Σκόνη στον άνεμο: 20 χρόνια από την έναρξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2021 08:51 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(1 ψήφος)
Σκόνη στον άνεμο: 20 χρόνια από την έναρξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη

 

«Οι τρομοκράτες κήρυξαν πόλεμο στην Αμερική»! Με αυτή του την φράση ο παρουσιαστής του BBC Τομ Μπρόκαου σχολίασε την κατάρρευση ενός από τους πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στις 11 Σεπτεμβρίου του 2021. Λίγες ημέρες αργότερα, ο πρόεδρος Μπους θα εισάγει τον όρο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», υποσχόμενος στους Αμερικανούς πολίτες την σύντομη χρονική διάρκεια του. Χρειάστηκαν σχεδόν 20 χρόνια για να αποχωρήσουν τα αμερικανικά στρατεύματα από το Αφγανιστάν, αφήνοντας στο πέρασμά τους καμμένη γη.

 

Η αφετηρία της σταυροφορίας στην Μ. Ανατολή και η γέννηση της τρομοκρατίας

 

Σύμφωνα με τον πρώην Αμερικάνο αντιπρόεδρο Μάικ Πενς, ο βομβαρδισμός του στρατώνα της Βηρυτού του το 1983 αποτέλεσε «το πρώτο βήμα σε έναν πόλεμο που έχουμε διεξάγει έκτοτε - τον παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». H υποκριτική αναφορά του λησμονεί το ιστορικό των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην Μ. Ανατολή και τον ρόλο των ΗΠΑ.

 

Ιστορικά, ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» δεν μπορεί αποσυνδεθεί από τον ευρύτερο ιμπεριαλιστικό πόλεμο για την καθυπόταξη των αγορών, των φυσικών και ανθρώπινων πόρων, στα πλαίσια του συστήματος άνισης ανάπτυξης. Στην σύγχρονη ιστορία έχουμε για παράδειγμα τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο από τους Αγγλογάλλους ιμπεριαλιστές, που ήταν επικεφαλής του μπλοκ των νικητών (Αντάντ). Ενώ από την δεκαετία του '70, οι ΗΠΑ κατοχυρώνουν οριστικά την θέση τους ως επικεφαλής του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, μέσω των μονοπωλιακών συμφωνιών με την πετρομοναρχία της Σαουδικής Αραβίας με αντάλλαγμα την στρατιωτική παρουσία τους στην περιοχή.

 

Η Ισλαμική Επανάσταση του 1978 κατέστησε το Ιράν ως την πρώτη χώρα της Μ. Ανατολής που δραπέτευσε από τον αμερικάνικο έλεγχο, στερώντας από το ιμπεριαλιστικό σύστημα την δεύτερη πετρελαιοπαραγωγό χώρα-μέλος του Οργανισμού Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ). Έκτοτε το Ιράν βρίσκεται στο στόχαστρο μορφών υβριδικού πολέμου (βλ. πόλεμος επικοινωνιακός, εμπάργκο, κυρώσεις κα.), αλλά και ωμών τρομοκρατικών επιθέσεων όπως η δολοφονία Σολεϊμανί. Την ίδια περίοδο, η εξέγερση του Σαούρ και η ανάδειξη της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αφγανιστάν, οδήγησε τις ΗΠΑ να παρέχουν υλική βοήθεια στο αντεπαναστατικό κίνημα των Αφγανών Μουτζαχεντίν.

 

Από τους παραπάνω προέκυψε τόσο το ισλαμιστικό κίνημα των Ταλιμπάν, όσο και τρομοκρατικές οργανώσεις όπως Αλ Κάιντα και οι διάφορες παραφυάδες της οι οποίες μέχρι σήμερα συνεργάζονται με χώρες του ευρωατλαντικού άξονα.

 

Πόλεμος απουσία στοιχείων: Ο ένοχος εντός των τειχών

 

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για την πολεμική εκστρατεία των ΗΠΑ και των συμμάχων τους κατά του Αφγανιστάν. Ακολούθησαν οι Φιλιππίνες, η Β. Αφρική, το Κέρας της Αφρικής και της Ερυθράς Θάλασσας, το Ιράκ, το Πακιστάν και η Υεμένη. Η δικαιολογία ήταν πως η κυβέρνηση των Ταλιμπάν (η φατρία μουτζαχεντίν που κέρδισε τον εμφύλιο που ακολούθησε της πρώτης της ΛΔ Αφγανιστάν) είχε ανάμειξη στις τρομοκρατικές επιθέσεις στο αμερικάνικο έδαφος.

 

Οι ισχυρισμοί της Ουάσιγκτον δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Στην πραγματικότητα οι Ταλιμπάν συμφώνησαν να παραδώσουν τον Μπιν Λάντεν για δίκη σε μια μουσουλμανική χώρα, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάσουν στοιχεία που δείχνουν ότι η Αλ Κάιντα ήταν υπεύθυνη για την επίθεση. Η απάντηση της κυβέρνησης Μπους ήταν «καμία διαπραγμάτευση με τρομοκράτες» και ξεκίνησε την εισβολή. Οι ΗΠΑ καλούνται μέχρι σήμερα να αναρτήσουν τα απόρρητα στοιχεία για την 11η Σεπτεμβρίου με βάση τα οποία ξεκίνησαν τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».

 

Αν οι ΗΠΑ επιθυμούσαν να τιμωρήσουν κάποιον για την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, έπρεπε να αρχίσουν από το βαθύ κράτος τους στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος και συγκεκριμένα από την ίδια την CIA. Ο Σαουδάραβας εργολάβος Μπιν Λάντεν λειτούργησε ως σύνδεσμος μεταξύ των σαουδαραβικών μυστικών υπηρεσιών και των Αφγανών Mουτζαχεντίν, με τις πρώτες να αποτελούν τους εκπαιδευτές των δεύτερων από κοινού με τον πακιστανικό στρατό. Το πρόγραμμα που στρεφόταν κατά της Λ.Δ. Αφγανιστάν και της ΕΣΣΔ, χρηματοδοτήθηκε από τις ίδιες τις ΗΠΑ στα πλαίσια της Επιχείρησης Κυκλώνας.

 

Επικεφαλής της επιχείρησης ήταν ο Ελληνοαμερικάνος πράκτορας Γκαστ Αβράκωτος, γνωστός για τον ρόλο του ως σύνδεσμος της CIA με τον Έλληνα δικτάτορα Ιωαννίδη και την εμπλοκή του στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στην Κύπρο. Μεταξύ των φυλάρχων που έλαβαν κεφάλαια και πολεμικό εξοπλισμό, ήταν το λεγόμενο Δίκτυο Χάκανι. Πρόκειται για παρακλάδι των Ταλιμπάν, το οποίο επιδόθηκε στην στρατολόγηση ξένων τζιχαντιστών εθελοντών, μεταξύ αυτών ο Μπιν Λάντεν. Σήμερα, αμερικανικά μέσα ενημέρωσης όπως η «Φωνή της Αμερικής» ισχυρίζονται ότι το δίκτυο έχει αναλάβει από τη νέα κυβέρνηση των Ταλιμπάν τον έλεγχο των επιχειρήσεων ασφαλείας στην Καμπούλ, δίχως ωστόσο να αναφέρουν ποιοι ευθύνονται για την γέννηση του. Ο πρώτος εκπαιδευτής του Μπιν Λάντεν ήταν ο κομάντος των Ειδικών Δυνάμεων των ΗΠΑ, Αλί Μοχάμεντ.

 

Αλλαγή προτεραιοτήτων

 

Η ανατροπή των Ταλιμπάν από τον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 2001 αποδείχτηκε προσωρινή. Το μίσος του αφγανικού λαού προς τις δυνάμεις κατοχής ενίσχυσε τους Ταλιμπάν, οι οποίοι παρά την συντηρητική τους κοινωνική ατζέντα, απέκτησαν τα χαρακτηριστικά ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο. Στην επέλασή τους, η υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ κυβέρνηση κουίσλιγκς, επίσης προερχόμενη από φατρίες των Μουτζαχεντίν που σχημάτισαν την λεγόμενη Βόρεια Συμμαχία, παραδόθηκε σχεδόν αμαχητί.

 

Ο πόλεμος που θα μπορούσε να αποφευχθεί και ο οποίος κόστισε μόνο για τα δημόσια ταμεία των ΗΠΑ σχεδόν 2,3 τρισεκατομμύρια δολάρια (300 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως για δύο δεκαετίες), θεωρείτο εδώ και χρόνια χαμένη υπόθεση. Ο λόγος είναι τόσο η ανθεκτική αντίσταση των Ταλιμπάν, όσο και η μετατόπιση του ιμπεριαλιστικού άξονα του πολέμου κατά της Ρωσίας και ιδιαίτερα της Κίνας, που καθιστούσαν την κατοχή των ΗΠΑ στην χώρα ασύμφορη.

 

Ακολουθώντας ένα σενάριο τύπου Λίβύης, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν η αποχώρηση τους να οδηγήσει το Αφγανιστάν σε μια κατάσταση μη κράτους, όπου θα κυριαρχούν συγκρούσεις ανάμεσα στους Ταλιμπάν, την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος. Ένα τέτοιο σενάριο θα εξυπηρετούσε την αποσταθεροποίηση σε βάρος της Κίνας και της Ρωσίας, οι οποίες αντιμετωπίζουν προβλήματα από τα υποδαυλιζόμενα από τις ίδιες τις ΗΠΑ κινήματα Ουιγούρων και Τσετσένων τζιχαντιστών. Κάτι τέτοιο θα στρεφόταν και κατά του περιφερειακού τους στόχου, του Ιράν, υποδαυλίζοντας τον θρησκευτικό πόλεμο σιιτών-σουνιτών, σε μια στιγμή που η νέα ιρανική κυβέρνηση είναι πιο κοντά από ποτέ στην πλήρη ένταξη στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO).

 

Ωστόσο, αξίζει να αναφέρουμε πως οι κοινές σινορωσικές αντιδράσεις υπήρξαν ψύχραιμες, οδηγώντας την κυβέρνηση των Ταλιμπάν να δεσμευτεί πως δεν θα επιτρέψει την δράση τρομοκρατικών ομάδων κατά άλλων χωρών στο έδαφός της.

 

Οι ΗΠΑ λειτουργώντας επί δύο δεκαετίες ως κατακτητής, διοχέτευσαν την μερίδα του λέοντος των χρημάτων τους σε στρατιωτικές δαπάνες, με τα έξοδα προς κοινωνικές υπηρεσίες όπως η υγεία να διαθλώνται μέσω δικτύων ΜΚΟ, επιθυμώντας στρατηγικά την μη συγκρότηση εθνικών υπηρεσιών και αναπτυξιακών σχεδιασμών. Το Αφγανιστάν αναφέρεται ως το 7ο φτωχότερο κράτος , με ακαθάριστο εγχώριο προϊόν 499,44 δολαρίων ανά άτομο, λίγο πάνω από την κατεστραμμένη από τον πόλεμο Υεμένη. Για τον λόγο αυτό, η όποια αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας δεν υπήρξε προϊόν πραγματικής παραγωγικής ανάπτυξης με την αντίστοιχη διεκδίκηση του ισότιμου ρόλου της στην εργασία, αλλά ένα φαινόμενο που περιορίστηκε στην λεγόμενη Πράσινη Ζώνη της Καμπούλ για τις γυναίκες των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων που συνεργάζονταν στον μεγαλύτερο βαθμό με τους κατακτητές.

 

Ένας σοβαρός σχεδιασμός ανοικοδόμησης και αναπτυξιακών επενδύσεων για το Αφγανιστάν, ακόμα και με την ένταξη στην κινεζική πρωτοβουλία Ζώνη και Δρόμος, είναι το αντάλλαγμα προς τους Ταλιμπάν ώστε να επιζητήζουν την περιφερειακή ειρήνη.

 

20 χρόνια μετά: Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» συνεχίζεται

 

Η εικόνα του τελευταίου στρατιώτη των ΗΠΑ να αποχωρεί από το Αφγανιστάν είναι ιστορική, ανεξαρτήτως της κατεύθυνσης που θα πάρει η διάδοχη κατάσταση. Αμφίβολο παραμένει ωστόσο το κατά πόσο η αποχώρηση του επίσημου στρατού κατοχής αφορά και το πλήθος μισθoφόρων ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας και μυστικών πρακτόρων, όπως και τι ρόλο ενδέχεται αυτοί να διαδραματίσουν στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού πολέμου δια αντιπροσώπων. Μέχρι την τελευταία στιγμή της παρουσίας τους στην χώρα, οι κατακτητές έβαψαν τα χέρια τους στο αίμα, με νέες μαρτυρίες να αποκαλύπτουν πως Αμερικάνοι στρατιώτες άνοιξαν πυρ σε αμάχους κατά την έκρηξη στο αεροδρόμιο της Καμπούλ.

 

Συνολικά υπολογίζεται πως κατά την διάρκεια του πολέμου σκοτώθηκαν 174.000 Αφγανοί, που ισούται με 58 νεκρούς για καθέ ένα από τα περίπου 3.000 θύματα της 11ης Σεπτεμβρίου. Στο παραπάνω ανθρώπινο κόστο του πολέμου στο Αφγανιστάν δεν υπολογίζονται οι θάνατοι ασθένειες, απώλεια πρόσβασης σε τρόφιμα, νερό, υποδομές ή/και άλλες έμμεσες συνέπειες του πολέμου

.

Η εμμονή στην επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ σε βάρος του Αφγανιστάν φανερώνει πως ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» δεν πρόκειται να σταματήσει από στρατηγική αντιπαράθεση σε διαφορετικά πεδία προτεραιότητας. Αντίθετα από την γέννηση του υπήρξε προϊόν του Ψυχρού Πολέμου και πρόκειται να προσαρμοστεί στις σημερινές νεοψυχροπολεμικές συνθήκες, λαμβάνοντας πάλι πιο έντονα τα χαρακτηριστικά του πολέμου δια αντιπροσώπων και άλλων μορφών υβριδικού πολέμου.

 

Μια τέτοια περίπτωση είναι η καλοκαιρινή εισβολή του στρατού της Ρουάντα στην Μοζαμβίκη με την υποστήριξη της Νότιας Αφρικανικής Αναπτυξιακής Κοινότητας στη Μοζαμβίκη ( SAMIM ) , της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Ο λόγος είναι υποτίθεται η αντιμετώπιση της οργάνωσης Αλ-Σαμπάμπ, την οποία το αμερικανικό Πεντάγωνο προπαγανδιστικά όρισε ως «τρομοκρατική οργάνωση» με την επωνυμία «ISIS-Μοζαμβίκης», δίχως κανένα στοιχείο για την μεταξύ τους σύνδεση.

 

Στην περίπτωση του Λιβάνου, η πρωτοβουλία του ηγέτη της Χεζμπολάχ να εισάγει ιρανικά καύσιμα, οδήγησε την Ουάσιγκτον να άρει ουσιαστικά την απαγόρευση εισαγωγών καυσίμων μέσω της Συρίας, που είχε επιβάλλει ο Νόμος του Καίσαρα, υπό την προϋπόθεση αυτά να διέρχονταν μέσω της Ιορδανίας από την Αίγυπτο. Το παραπάνω είναι μια νίκη τόσο για τον Λίβανο, όσο και για την ίδια την Συρία που εδώ και δέκα χρόνια αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μέσω χρηματοδοτούμενων από το ΝΑΤΟ τζιχαντιστικών ομάδων και την κλοπή του πετρελαίου προς όφελος των αμερικανικών εταιρειών ενέργειας μέσω των κουρδικών πολιτοφυλακών.

 

Το τελευταίο, όπως και οι συνομιλίες για επανέναρξη των διπλωματικών σχέσεων της Δαμασκού με μια σειρά κράτη συμμάχους των ΗΠΑ και η ταπείνωση του αμερικανικού γοήτρου στο Αφγανιστάν, αποτελούν παράδειγμα για το πως ο ιμπεριαλιστικός «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» δεν είναι αήττητος.

Αναγνώστηκε 349 φορές
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.