Ομοσπονδιακές εκλογές 2021: Η Γερμανία μπροστά στις προκλήσεις της μετα–Μέρκελ εποχής, του Άλεξ Κάντζια Ρόντε

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2021 12:23 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(1 ψήφος)
Ομοσπονδιακές εκλογές 2021: Η Γερμανία μπροστά στις προκλήσεις της μετα–Μέρκελ εποχής, του Άλεξ Κάντζια Ρόντε

 

Αν κάποιος πριν από δύο χρόνια ή ακόμα και κάποιους μήνες υποστήριζε πως λίγες μέρες πριν από τις γερμανικές ομοσπονδιακές εκλογές του 2021 το SPD θα προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις και ο εκλεκτός του Olaf Scholz θα αναρωτιόταν για το πώς να διακοσμήσει το γραφείο του στην καγκελαρία μάλλον θα αρχίζαμε να ανησυχούμε σοβαρά για την υγεία του. Σε εποχές όμως υποχώρησης των μαζικών κομμάτων και των πολιτικών στρατεύσεων σε ιδεολογίες και ιδανικά το πολιτικό σκηνικό έχει ρευστοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που οι προεκλογικές αναμετρήσεις δύναται να επιφυλάσσουν μεγάλες εκπλήξεις και ανατροπές. Το τελευταίο πολιτικό βαρόμετρο της 17ης Σεπτεμβρίου φέρει έτσι για μια ακόμα φορά τους σοσιαλδημοκράτες του SPD να προηγούνται στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος με 25%, δεύτερη την συμμαχία των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων CDU/CSU με 22% ενώ οι Πράσινοι επιβεβαιώνουν την δημοκοπική τους πτώση στο 16%. Οι φιλελεύθεροι «Ελεύθεροι Δημοκράτες» συγκεντρώνουν 11%, το αριστερό Die Linke 6% και η ακροδεξιά «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AfD) 11%.

 

Μόλις τον Μάιο τα πράγματα έμοιαζαν αρκετά διαφορετικά: οι Πράσινοι συγκέντρωναν 26%, έχοντας βάσιμες ελπίδες να κερδίσουν τις εκλογές, το CDU/CSU έχανε 6 μονάδες σε σχέση με τον Απρίλιο υποχωρώντας στο 25% και το SPD ήταν στο… 14%, με τα υπόλοιπα κόμματα να κινούνται κοντά στα σημερινά τους ποσοστά. Και όμως, μετά από ένα καλοκαίρι το οποίο σημαδεύτηκε από τις καταστροφικές πλημμύρες στην δυτική Γερμανία που άφησαν πίσω τους περισσότερους από 180 νεκρούς και ανυπολόγιστες καταστροφές και τις τεράστιες πυρκαγιές στην νότια Ευρώπη και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, το κόμμα των Πρασίνων όχι μόνο δεν κερδίζει αλλά χάνει και μεγάλο μέρος της δυναμικής του. Και αυτό σε μια εκλογική αναμέτρηση στην οποία στο προαναφερθέν βαρόμετρο του Σεπτεμβρίου οι ερωτηθέντες ιεραρχούν ως βασικά κριτήρια για την ψήφο τους το ζήτημα της «κοινωνικής δικαιοσύνης» με 53%, της «προστασίας του περιβάλλοντος με 43%, το «προσφυγικό» με 25% και την «πανδημία» με 22%.

 

Αυτή η μεγάλη δημοσκοπική άνοδος του SPD οφείλεται σε μια σειρά από λόγους, με έναν από τους βασικούς να είναι και η δημοφιλία του επικεφαλής του, του Olaf Scholz, τον οποίον τα 2/3 των Γερμανών ψηφοφόρων θεωρούν ικανό να ανταποκριθεί στα καθήκοντα ενός καγκελάριου.  Από τον Ιούνιο το ποσοστό όσων επιθυμούν να τον δουν σε αυτόν τον ρόλο έχει εκτοξευτεί από το 26 στο 48%, ενώ 2 στους 3 πιστεύουν πως οι εκλεκτοί της Ένωσης και των Πρασίνων δεν συγκεντρώνουν τα προσόντα γι αυτήν θέση. Δημοφιλέστερη πολιτικός πάντως συνεχίζει να παραμένει η Άνγκελα Μέρκελ, αν και η πολύχρονη θητεία της τελειώνει με μια μάλλον πικρή επίγευση.  Το κόμμα της, μετά και την αποτυχία της εκλεκτής της Annegret Kramp-Karrenbauer να την διαδεχτεί στην ηγεσία του CDU βυθίστηκε στην κρίση. Η εμμονή του να επιβάλλει ως κοινό υποψήφιο της Ένωσης τον νέο του ηγέτη Armin Laschet παρά το γεγονός ότι ο Markus Söder του CSU είναι σαφώς δημοφιλέστερος, έχει διαταράξει τις σχέσεις των δύο αδερφών κομμάτων, με τις σπόντες από το Μόναχο να εκφράζουν ανοιχτά την δυσαρέσκεια των Βαυαρών. Κάτι που βεβαίως διευκολύνει τους σοσιαλδημοκράτες να παρουσιάζουν μια εικόνα μεγαλύτερης συσπείρωσης γύρω από τον εκλεκτό τους, που έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα ικανός στο να εκμεταλλεύεται τις απανωτές επικοινωνιακές γκάφες των ανταγωνιστών του.

 

Εν τέλει βέβαια οι ψηφοφόροι επιλέγουν το κόμμα που θα ψηφίσουν και βάσει εκλογικού προγράμματος. Τα κυρίαρχα ζητήματα που απασχολούν τον Γερμανό ψηφοφόρο στη συγκυρία είναι ο φόβος της κλιματικής αλλαγής (ιδίως τους νεότερους), η ανησυχία για την βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού, η όξυνση του στεγαστικού, με την ραγδαία αύξηση των ενοικίων ιδίως στις μεγάλες πόλεις, και το μέλλον του κοινωνικού κράτους. Ήδη ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος έχει ψηφίσει, με τα ποσοστά της επιστολικής ψήφου να καταγράφουν, και λόγω πανδημίας, ιστορικό ρεκόρ. Πάντως είναι και ζήτημα σε τι ποσοστά θα κινηθεί η αποχή (70,8% το 2009, 71,5% το 2013, 76,2% το 2017) που ιδίως σε πολλές φτωχότερες περιοχές είναι ιδιαίτερα υψηλά, αποτέλεσμα της μακροχρόνιας αγνόησης των προβλημάτων που σωρεύονται σε αυτές από τις κομματικές γραφειοκρατίες. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι πάνω από 10 εκατομμύρια της χώρας δεν διαθέτουν την γερμανική υπηκοότητα, και άρα και δικαίωμα ψήφου.

 

Για να επιστρέψουμε στο SPD όμως μέρος της εξήγησης για την άνοδο των ποσοστών του βρίσκεται και στο προεκλογικό του πρόγραμμα, το οποίο εμπεριέχει μια σειρά πολιτικών προς όφελος των κατώτερων στρωμάτων, όπως την αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 12€ (αίτημα που θέτουν τόσο οι Πράσινοι όσο και η Αριστερά), την αύξηση του φορολογικού συντελεστή για τα μεγάλα εισοδήματα, την διατήρηση των υφιστάμενων ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης, την άμεση κατασκευή μεγάλου αριθμού κατοικιών για τα χαμηλά εισοδήματα (συγκεκριμένα σχεδιάζουν την προώθηση της κατασκευής 400.000 κατοικιών το χρόνο, από τις οποίες οι 100.000 θα είναι ενταγμένες σε προγράμματα κοινωνικής κατοικίας), την εγγυημένη θέση μαθητείας για κάθε νέο σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις, τη μεγαλύτερη φορολογική εποπτεία των επιχειρήσεων και την επιτάχυνση της ψηφιοποίησης, ώστε η Γερμανία να καταστεί παγκόσμια πρωτοπόρος στον τομέα των ψηφιακών υποδομών. Η περιβαλλοντική τους πολιτική δεν διακρίνεται βέβαια για τον ριζοσπαστισμό της, ένα κενό που σπεύδουν να καλύψουν άλλα κόμματα.

 

Ταυτόχρονα ο ίδιος ο Olaf Scholz είναι εκείνος που διεκδικεί με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο να παρουσιάσει τον εαυτό του ως συνεχιστής του έργου της Μερκελ και ως κληρονόμος του πολιτικού της στυλ. Ανήκοντας από την δεκαετία του ’90 στην δεξιά πτέρυγα του κόμματος ήταν στο ξεκίνημα της χιλιετίας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της Agenda 2010, γεγονός που τον κατέστησε τότε εξαιρετικά αντιδημοφιλή, αναγκάζοντας τον να παραιτηθεί από την θέση του γενικού γραμματέα του SPD, μετά από μόλις δύο χρόνια στη συγκεκριμένη θέση. Το 2007 θα αναλάβει το υπουργείο εργασίας και κοινωνικών υποθέσεων για δύο χρόνια, με τον σχηματισμό του συνασπισμού μεταξύ CDU/CSU και  FDP να τερματίζει την θητεία του. Σε υπουργικό θώκο θα επιστρέψει μόλις το 2018 όταν θα αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών, δεχόμενος σφοδρή εσωτερική κριτική από την νεολαία και την αριστερή πτέρυγα του κόμματος του, που το κατηγορούν ότι συνέχισε την πολιτική του προκατόχου του  Wolfgang Schäuble.

 

Αν και ο ίδιος και η συνυποψήφια του Klara Geywitz θα ηττηθούν στις εσωκομματικές εκλογές του 2019 οι νικητές τους Saskia Esken και Norbert Walter – Borjans θα τον ορίσουν ως υποψήφιο καγκελάριο του το 2020. Αναμφίβολα η μακρά θητεία της Ανγκελα Μέρκελ έχει επηρεάσει τόσο τον Scholz όσο και την δεξιά πτέρυγα των σοσιαλδημοκρατών, η οποία μέχρι και τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2009 ήλεγχε απόλυτα το κόμμα. Οι εποχές που βασικός αντίπαλος δεν ήταν τα συντηρητικά κόμματα αλλά το DIE LINKE, που καταβαλλόταν προσπάθεια να αποβληθεί από το πολιτικό σκηνικό έχουν παρέλθει. Σήμερα τα περιθώρια συνεργασιών των δύο κομμάτων είναι αυξημένα, ενώ η ανάγκη αναθεώρησης της Agenda 2010, την αποτυχία της οποίας πλέον αναγνωρίζουν όλα τα κόμματα που την είχαν τότε υποστηρίξει, θα οδηγήσει μελλοντικά σε ακόμα μεγαλύτερες συγκλίσεις.

 

Το CDU/CSU από την πλευρά του στοχεύει στην επίτευξη της πλήρους απασχόλησης, στην σταδιακή κατάργηση του Harz IV (του σχεδίου δηλαδή μεταρρύθμισης της γερμανικής αγοράς εργασίας που εφαρμόζεται από το 2003) και στην σύνδεση της προστασίας του περιβάλλοντος με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία. Η τελευταία λιγνιτική μονάδα επιδιώκεται να κλείσει το 2038 και η χώρα να έχει καταστεί κλιματικά ουδέτερη μέχρι το 2045, χωρίς επιβάρυνση των πολιτών και των επιχειρήσεων. Δηλωμένος στόχος είναι ακόμα η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και οι μεγαλύτερες ευκαιρίες στην εκπαίδευση, ώστε να αυξηθεί και ο βαθμός κατάρτισης της εργατικής δύναμης. Μετά την διαφαινόμενη ιστορική ήττα πάντως δεν θα τεθεί μόνο θέμα ηγεσίας στο CDU αλλά είναι και πιθανό το βαυαρικό CSU να βγάλει από το συρτάρι τα σχέδια για την πανεθνική του συγκρότηση, διεκδικώντας και τον «επαναπατρισμό» στο χριστιανικό στρατόπεδο μέρους του συντηρητικού ακροατηρίου το οποίο τώρα στηρίζει την  Εναλλακτική για την Γερμανία.

 

Οι Πράσινοι ζητάνε μεγαλύτερες επενδύσεις στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών, δικαιότερη κατανομή του πλούτου, καταπολέμηση της «νόμιμης φοροδιαφυγής», αλλαγή της κατανομής των φορολογικών βαρών προς όφελος των χαμηλών εισοδημάτων και μεγαλύτερη υποστήριξη των ανέργων. Θέλουν επίσης την θέσπιση ορίου ταχύτητας για το σύνολο των γερμανικών αυτοκινητοδρόμων, την ενίσχυση της χρήσης του ποδηλάτου και του ηλεκτρικού αυτοκινήτου και την νομιμοποίηση της κάνναβης. Στην εξωτερική τους πολιτική κυριαρχεί η καχυποψία απέναντι στην Ρωσία και η απαίτηση της στενότερης συνεργασίας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.

 

Οι ελεύθεροι δημοκράτες του FDP εκφράζουν την εμπιστοσύνη τους στην δύναμη και την καινοτομία της ελεύθερης αγοράς, θέλουν να ενισχύσουν την δυνατότητα κοινωνικής ανόδου μέσω επενδύσεων στην και να επιταχύνουν την ψηφιοποίηση. Τάσσονται και αυτοί υπέρ της αναθεώρησης των πολιτικών HARZ IV,  θεωρούν αποφασιστικό τον ρόλο του ιδιωτικού τομέα στην λύση του στεγαστικού και στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, μέσω της προώθησης των επενδύσεων στην έρευνα για πρωτοπόρες τεχνολογίες, τις οποίες η Γερμανία θα μπορέσει στη συνέχεια να εξαγάγει σε όλον τον κόσμο. Για την εγγύηση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού προτείνουν την επένδυση μέρους των αποθεματικών των ταμείων σε μετοχές γερμανικών εταιρειών.

 

Το ακροδεξιό AfD τάσσεται ενάντια στα «ανοιχτά σύνορα» και «το Ισλάμ», διατηρεί κριτική, έως απορριπτική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρεί το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας ως το μόνο πρέπων και επιτρεπτό και ζητά την επιστροφή στις παραδοσιακές «γερμανικές αξίες». Αρνείται επίσης την κλιματική αλλαγή και την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, τασσόμενο ενάντια στην «πράσινη ανάπτυξη» και τις ανανεώσιμες πηγές που «καταστρέφουν το ειδυλλιακό γερμανικό τοπίο». Επιδιώκει την ακύρωση των σχεδίων απολιγνιτοποίησης και την αποδέσμευση της χώρας από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, μην παραλείποντας να τονίζει διαρκώς την ανάγκη στήριξης της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας.

 

Το Die Linke αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως «κόμμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού» κατεβαίνει στις εκλογές έχοντας επεξεργαστεί μια ριζοσπαστικότερη περιβαλλοντική πολιτική πρόταση από τους Πράσινους, η οποία δίνει έμφαση στην πράσινη ενέργεια, στην βελτίωση και επέκταση των δικτύων των δημόσιων μεταφορών, στην μείωση της χρήσης του αυτοκινήτου και στην αλλαγή του μοντέλου αγροτικής παραγωγής.  Προτάσσει επίσης την ανάγκη μεγάλων επενδύσεων στην δημόσια εκπαίδευση, την μείωση των εξοπλιστικών δαπανών και την απαγόρευση των εξαγωγών πολεμικού υλικού, την απόσυρση του γερμανικού στρατού από τις διεθνείς επιχειρήσεις, την μετριοπαθή (όπως τονίζουν οι ίδιοι) φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας, την προώθηση της κατασκευής κοινωνικών κατοικιών, την θεσμοθέτηση κανόνων για την μείωση των ενοικίων σε ομοσπονδιακό επίπεδο, μια πολιτική ανοιχτών συνόρων για «ανθρώπους σε κίνδυνο» και την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας μέχρι το 2035.

 

Το μεγάλο ερώτημα βέβαια  είναι η σύνθεση του νέου κυβερνητικού συνασπισμού, το οποίο θα είναι ένα ερώτημα για δυνατούς λύτες. Για το μόνο που αρχικά μπορούμε να είμαστε βέβαιοι είναι πως το ακροδεξιό AfD δεν θα είναι μέρος της κυβέρνησης, καθώς κανείς δεν επιθυμεί να συνεργαστεί μαζί του. Από εκεί και πέρα μάλλον μπορούμε να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο συγκρότησης κυβέρνησης μειοψηφίας, καθώς μάλλον δημιουργεί παρά λύνει προβλήματα. Κατά συνέπεια η νέα κυβέρνηση θα είναι εκτός συγκλονιστικότατου απροόπτου για πρώτη φορά στα μεταπολεμικά χρονικά τρικομματική.  Και με δεδομένο ότι είναι επίσης προβληματικό ο νέος καγκελάριος να μην προέρχεται από το κόμμα που κέρδισε τις εκλογές (σε ένα ενδεχόμενο σενάριο συγκρότησης κυβερνητικής πλειοψηφίας από το CDU/CSU, τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους) είναι σχεδόν σίγουρο πως αυτός θα ακούει στο όνομα Olaf Scholz.

 

Οι ενδεχόμενες συμμαχίες είναι αρκετές, με όλες να έχουν τις προβληματικές τους. Πέρα του ότι καταρχάς δεν βγαίνουν τα νούμερα μάλλον δεν είναι πολλοί εκείνοι που επιθυμούν την συνέχιση του μεγάλου συνασπισμού, έστω και με αντεστραμμένους συσχετισμούς και το FDP ως «συμπλήρωμα». Από εκεί και πέρα ρόλο κλειδί θα έχουν οι Πράσινοι, δεδομένου της βαρύτητας των οικολογικών θεμάτων και της εκλογικής τους ενίσχυσης. Φαντάζει έτσι πιθανό το σενάριο μιας συμμαχίας σοσιαλδημοκρατών – πρασίνων – φιλελεύθερων, οι διαπραγματεύσεις για την οποία μπορεί όμως να αποτύχουν στο ζήτημα της αποπληρωμής των δανείων για την αντιμετώπιση της πανδημίας ή στο ζήτημα της προσαρμογής της οικονομίας στις απαιτήσεις αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Εδώ βέβαια τίθεται το ερώτημα πόσα διαπραγματευτικά χαρτιά έχουν στα χέρια τους οι Φιλελεύθεροι και να αντέχουν κομματικά να αρνηθούν για δεύτερη συνεχόμενη φορά την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών.

 

Η αλήθεια βέβαια είναι πως το πρόγραμμα που παρουσίασαν οι σοσιαλδημοκράτες είναι εφαρμόσιμο μόνο από μια κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών, πρασίνων και αριστεράς. Δεν είναι έτσι τυχαίο που ο Armin Laschet επικεντρώνει την πολεμική του όλο και συχνότερα στο συγκεκριμένο ζήτημα, προειδοποιώντας για τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει κατά την γνώμη του η συμμέτοχη της Αριστεράς στην κυβέρνηση, πιέζοντας ταυτόχρονα και τους Φιλελεύθερους να φροντίσουν να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αλλά και πολλοί στο εσωτερικό του SPD και των Πράσινων δεν δείχνουν καθόλου ενθουσιασμένοι από την προοπτική μιας «αριστερής κυβέρνησης», αν και σημαντικά κομμάτια των σοσιαλδημοκρατών, και ιδίως της νεολαίας, να επιθυμούν μια πιο ξεκάθαρη «αριστερή στροφή», με μεγαλύτερη έμφαση στο κοινωνικό κράτος, υψηλότερη φορολόγηση και αναδιανομή του πλούτου προς όφελος των εργαζομένων, μέχρι και την εθνικοποίηση ορισμένων μεγάλων βιομηχανιών.

 

Για την ώρα ο Olaf Schloz αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, αρνούμενος να αποκλείσει την πιθανότητα ενός «συνασπισμού». Ο «μπαμπούλας» του Die LINKE άλλωστε αποτελεί ένα εξαιρετικό διαπραγματευτικό χαρτί για να πιεστεί το FDP να συναινέσει σε ένα κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα χωρίς μεγάλες αξιώσεις. Όσο όμως πιθανότερη γίνεται η δυνατότητα σχηματισμού ενός αριστερού συνασπισμού, τόσο δυσκολότερη θα είναι και η νομιμοποίηση μιας συμμαχίας με τους φιλελεύθερους σε μεγάλο μέρος της σοσιαλδημοκρατικής κομματικής βάσης, πόσο μάλλον που SPD, Πράσινοι και Die Linke συγκυβερνούν εδώ και χρόνια το κρατίδιο του Βερολίνου.

 

Πάντως το Die Linke έχει ήδη αρχίσει τις εκπτώσεις σε βασικές του θέσεις, όπως την έξοδο από το ΝΑΤΟ, τις εξαγωγές πολεμικού υλικού, τη διεθνή παρουσία του γερμανικού στρατού, προκειμένου να προλειάνει το έδαφος και να αυξήσει την πίεση προς το SPD δείχνοντας διάθεση συνεργασίας. Θα πρέπει βέβαια να επισημάνουμε ότι όλα τα γερμανικά κοινοβουλευτικά κόμματα είναι πολυσυλλεκτικά, συχνά με επίσημα οργανωμένες τάσεις στο εσωτερικό τους, οπότε οι όποιες πολιτικές συμφωνίες είναι πάντα ζήτημα και εσωτερικών συσχετισμών και ισορροπιών. Και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης ενδέχεται να κρατήσουν αρκετούς μήνες, με οποιαδήποτε πρόβλεψη για την έκβαση τους (όπως άλλωστε έδειξαν και οι προηγούμενες εκλογές) να μοιάζει σήμερα παρακινδυνευμένη.

 

Οι προκλήσεις πάντως που θα έχει να αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση θα είναι μεγάλες και απαιτούν τολμηρές αποφάσεις. Η Άνγκελα Μέρκελ είχε την τύχη να αναλάβει τα ηνία της χώρας σε σχετικά ήρεμους καιρούς, κάτι που τις προσέφερε την πολυτέλεια να στηρίζει την δημοφιλία της να βασίζεται στην καλή διαχείριση των πραγμάτων, αποφεύγοντας τις μεγάλες αλλαγές που θα δυσαρεστούσαν μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες. Σε μεγάλο βαθμό η πολιτική της στηριζόταν και προσαρμοζόταν στις τάσεις που κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις, κάτι που οδήγησε στην συσσώρευση μιας σειράς προβλημάτων, η αντιμετώπιση των οποίων έχει γίνει πλέον επιτακτική. Πέρα από το ζήτημα της ενεργειακής μετάβασης, το οποίο αν δεν συνδυαστεί με κοινωνικές πολιτικές προς όφελος των χαμηλών εισοδημάτων κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα από τις αντιδράσεις των χαμηλόμισθων που θα δουν τις τιμές του ρεύματος και των τροφίμων να εκτοξεύονται, προέχει η άμεση ανανέωση των γερασμένων υποδομών, που αναμένεται να καταπιεί τεράστια ποσά.

 

Μεγάλα βήματα πρέπει να γίνουν επίσης στον τομέα της ψηφιοποίησης, η Γερμανία δεν περιλαμβάνεται καν στην λίστα των είκοσι χωρών με το ταχύτερο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας και ίντερνετ, και αυτό όντας η τρίτη ισχυρότερη οικονομία του κόσμου. Οι ταχύτητες σε πολλές επαρχίες είναι τραγικά χαμηλές, κάτι που αποτρέπει την εγκατάσταση επιχειρήσεων, ιδίως όσων βασίζονται στις νέες τεχνολογίες, στις περιοχές αυτές. Θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει την περιώνυμη γερμανική γραφειοκρατία των ατελείωτων κανόνων και αιτήσεων, η Παγκόσμια Τράπεζα κατατάσσει την χώρα 125 σε σύνολο 190 αναφορικά με την ευκολία ίδρυσης μιας επιχείρησης, χωρίς βέβαια να ξεχνάμε την ταλαιπωρία που υφίστανται οι «απλοί πολίτες».

 

Η γήρανση του πληθυσμού είναι ένα ακόμα ζήτημα που απειλεί την βιωσιμότητα της γερμανικής οικονομίας. Σύμφωνα με τις τελευταίες αναλύσεις η χώρα θα πρέπει να προσελκύει κάθε χρόνο 400.000 καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, κάτι που πέραν της αποφασιστικής αντιμετώπισης των ξενοφοβικών τάσεων, που κυρίαρχα εκφράζονται από το AfD απαιτεί και την αναθεώρηση των κανόνων και των αντιλήψεων για το ποιος θεωρείται «Γερμανός». Ήδη το 1/3 των κατοίκων ηλικίας 15 – 30 έχει μια – έστω μερική – μεταναστευτική καταγωγή, με τα ποσοστά αυτά να αυξάνουν στις μικρότερες ηλικίες. Πολλά από αυτά τα άτομα δεν έχουν γερμανική υπηκοότητα και η ένταξη τους στο κοινωνικό σύνολο αποτελεί ζητούμενο για να αποφευχθούν φαινόμενα ανάδυσης παράλληλων κοινωνιών, όπως στα προάστια των γαλλικών μεγαλουπόλεων.

 

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν ο Olaf Schlolz είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις αυτές και αν είναι έτοιμος να συγκρουστεί όπου αυτό χρειάζεται για να επιβάλλει τις φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις που έχει εξαγγείλει. Η πολιτική του διαδρομή έως τώρα δεν μας έχει δείξει σημάδια μιας τέτοιας διάθεσης. Όμως η επιθυμία για κοινωνικές αλλαγές στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας είναι υπαρκτή και ενισχύεται. Η μαζικότητα των διαμαρτυριών του κινήματος Fridays for future είναι μόνο ένα δείγμα ενός ριζοσπαστισμού που αποζητά να εκφραστεί και να ακουστεί.

 

 

 

 

 

Αναγνώστηκε 531 φορές
Αλεξ Κάντζιας-Ρόντε

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.