμως, η σκέψη του Μαρξ δεν είναι η σκέψη της μονόπλευρης οπτικής γωνίας της εργοστασιακής εργατικής τάξης που είναι θύμα της εκμετάλλευσης, αλλά πρόκειται για μια σκέψη επάνω σ’ ολόκληρο το σύμπλεγμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής  με εντελώς ιδεαλιστικο-εγελιανή προέλευση του ολιστικού τρόπου αντίληψης του συνόλου (όπως άλλωστε σωστά κατάλαβε ο Λένιν όταν ξεκίνησε απ’ αυτήν την ορθή διαπίστωση προκειμένου να συνάγει τη δική του έστω και αμφισβητήσιμη θεωρία και πρακτική του ρώσικου μπολσεβίκικου κόμματος). Όποιος, όπως δυστυχώς ήταν η περίπτωσή μου, σύχναζε σε «στρατευμένα» πολιτικά περιβάλλοντα στην Ιταλία κατά την τριακονταετία 1960-1990, ξέρει πολύ καλά ότι ο λεγόμενος «μαρξισμός» για τα συγκεκριμένα περιβάλλοντα ήταν πράγματι αποκλειστικά ο εργοστασιακός εργατικός αγώνας, ενώ το υπόλοιπο του καπιταλιστικού κοινωνικού συνόλου κατακερματιζόταν περαιτέρω σε φεμινισμό (οπτική γωνία των γυναικών), οικολογία (οπτική γωνία της μολυσμένης φύσης), ειρηνισμό  (οπτική γωνία της μονόπλευρης ηθικής της μαρτυρίας), και τα λοιπά. Ο μαρξισμός, έχοντας αναχθεί σε μια θορυβώδη μορφή «σκληρού και αδιάλλακτου συνδικαλισμού», έπρεπε λοιπόν να μετατραπεί στο ένα φύλλο ενός «τετράφυλλου», χάνοντας έτσι κάθε φιλοσοφικό και πολιτιστικό σθένος.

Τελευταίος μένει ο μαρξισμός των Ψυχολόγων και των Κοινωνικών Λειτουργών (ΜΨΚΛ). Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι αυτός είναι ο γελοιωδέστερος όλων, αλλά ακόμα και οι αρχαίοι  Έλληνες μετά την τραγωδία και την κωμωδία ανέβαζαν στη σκηνή το σατιρικό δράμα. Μότο του περίεργου αυτού «μαρξισμού» δεν ήταν η περίφημη ρήση του Μαρξ «Προλετάριοι Όλου του Κόσμου Ενωθείτε!», αλλά η επικουρική και καλοσυνάτη ρήση η οποία ηχούσε περίπου ως εξής: «το άτομο δεν φταίει για τίποτα, για όλα φταίει η κοινωνία». Σκότωσες τη γιαγιά σου για να της πάρεις τις οικονομίες από το ταμιευτήριο και ν’ αγοράσεις μια δόση ηρωίνη; Είναι βέβαιο ότι φταίει η κοινωνία! Στο σχολείο δεν διαβάζεις ούτε σελίδα, σπας τα νεύρα των συμμαθητών και των καθηγητών και διαβάζεις μονάχα πορνοπεριοδικά; Είναι βέβαιο ότι φταίει η κοινωνία! Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Όποιος γνωρίζει έστω και επιφανειακά την Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σίγουρα θα διακρίνει σ’ αυτά τα παραδείγματα μια επιρροή, έστω και απλοποιημένη και υποβαθμισμένη, του Ρουσώ και ασφαλώς όχι του Μαρξ. Αλλά το κέντρο του προβλήματος δεν βρίσκεται στο σημείο αυτό. Αντίθετα, το γεγονός είναι ότι στην Ιταλία ως «μαρξισμός», πέρα από κάποιους εξαιρετικά περιορισμένους υπόγειους θύλακες μανιακών μαρξιανών φιλολόγων που κατέχουν τη γερμανική γλώσσα, για πάνω από μισό αιώνα εννοείται αυτή η επαίσχυντη ανάμιξη των ΜΑ με τους ΜΠ, τους ΜΣ και τους ΜΨΚΛ.

Βρισκόμαστε λοιπόν στην πραγματικότητα, ακριβώς όπως στο παιδικό επιτραπέζιο παιχνίδι Φιδάκι, στο σημείο όπου είμαστε υποχρεωμένοι μετά από ένα σύνολο από άτυχες κινήσεις να επιστρέψουμε στο κουτάκι της εκκίνησης. Σ’ αυτά τα πρώτα χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα, οποιοσδήποτε θελήσει να συζητήσει για τον Μαρξ και για το μαρξισμό, ιδιαίτερα μάλιστα αν θέλει να συζητήσει για τη σχέση του με την πολιτισμική παράδοση της ευρωπαϊκής ταυτότητας, θα πρέπει να γυρίσει στο κουτάκι της εκκίνησης. Και πράγματι αυτή υπήρξε η βασική μεθοδολογική αρχή του παρόντος δοκιμίου μου. Ο αναγνώστης θα πρέπει να προσπαθήσει να ξεχάσει τόσο εκείνα τα οποία πάντα πίστευε ότι γνώριζε σε σχέση με τον Μαρξ όσο κι εκείνα τα οποία θα επιθυμούσε να μάθει αλλά δεν τόλμησε ποτέ να ρωτήσει (ακριβώς όπως στις καλύτερες ερωτικές και σεξουαλικές τεχνικές) και αντίθετα να προετοιμαστεί για μια εντελώς «αθώα» και πρωτότυπη ανάγνωση. Έτσι και θα διασκεδάσει περισσότερο και οπωσδήποτε θα ερεθιστεί νοητικά περισσότερο.

Προκειμένου να τον διευκολύνω σ’ αυτό το ευγενές εγχείρημα, διαίρεσα το πλούσιο υλικό σε μια γενική εισαγωγή και σε τέσσερα διαδοχικά κεφάλαια, τα δυο πρώτα φιλοσοφικού και πολιτισμικού χαρακτήρα, το τρίτο ολοκληρωτικά ιστορικού χαρακτήρα, ενώ αντίθετα το περιεχόμενο του τέταρτου και τελευταίου κεφαλαίου έχει χαρακτήρα πολιτικής και επικαιρότητας. Δεν έχει νόημα να κάνω μια περίληψη του περιεχομένου των τεσσάρων αυτών κεφαλαίων γιατί κάτι τέτοιο θα επιβάρυνε χωρίς λόγο την αφήγηση. Μπορεί αντίθετα να έχει νόημα να κλείσω αυτόν τον πρόλογο αποσαφηνίζοντας την αφηγηματική λογική που επικράτησε στο ξεδίπλωμα αυτού του δοκιμίου.

Πρώτο, (κι αυτό αποτελεί το θέμα των δύο πρώτων κεφαλαίων του δοκιμίου) γνωρίζω ότι ασφαλώς δεν αρκεί να δηλώσω με τρόπο αυταπόδεικτο ότι ο Μαρξ και ο μαρξισμός αποτελούν ένα αναγκαίο κομμάτι της πολιτισμικής παράδοσης που δεν μπορεί εύκολα να εξαλειφθεί και που σήμερα βρίσκεται στη βάση μιας ενδεχόμενης (και όχι ακόμα πραγματικά θεσπισμένης) ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ο δρόμος της αυταπόδεικτης δήλωσης, ανεξάρτητα απ’ το αν είναι υπεροπτικός, νοσταλγικός ή θρηνώδης, είναι ένας δρόμος φραγμένος, που δεν μπορεί  παρά να προξενήσει ενόχληση κι ερεθισμό, ιδιαίτερα κατά την παρούσα ιστορική συγκυρία που κυριαρχείται από ένα είδος μεταμοντέρνας και μετα-ιδεολογικής παγκοσμιοποίησης. Χρειάζεται αντίθετα κάποιος να προσπαθήσει να αποδείξει τη θέση του, να φέρει επιχειρήματα, να υποδείξει καινούργιους δρόμους σκέψης, και αυτό ακριβώς είναι που θα επιχειρήσω να κάνω.

Δεύτερο, (κι αυτό είναι το θέμα του τρίτου κεφαλαίου) γνωρίζω ότι δυστυχώς είναι υπερβολικά νωρίς για ν’ αρχίσει κάποιος να προτείνει έναν ορθολογικό ιστορικό απολογισμό του κομμουνισμού του εικοστού αιώνα 1917-1991 νοούμενου ως ένα συνολικό κοινωνικό γεγονός το οποίο έχει τώρα πια κλείσει και που οπωσδήποτε δεν μπορεί να προταθεί ξανά με τη μορφή που είχε προσλάβει. Δεν είμαι ούτε καν ένας ιστορικός, αλλά αυτός δεν είναι λόγος ώστε να μην προτείνω στη συζήτηση έναν ιστορικό απολογισμό ο οποίος – όπως εύκολα θα διαπιστώσει ο αναγνώστης – δεν στερείται καθόλου πρωτοτυπίας και πάνω απ’ όλα δεν ταυτίζεται με κανέναν άλλο ιστορικό απολογισμό διαθέσιμο στην ιταλική αγορά βιβλίων. Πράγματι, είτε αποδεχόμαστε την εύκολη οδό του εξορκισμού, της δαιμονοποίησης και του εκνευριστικού ταυτολογικού ξεπετάγματος (ο κομμουνισμός, ένα ολοκληρωτικό φαινόμενο, υπήρξε πράγματι ολοκληρωτικός), είτε παίρνουμε το ρίσκο να ακολουθήσουμε το δυσκολότερο δρόμο του ορθολογικού ιστορικού απολογισμού. Κι αυτό είναι που αποφάσισα να κάνω.

Τρίτο, τέλος, (και είναι το θέμα του τέταρτου και τελευταίου κεφαλαίου), από τη στιγμή κατά την οποία κατά βάθος μιλάμε για την Ευρώπη, δεν θα είχε νόημα να μην έχουμε το θάρρος να θέσουμε το πολιτικό πρόβλημα της γεωπολιτικής ανεξαρτησίας της Ευρώπης στο εσωτερικό του σημερινού πλαισίου της παγκοσμιοποίησης. Ασφαλώς κάτι τέτοιο σε κάποιους θα αρέσει και σε κάποιους άλλους όχι. Λυπάμαι, όμως είναι αδύνατον να το αποφύγω. Μονάχα όταν λες ακίνδυνες ρητορικές γενικεύσεις είναι βέβαιο ότι δεν θα δυσαρεστήσεις κανέναν.

Δυστυχώς στο δοκίμιο αυτό συχνά θα επαναλαμβάνομαι και επίσης θα επαναλάβω πράγματα που έχω γράψει αλλού. Είναι αναπόφευκτο, και ίσως να μην είναι ούτε καν αρνητικό. Μαζί με τον Βολταίρο και τον Ερνστ Μπλοχ μπορώ άνετα να πω: «Θα επαναλαμβάνομαι μέχρις ότου γίνω κατανοητός».



[1]     Σ.τ. Μ. Σύντομος Αιώνας αποκαλείται από τον μαρξιστή ιστορικό Eric Hobsbawm ο εικοστός αιώνας.

[2]     Σ.τ.Μ. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον όρο «Pantautologia», δανεισμένο από ένα μυθιστόρημα του Ινιάτσιο Σιλόνε, προκειμένου να περιγράψει μια θεωρία που επιχειρεί να εξηγήσει τα πάντα αλλά δεν καταφέρνει να εξηγήσει τίποτα.

[3]     Σ.τ.Μ. «Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη- το φάντασμα του κομμουνισμού»: Είναι η φράση με την οποία ξεκινάει το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ – Ένγκελς.

[4]     Σ.τ.Μ. Ο συγγραφέας κάνει λογοπαίγνιο με τα ονόματα του Ζαπάτα, του θρυλικού ηγέτη της Μεξικανικής Επανάστασης, και του πρωθυπουργού της Ισπανίας Θαπατέρο που στα ιταλικά γράφονται με τον ίδιο τρόπο (Ζapata και Zapatero). 

[5]           Σ.τ.Μ. Ο γαλλικός όρος nouveaux philosophes (νέοι φιλόσοφοι) αναφέρεται στους φιλόσοφους που αποκήρυξαν τον μαρξισμό στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και επίσης άσκησαν κριτική στη φιλοσοφία του Σαρτρ, του Νίτσε και του Χάιντεγκερ. 

 

[6]              Σ.τ.Μ. Το Διάταγμα του Θεοδόσιου (381 μ.Χ.) απαγόρευε κάθε θυσία ή απλή επίσκεψη σε εθνικούς ναούς και συνοδεύτηκε από ένα κύμα κάθε είδους καταστροφών σε ναούς, μνημεία και βιβλιοθήκες των εθνικών. Γι’ αυτό αποδίδεται σ’ αυτό μεγάλο μέρος της ευθύνης για την εξαφάνιση του μεγαλύτερου μέρους των έργων των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων ποιητών, φιλοσόφων και ερευνητών.

 

[7]     Σ.τ.Μ. Ο Πίνακας των απαγορευμένων βιβλίων (Index librorum prohibitorum) ήταν ένας κατάλογος εκδόσεων απαγορευμένων από την καθολική Εκκλησία που δημιουργήθηκε το 1558 από την Ιερά Εξέταση ενώ καταργήθηκε μόλις το 1966.

 

[8]     Σ.τ.Μ.  Ο συγγραφέας αναφέρεται στην πορεία του PCI, του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, που ιδρύθηκε στο Λιβόρνο το 1921. Το PCI, με τα περισσότερο ριζοσπαστικά μέλη του να έχουν αποχωρήσει για να δημιουργήσουν το Κόμμα Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (PRC), μετεξελίχθηκε το 1991 στο Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς (PDS) και κατόπιν στο Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (DS).

[9]     Σ.τ. Μ. Riziko: Δημοφιλές παιχνίδι γεωπολιτικής στρατηγικής

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.