Ο αγώνας ενάντια στην πανδημία, αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη του Θοδωρή Σδούκου*

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2021 21:50 Συντάκτης: Θοδωρής Σδούκος
Βαθμολογήστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
Ο αγώνας ενάντια στην πανδημία, αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη του Θοδωρή Σδούκου*

Πηγή: Commune


Ας ξεκινήσουμε με τη μεγάλη εικόνα. Στο τέλος του 2020, οι πρώτοι εμβολιασμοί δημιούργησαν κλίμα ευφορίας σε όλο τον κόσμο. Δεν πέρασαν παρά μερικές εβδομάδες και οι αποθαρρυντικές εξελίξεις διαδέχονται η μια την άλλη: Στις ΗΠΑ, που συνδέονται με την Pfizer, τα πράγματα πάνε αργά· η AstraZeneca αθετεί τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις 80 εκ. δόσεις ως τα τέλη Μαρτίου· η Γερμανία, που μέχρι πρότινος συμμετείχε στο παιχνίδι του εμβολιαστικού εθνικισμού, θεωρεί σήμερα ότι οι καθυστερήσεις αφορούν την Ευρώπη. Τι παιχνίδι παίζουν οι φαρμακοβιομηχανίες; Και κυρίως, υπάρχουν τρόποι να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα;

Δεν πρόκειται για παιχνίδια των εταιρειών, αλλά για τον τρόπο λειτουργίας του λεγόμενου ιατροβιομηχανικού συμπλέγματος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στον βαθμό που δεν αναπτύχθηκαν κρατικές βιομηχανίες για την έρευνα, παραγωγή και διανομή του φαρμάκου, του ιατρικού εξοπλισμού και των αναλώσιμων, ο τομέας αυτός -που συγκαταλέγεται στους πέντε ισχυρότερους της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας σε κέρδη και συσσώρευση κεφαλαίου- αφέθηκε αποκλειστικά σχεδόν στην σφαίρα της αγοράς. Τα κράτη, είτε μεμονωμένα είτε μέσω συνασπισμών τύπου Ε.Ε., παρεμβαίνουν μόνο στον τρόπο παροχής του φαρμάκου στους ασφαλισμένους των συστημάτων υγείας τους (ποσοστό κάλυψης της δαπάνης κ.λπ.) και στον εκ των υστέρων έλεγχο της ποιότητας, της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των ποικίλων προϊόντων της φαρμακοβιομηχανίας, μέσω των εθνικών ή διακρατικών οργανισμών φαρμάκου (FDA στις ΗΠΑ, ΕΜΟ στην Ε.Ε. κ.λπ.). Βεβαίως, διαπραγματεύονται και την τελική τιμή του προϊόντος , όταν πρόκειται να εισαχθεί και να συνταγογραφηθεί στα συστήματα υγείας σε μαζική κλίμακα. Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης εξαρτάται από την ύπαρξη ή όχι ανταγωνισμού ή μονοπωλιακής συνθήκης, την πραγματική κοινωνική (θεραπευτική) αξία του εκάστοτε προϊόντος, το μέγεθος του πληθυσμού που αφορά η θεραπεία σε κάθε κράτος και άρα τον αναμενόμενο τζίρο για την εταιρεία, και φυσικά από την πραγματική διαπραγματευτική ισχύ του κάθε κράτους, ανάλογα με τη θέση που κατέχει στην παγκόσμια οικονομία αλλά και γεωπολιτικά.

Ποια είναι η λύση στο πρόβλημα με τις πατέντες;

Όσον αφορά τώρα τις πατέντες, αυτές προστατεύουν τις εταιρείες στο θέμα της καινοτομίας από πιθανούς ανταγωνιστές τους, και αυτό γίνεται μέσω των νόμων που επέβαλαν η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε. Σε μια συνθήκη λοιπόν σαν αυτή της πανδημίας, όπου υπάρχει αιφνίδια η ανάγκη για ένα φάρμακο-εμβόλιο που κρίνεται απαραίτητο να το πάρει το 70% του πληθυσμού του πλανήτη και μάλιστα σε δύο δόσεις, η παγκόσμια έγκαιρη παραγωγή και διευρυμένη διάθεση δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Οι εταιρείες-κολοσσοί που έχουν τη δυνατότητα αυτή προσπάθησαν να προπληρωθούν για την νέα επένδυσή τους, μέσω σύναψης συμβολαίων με κράτη και συνασπισμούς κρατών, και να διασφαλίσουν τα τεράστια κέρδη τους σε κάθε σενάριο εξέλιξης της πανδημίας και των προβλημάτων που θέτουν οι μεταλλάξεις. Για να το πετύχουν αυτό απέναντι στους ανταγωνιστές τους, υποσχέθηκαν ποσότητες και ρυθμούς παραγωγής και διανομής που δεν ήταν εφικτοί, και αυτό είναι που παρακολουθούμε τώρα˙ συν την καθυστέρηση, ειδικά της Ε.Ε., να προβλέψει έγκαιρα την εξέλιξη. Υπάρχει βέβαια και η πτυχή ότι οι εταιρείες μέσω τεχνητών περαιτέρω καθυστερήσεων στις παραδόσεις εκβιάζουν για καλύτερη τελική τιμή και γενικά για βελτίωση για τα συνολικά συμφέροντά τους των αρχικών όρων των συμβολαίων.

Λύση άμεση σε αυτό το πρόβλημα αποτελεί το σπάσιμο της πατέντας και η ελεύθερη δυνατότητα όλων των υπαρκτών παραγωγικών μονάδων ανά τον κόσμο να πάρουν την τεχνογνωσία και να παράγουν φτηνό και καλό εμβόλιο˙ και, μακροπρόθεσμα, η ανάπτυξη σοβαρής δημόσιας φαρμακοβιομηχανίας από μεμονωμένα κράτη ή συνασπισμούς κρατών.

Στο μέτωπο του εμβολίου, όπως και γενικά σε ό,τι αφορά την πανδημία, φαίνεται να αλληλοτροφοδοτούνται δύο σοβαρές στρεβλώσεις: Από τη μια, οι κυβερνήσεις υπερ-επενδύουν στο εμβόλιο, σαν αυτό να έχει «μαγικές» ιδιότητες – σαν να μπορεί να εξαφανίσει την πανδημία, να νικήσει τις μεταλλάξεις, να λύσει μεμιάς τον κόμπο. Από την άλλη, όσο αυτές οι υπερβολικές φιλοδοξίες διαψεύδονται από την πραγματικότητα, κι όσο υπάρχουν πράγματα άγνωστα ακόμα στην επιστημονική κοινότητα, φαίνεται να ενισχύεται ο ανορθολογισμός και το αντι-εμβολιαστικό «κίνημα». Γιατί να εμπιστευόμαστε τα εμβόλια; Και πόσα μπορούμε να περιμένουμε από αυτά;

Τα εμβόλια υπήρξαν ιστορικά εξαιρετικά χρήσιμα εργαλεία στη μάχη της ανθρωπότητας απέναντι στα λοιμώδη νοσήματα - σε συνδυασμό πάντα με την βελτίωση των όρων ζωής των λαϊκών στρωμάτων και των πιο φτωχών πληθυσμών. Ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σοβαρές αρρώστιες όπως η ευλογιά, η πολιομυελίτιδα, η διφθερίτιδα, ο κοκκύτης σχεδόν εκριζώθηκαν χάρη στα προγράμματα καθολικού εμβολιασμού βρεφών, νηπίων, παιδιών και ενηλίκων, ενώ άλλα όπως η ιλαρά, η ηπατίτιδα Β, η φυματίωση, η γρίπη, η μηνιγγίτιδα, ο κίτρινος πυρετός τέθηκαν υπό μερικό έλεγχο και αναζωπυρώνονται μόνο εκεί που επανέρχονται η φτώχεια, η πείνα και ο αναλφαβητισμός. Επίσης τα τελευταία 20-30 χρόνια τα ποικίλα εμβόλια που παράγονται, λόγω αλλαγής στην τεχνολογία παρασκευής τους είναι και πολύ πιο ασφαλή, με ελάχιστες σοβαρές παρενέργειες και πρακτικά ανύπαρκτες σε σχέση με το όφελός τους. Επομένως, τα εμβόλια είναι χρήσιμα. Δεν είναι όμως, προφανώς, πανάκεια και ιδιαίτερα για ένα καινούργιο νόσημα, όπως είναι η νόσος Convid-19, πού ακόμα μελετάται η παθοφυσιολογία της και η πρόγνωσή της (με την έννοια ότι δεν είναι γνωστές οι μεσο-μακροπρόθεσμες επιπλοκές της) και που ο υπεύθυνος ιός μεταλλάσσεται συχνά και απρόβλεπτα σε πιο μεταδοτικά στελέχη και εν δυνάμει και πιο θανατηφόρα. Να τονίσω εδώ ότι στα βιολογικά φαινόμενα δεν είναι γραμμική η σχέση, δεν υπάρχει μόνο μία μονάχα αιτία για το αποτέλεσμα, επιστημολογικά δεν τα ερμηνεύει επαρκώς ο νεοθετικισμός αλλά η διαλεκτική. Ποτέ δεν προκαλεί ασθένεια ή σκοτώνει από μόνο του ένα μικρόβιο ή ένας ιός, αλλά ένα σύνολο συνθηκών που του επιτρέπει να προσβάλλει τον άνθρωπο ή το ζώο˙ άρα η αντιμετώπιση του συνόλου των νοσογόνων παραγόντων, του αιτιολογικού συμπλέγματος όπως λέει η επιδημιολογία, επιτρέπει την νικηφόρα έκβαση της μάχης. Χωρίς την αντιμετώπιση των κακών συνθηκών σίτισης, στέγασης, συγκοινωνίας, εργασίας, ψυχαγωγίας κ.λπ. και χωρίς την ύπαρξη ενός δημόσιου και δωρεάν ισχυρού συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας που να ιχνηλατεί και να παρακολουθεί τους πολίτες εκεί όπου ζουν και εργάζονται, και επίσης επαρκούς και δωρεάν νοσοκομειακής περίθαλψης που να μπορεί σε συνθήκες ασφάλειας και ποιότητας νοσηλείας να αντιμετωπίζει τίς όποιες σοβαρές επιπλοκές προκύψουν από τη νόσο, χωρίς όλα αυτά, τα εμβόλια δεν αρκούν.

Κλείνουμε έναν χρόνο ζώντας με την πανδημία, και τα συστήματα υγείας στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο παραμένουν ανοχύρωτα, εξ ου και οι διάφορες εκδοχές λοκντάουν φαίνονται αναπόφευκτες. Την ίδια στιγμή, η Κούβα και η Κίνα αποτελούν χώρες-πρότυπα στην αντιμετώπιση του COVID-19. Τι έκαναν αυτές, που φαίνεται ακόμα αδιανόητο στη Δύση; Και πώς εξηγείται ότι τα δικά τους πρότυπα αγνοούνται, ενώ ο δυτικός «δρόμος» κοστίζει τόσο στην καπιταλιστική οικονομία;

Η Κούβα είναι διαφορετική περίπτωση από την Κίνα. Η πρώτη, εδώ και 60 χρόνια μετά την επανάσταση και την ανατροπή της δικτατορίας του Μπατίστα συνεχίζει σταθερά σε έναν δρόμο κοινωνικού μετασχηματισμού με κριτήριο τις ανάγκες και τα δικαιώματα των πολλών, είναι σε καθεστώς σοσιαλιστικής μετάβασης παρά την λυσσαλέα αντίδραση και το σκληρό εμπάργκο από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Έστησε από την αρχή μετά την επανάσταση ένα αξιοθαύμαστο δημόσιο σύστημα υγείας που καλύπτει τις ανάγκες και του τελευταίου κατοίκου στο πιο απομακρυσμένο χωριό της χώρας, όπως επίσης είναι η μοναδική χώρα στην Λατινική Αμερική που παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα και ύδρευση με πόσιμο νερό σε κάθε σπίτι. Με πληθυσμό 10 εκατομμυρίων, διαθέτει 80.000 γιατρούς στο αποκλειστικά δημόσιο σύστημα υγείας, εκ των οποίων οι 40.000 είναι γενικοί γιατροί και υπηρετούν στην κοινότητα. Στις πόλεις υπάρχει περιφερειακό ιατρείο στην κάθε γειτονιά με παιδίατρο και γενικό γιατρό για κάθε 500-1.000 κατοίκους. Το ίδιο και στην ύπαιθρο, με επιπλέον πάρα πολλά κέντρα υγείας για κάθε 10-20 χιλιάδες κατοίκους, με μικροβιολογικά εργαστήρια και επιπλέον ιατρικές ειδικότητες. Διαθέτει επίσης Ιατρική Σχολή σε καθεμιά από τις 13 υγειονομικές περιφέρειες, και συνολικά στο σύστημα υγείας της υπηρετούν 300.000 επαγγελματίες υγείας όλων των ειδικοτήτων. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης: στην Ελλάδα με τον ίδιο πληθυσμό έχουμε 15.000 γιατρούς όλων των ειδικοτήτων στο ΕΣΥ, και μόλις 60.000 άλλους υγειονομικούς…

Η Κούβα έχει αναπτύξει το δικό της κέντρο βιο-ιατρικής τεχνολογίας και παρασκευάζει φάρμακα και εμβόλια, κατασκεύασε προ 20ετίας εξαιρετικό εμβόλιο για την ηπατίτιδα Β και τώρα και για τον κορονοϊό. Χάρη στο τεράστιο ποσοτικά και ποιοτικά υγειονομικό της δυναμικό, στηρίζει αποστολές αλληλεγγύης σε διάφορες χώρες, όπως έκανε και με την Ιταλία στο πρώτο κύμα της πανδημίας, ενώ έχει παράσχει υλική βοήθεια και τεχνογνωσία σε πολλές χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος και παρά το γεγονός ότι είναι χώρα που το ΑΕΠ της στηρίζεται σημαντικά στον τουρισμό, είχε ελάχιστα θύματα, όπως και τώρα στο 2ο κύμα, γιατί έκανε πόρτα-πόρτα ιχνηλάτηση σε όλο τον πληθυσμό στην κοινότητα και απομόνωσε σε ξενοδοχεία και ειδικούς χώρους τα κρούσματα με καθημερινή σωστή διά ζώσης παρακολούθηση από γιατρούς και νοσηλευτές.

Η Κίνα, από την άλλη, είναι μια τεράστια καπιταλιστική χώρα, με τον μεγαλύτερο πληθυσμό στον πλανήτη, που διαθέτει λόγω της πρόσφατης σοσιαλιστικής ιστορίας της ένα σχετικά αναπτυγμένο σύστημα υγείας ειδικά στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό τόσο στην επιβολή μέτρων στον πληθυσμό με έντονο κρατικό αυταρχισμό όσο και στην ανάπτυξη νέων υποδομών σε ελάχιστο χρόνο. Έκτισε και εξόπλισε νέα νοσοκομεία μέσα σε δύο βδομάδες κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος.

Κοινό στοιχείο και στις δύο χώρες, όπως και σε άλλες της νοτιοανατολικής Ασίας, η αποφασιστική διενέργεια μαζικών αλλά και στοχευμένων τεστ στην κοινότητα και η απομόνωση των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων από τα υπόλοιπα μέλη στην οικογένεια, τη γειτονιά, την εκπαίδευση και την εργασία. Η άρνηση των δυτικών χωρών να ακολουθήσουν ένα τέτοιο μοντέλο και να μην προσφεύγουν μόνο στα τόσο καταστροφικά για την οικονομία lock-down, οφείλεται αφενός στην ιδεολογική προσήλωση του νεοφιλελευθερισμού -που κυριαρχεί σε όλες - στην καθήλωση των συνολικών κρατικών δαπανών για την υγεία και στη μέριμνα για την ενίσχυση της κερδοφορίας των ιδιωτών και αφετέρου στη διάλυση εδώ και 30 χρόνια των υπηρεσιών και εργαστηρίων δημόσιας υγείας στο πλαίσιο ακριβώς των ίδιων πολιτικών. Το αστικό πολιτικό δυναμικό της Δύσης έχει εθιστεί τόσο πολύ σε τέτοιες πολιτικές, που δεν μπορεί -ακόμα και όταν καταλάβει την ανάγκη- να επιστρέψει σε μορφές οργανωμένου κρατικού παρεμβατισμού.

Μέσα στους 12 περίπου μήνες που αντιμετωπίζουμε τον COVID-19, η Επιτροπή Λοιμωξιολόγων που συμβουλεύει την κυβέρνηση επικρίθηκε συστηματικά, και γνωστά μέλη της αποχώρησαν. Στο ίδιο διάστημα, δεκάδες διαδικτυακές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή κριτικών προς την κυβέρνηση επιστημόνων από τον χώρο της υγείας επιχείρησαν να δείξουν ότι υπάρχει και άλλος δρόμος· η παρέμβασή σας, με τίτλο «Οκτώ αστερίσκοι για την πανδημία στην Ελλάδα» (Καθημερινή, 21.1.2021) φάνηκε να πηγαίνει αυτή τη συμπόρευση ένα βήμα παραπέρα. Ποιο ήταν το σκεπτικό της κίνησης; Υπάρχουν σκέψεις για το πώς θα μπορούσε να συνεχιστεί;

Το σκεπτικό ήταν απλό. Να φανεί ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική επιστημονική θέση που δήθεν ακολουθεί πιστά η κυβέρνηση στη διαχείριση της πανδημίας - οπότε για τα όποια προβλήματα και αποτυχίες φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από το κυβερνητικό επιτελείο. Ακούγαμε επί μήνες, σχεδόν καθημερινά, στην απογευματινή ενημέρωση των 6 χονδροειδείς ανακρίβειες και αλληλοαναιρούμενα επιχειρήματα που επενδύονταν με επιστημονικοφανές ύφος και χρησιμοποιούνταν στην τακτική να χρεωθεί το πρόβλημα στη νεολαία που δεν πειθαρχεί στα μέτρα και μαζεύεται στις πλατείες και στους πολίτες που δεν φοράνε τη μάσκα και κάνουν «κορονοπάρτι», ενώ από την άλλη έμεναν στο απυρόβλητο τα προφανή: η απουσία οποιουδήποτε μέτρου στους εργασιακούς χώρους της ιδιωτικής παραγωγής, στα μέσα συγκοινωνίας, σε τάξεις με λιγότερους μαθητές στα σχολεία κ.λπ. Δυστυχώς, οι περισσότεροι επιστήμονες της επίσημης «επιτροπής των ειδικών» υποτάχτηκαν στον ρόλο της εκ των υστέρων νομιμοποίησης των κυβερνητικών επιλογών˙ δεν ύψωσαν στοιχειώδες ανάστημα στις άθλιες μεθοδεύσεις, από την απόκρυψη στοιχείων και τα διπλά βιβλία του ΕΟΔΥ μέχρι τις πειθαρχικές και εκδικητικές διώξεις μαχόμενων υγειονομικών και δεν είπαν κουβέντα για την κοροϊδία περί δήθεν ενίσχυσης του ΕΣΥ.

Έτσι, υπήρξε η ανάγκη να εκφραστεί και να επιχειρήσει να δημοσιοποιηθεί ευρέως μια πρωτοβουλία προοδευτικών επιστημόνων, με ανεξαρτησία συνείδησης και χωρίς υποταγή σε αντιδραστικά συμφέροντα, καθώς και μάχιμων γιατρών της πρώτης γραμμής, που να βάζει ταυτόχρονα και την πραγματική επιστημονική άποψη για τα αίτια στην εμφάνιση και την εξάπλωση της επιδημίας, αλλά και το πολιτικό πρόβλημα για την ανάγκη ουσιαστικών απαντήσεων, που θα αφήνουν στην άκρη συντηρητικές επιλογές και θα κινούνται στην κατεύθυνση της δραστικής ενίσχυσης όλων των βαθμίδων του δημόσιου συστήματος υγείας και των άλλων δημόσιων αγαθών. Αυτή η πρώτη δημόσια παρουσία μπορεί κατά τη γνώμη μου να εξελιχθεί σε ένα μόνιμο παρατηρητήριο για την πανδημία που θα καταθέτει σε εβδομαδιαία βάση τα πραγματικά δεδομένα για την εξέλιξη της πανδημίας στην Ελλάδα και διεθνώς ενώ ταυτόχρονα θα καταθέτει μια εναλλακτική στην επίσημη εισήγηση για τα αναγκαία μέτρα που πρέπει να ληφθούν, έστω και την ύστατη στιγμή.

Ακόμα και επιστήμονες του κυρίαρχου ρεύματος προειδοποιούν για τις πανδημίες του κοντινού μέλλοντος, συνδέοντάς τες με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Στην ημερίδα που έκανε το Κέντρο Έρευνας & Εκπαίδευσης στην Πολιτική Υγείας (ΚΕΠΥ), επέμεινες στην ταξική διάσταση της έκθεσης πληθυσμών σε κίνδυνο και στη σοβαρή αδιαφάνεια γύρω από την αντιμετώπιση της τρέχουσας πανδημίας. Τι μπορούμε να κάνουμε, ειδικοί και μη ειδικοί, που να μη μένει μόνο στην προειδοποίηση για τα χειρότερα;

Επέμεινα στην ταξική διάσταση γιατί και η καθημερινή μου εμπειρία από την εργασία μου ως γενικού οικογενειακού γιατρού στην κοινότητα μου υπενθύμισε έντονα και στη διάρκεια της επιδημίας από τον κορονοϊό αυτό που ξέρουμε γενικά από την επιδημιολογία: ότι η συνολική νοσηρότητα και η θνησιμότητα των πληθυσμών σε όλο τον κόσμο εξαρτάται τα μέγιστα από τη γενική ταξική τους θέση στον καταμερισμό εργασίας και περαιτέρω από τη θέση τους στην ιεραρχία του κάθε επαγγέλματος. Όσο χαμηλότερο εισόδημα έχει, όσο περισσότερη αλλοτριωμένη εργασία κάνει, σε όσο πιο επιβαρημένο οικολογικά περιβάλλον ζει και εργάζεται και όσο πιο χαμηλά στην ιεραρχία κάθε επιμέρους εργασιακού κλάδου δουλεύει κάποιος-α, τόσο συχνότερα και πιο βαριά αρρωσταίνει. Αυτό επιβεβαιώθηκε και εμπειρικά τον τελευταίο χρόνο με τη νόσο Covid-19, αλλά και με όλες τις άλλες παθήσεις που η αντιμετώπισή τους παραμελείται για τα λαϊκά στρώματα κατά την διάρκεια της πανδημίας, καθώς το ΕΣΥ -στο οποίο αναγκαστικά απευθύνονται- έχει γίνει σύστημα μίας νόσου. Επομένως, εκτός από το να τηρούμε όλοι τα μέτρα αυτοπροστασίας και προφύλαξης των κοντινών μας ανθρώπων στην οικογένεια, τους φίλους και την εργασία μας και να μην υποτιμούμε τους κινδύνους από τον ίδιο τον κορονοϊό, θα πρέπει όλοι μαζί, υγειονομικοί και λαός, να περάσουμε σε μαζική, συντονισμένη, διακλαδική και αποφασιστική κινητοποίηση, σε έναν ανένδοτο παλλαϊκό αγώνα για την ανατροπή της σημερινής βάρβαρης και θανατηφόρας κυβερνητικής πολιτικής, η οποία απειλεί ταυτόχρονα το δικαίωμα στην υγεία και το σύνολο των υπόλοιπων κοινωνικών δικαιωμάτων σε παιδεία, εργασία, ψυχαγωγία, πολιτισμό, καθώς και τις κοινωνικές και πολιτικές ελευθερίες των υποτελών τάξεων και της νεολαίας.

Οι επιπτώσεις της πανδημίας και των πολιτικών αντιμετώπισής της είναι τεράστιες. Η ανάγκη μιας λυτρωτικής πρόβλεψης ότι ο κύκλος της πανδημίας κλείνει στο ορατό μέλλον είναι εύλογα μεγάλη. Οι κυβερνήσεις, εξ ονόματος των αγορών και των χρηματιστηρίων, την έχουν προαναγγείλει συνδέοντάς την με τον «μαγικό» ρόλο των εμβολίων. Τη δεδομένη στιγμή μπορεί να γίνει κάποια πρόβλεψη για το «τέλος» ή είμαστε ακόμη στη ζώνη της αβεβαιότητας;

Έγκυρη και αξιόπιστη πρόβλεψη για το τέλος της πανδημίας είναι φανερό από όλα τα προηγούμενα ότι δεν μπορεί να γίνει. Εκτός από τις πολλές καθαρά επιστημονικές αβεβαιότητες (τόσο για την τελική σημασία των σημερινών μεταλλάξεων και για τις νέες που μπορεί να προκύψουν, την αποτελεσματικότητα των εμβολίων απέναντι στις γνωστές και τις πιθανές νέες μεταλλάξεις, για τις θεραπείες της νόσου που θα ανακαλυφθούν κ.λπ.), από τα προαναφερθέντα προκύπτει νομίζω το ασφαλές συμπέρασμα πως πολλά, τα περισσότερα, εξαρτώνται από την ίδια την έκβαση της ταξικής πάλης παγκόσμια και στον κάθε κοινωνικό σχηματισμό ξεχωριστά. Αν οι λαοί με τον διαρκή και ασυμβίβαστο αγώνα τους δεν επιβάλουν μια ριζικά διαφορετική πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης και έναν εναλλακτικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που θα αναιρεί τις ίδιες τις αιτίες των ασθενειών, κοινωνικές και περιβαλλοντικές, το μέλλον του κόσμου της εργασίας και της ανθρωπότητας θα είναι πολύ χειρότερο από το ήδη άσχημο παρόν.

 

Αναγνώστηκε 253 φορές

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.