Απόκρουση του φασισμού είναι η ανατροπή της αστικής δημοκρατίας, του Παναγιώτη Θέμελη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018 14:19 Συντάκτης:

 

Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε μια επικίνδυνη άνοδο του φασισμού. Η καπιταλιστική οργάνωση τόσο της παραγωγής όσο και των κοινωνικών δομών, την έχει φέρει κι άλλες φορές στο παρελθόν στη θέση αυτή. Όσες αντιστάσεις και αν πρόβαλε το αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα, ακόμα και σε περιπτώσεις που υπήρξε «ενωτική δράση» όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων, αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές. Δεν μπόρεσαν σε καμία περίπτωση να αναχαιτίσουν το φασισμό, που επικράτησε κατά κράτος με τα γνωστά ιστορικά επακόλουθα. Μια παρόμοια προ-φασιστική κατάσταση ζούμε και στις μέρες μας τόσο σε ευρωπαϊκή όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Αστικές κοινοβουλευτικές δυνάμεις που φτάνουν μέχρι και τη Δεξιά, καλούν σε «ενωτική συστράτευση» για την αντιμετώπιση της φασιστικής επέλασης. Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποστρέφονται μετά βδελυγμίας τον φασισμό και καταδικάζουν τον ρατσισμό, και συνδικαλιστικά όργανα εργαζομένων σε όλες τις χώρες καλούν σε αγώνα εναντίον του. Κι όμως …φασισμός και ρατσισμός χέρι - χέρι προελαύνουν τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Η Αριστερά σε όλο της το φάσμα, μη έχοντας κάποια αμυδρά έστω επεξεργασμένη τακτική και στρατηγική για την εξάλειψη των κοινωνικών αιτίων που γεννούν φασισμό, υποβαθμίζει τον εαυτό της να δρα απλά σαν συνιστώσα υπεράσπισης του αστικού κοινοβουλευτισμού, μαζί με άλλες φιλελεύθερες δυνάμεις. Όπου σε κάποια κρίσιμη τελική αναμέτρηση με το φασισμό, η Αριστερά θα προσφέρει ηρωικούς νεκρούς «για την υπεράσπιση της δημοκρατίας». Μιας τελείως ασαφούς δημοκρατίας, τόσο θολής ώστε να μπορεί στο μέλλον να καταθέτει στη μνήμη τους στεφάνια και γαρύφαλλα σύσσωμο το αστικό πολιτικό φάσμα (Αριστερά, Κεντροαριστερά, Κέντρο, Κεντροδεξιά και Δεξιά).

Για τη μαρξιστική σκέψη ο φασισμός δεν είναι ένα αναπόφευκτο φαινόμενο, σαν τα μετεωρολογικά ή γεωλογικά φαινόμενα που δημιουργούνται από δυνάμεις ανεξάρτητες από τον άνθρωπο. Ενυπάρχει μέσα στη μήτρα της καπιταλιστικής οργάνωσης, τρέφεται και αναπτύσσεται από την εξέλιξη της. Όταν ο καπιταλισμός έρχεται σε δομική κρίση, τότε σημαίνει ότι ο νόμος της υπεραξίας και το κέρδος δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε συνθήκες απολύτως ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά και κυρίως σε «ελεύθερη» αγορά εργασίας. Τότε, η συνέχιση της λειτουργίας της υπεραξίας και η παραγωγή κερδών απαιτεί μια ολοένα και σκληρότερη κοινωνική πειθαρχία όλων των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων στις ανάγκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και μια μεγάλης έκτασης καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων.

Η ανάγκη της σκληρής κοινωνικής πειθαρχίας οδηγεί στην ανάγκη περιορισμού έως και κατάργησης των πολιτικών προγραμμάτων που εκφράζουν τα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Σαν επακόλουθο γεννιέται η πολιτική ανάγκη για κατάργηση των κομμάτων και του αστικού κοινοβουλίου, αλλά και όλων των συνδικαλιστικών και κοινωνικών συλλόγων, πλην φυσικά εκείνων που εκφράζουν το φασιστικό πολιτικό καθεστώς. Τελικά, όλη η κοινωνία υποτάσσεται και πειθαρχεί στην αστική «της» τάξη, χωρίς αντιρρήσεις και αναστολές και η οποιαδήποτε διαφορετική φωνή που έστω και λίγο παρεκκλίνει των αναγκών της εξαφανίζεται βίαια.

Η ανάγκη για καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων από την άλλη, ικανοποιείται με την εξαφάνιση μεγάλου πλήθους εργαζομένων αφ’ ενός και μεγάλου αριθμού παραγωγικών μονάδων και παραγωγής αφ’ ετέρου. Έτσι, ο ρατσισμός καθίσταται απόλυτα αναγκαίος στο καπιταλιστικό σύστημα για να δικαιολογήσει ότι κάποιες κατηγορίες ανθρώπων είναι βιολογικά και κοινωνικά κατώτερες, η ζωή τους δεν έχει καμία αξία και επομένως δεν υπάρχει κανένα κοινωνικό πρόβλημα αν ο καπιταλισμός τους την αφαιρεί με τον ένα η τον άλλο τρόπο. Τέλος, η ανάγκη για γενικευμένη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων θα οδηγήσει νομοτελειακά στον γενικευμένο πόλεμο. Εκατομμύρια τόνοι πολεμικού υλικού, που είναι προϊόντα ανθρώπινης εργασίας θα καταναλωθούν και θα καταστραφούν, πόλεις ολόκληρες θα ισοπεδωθούν και εκατομμύρια εργατικά χέρια και μυαλά θα χαθούν.

Ιδού λοιπόν ο φασισμός σαν γνήσιο τέκνο του καπιταλισμού, σαν γνήσιο και αναπόφευκτο προϊόν της καπιταλιστικής εξέλιξης του κόσμου.

Η σύγχρονη δομική καπιταλιστική κρίση έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της, την συγκέντρωση του κεφαλαίου σε χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις (τράπεζες, χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ασφάλειες κλπ) και τον εγκλωβισμό του σ’ αυτές σε βαθμό που να μη μπορούν να επανεπενδυθούν κερδοφόρα. Αυτό οδηγεί σε κρίση τόσο τις παραγωγικές επιχειρήσεις όσο και τις χρηματιστικές. Τις πρώτες γιατί αδυνατούν να αντλήσουν κεφάλαια για νέες κερδοφόρες επενδύσεις, παρά τις δυνατότητες που προσφέρει η ανάπτυξη της τεχνολογίας, και τις δεύτερες γιατί αδυνατούν να πουλήσουν με κέρδος χρηματιστικά προϊόντα στην αγορά. Η κρίση αυτή οδηγεί σε μεγάλης κλίμακας καπιταλιστική ολοκλήρωση, όπου αναγκαστικά επιχειρήσεις θα χρεοκοπούν και θα κλείνουν ή θα αποροφούνται από μεγάλα επιχειρηματικά συγκροτήματα που θα γίνονται ακόμα μεγαλύτερα. Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και σκληρότερος και η επιβίωση των χρηματιστικών και παραγωγικών επιχειρήσεων που συγκροτούν την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί μια όλο και σκληρότερη οικονομική και κοινωνική πειθαρχία στο εσωτερικό τους. Ο ανταγωνισμός τόσο με την αμερικανική καπιταλιστική συγκρότηση όσο και με την ρωσική – ανατολική, τις ανάγκασε να επιβάλλουν με τη βία, αρχικά μια δημοσιονομική πειθαρχία σε όλα τα κράτη (στους κρατικούς προϋπολογισμούς) που στη συνέχεια επεκτάθηκε και σε άλλους τομείς της οικονομίας και της πολιτικής (μνημόνια, τρόικες, εποπτείες κλπ). Σταδιακά αφαιρούνται αρμοδιότητες αποφάσεων από τα εκλεγμένα αστικά κοινοβούλια και μεταφέρονται σε μη εκλεγμένα όργανα της Ευρωζώνης. Οι αστικές δημοκρατίες με σταθερό ρυθμό μετασχηματίζονται σε μια πανευρωπαϊκή δικτατορία του Γιούρογκρουπ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κι όσο οι ανάγκες του σκληρού ανταγωνισμού θα απαιτούν ευρύτερη και αυστηρότερη οικονομική και κοινωνική πειθαρχία, τόσο θα τρέφουν και θα γιγαντώνουν την ανάπτυξη φασιστικών πολιτικών στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ανάγκη οικονομικής και κοινωνικής πειθαρχίας στις ανάγκες του Ευρωζωνικού κεφαλαίου, είναι η μήτρα του ευρωπαϊκού φασισμού. Αυτή τον γεννάει σαν έμβρυο στους κόλπους της και αυτή τον θρέφει και τον γιγαντώνει. Αυτή η ανάγκη θα τον επιβάλλει πολιτικά ολοκληρωτικά όταν οι συνθήκες ανταγωνισμού το απαιτήσουν. Τον φασισμό στην Ευρώπη δεν το γεννούν τα φασιστικά κόμματα που φυτρώνουν και μεγαλώνουν σε όλες τις χώρες της. Ούτε η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα. Η γέννηση τους και η εξάπλωση τους είναι αποτέλεσμα της φασιστικής πολιτικής που παράγεται στα όργανα της ευρωζώνης και της ΕΕ. Γι’ αυτό και κανένας αντιφασιστικός αγώνας δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός αν δεν διεξάγεται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ανατροπής της Ευρωζώνης και της ΕΕ και εγκαθίδρυσης ενός πανευρωπαϊκού εργατικού κράτους. Που θα ξεκινήσει μια διαδικασία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Ακριβώς στο σημείο αυτό βρίσκεται όμως και η δομική αδυναμία της Αριστεράς (εγχώριας και Ευρωπαϊκής, επαναστατικής, μαχόμενης και αντικαπιταλιστικής) να οργανώσει έναν αποτελεσματικό αντιφασιστικό αγώνα.

Ένα μεγάλο τμήμα της έχοντας ως ιδεολογική αφετηρία τον σταδιακό μετασχηματισμό του αστικού κράτους σε κράτος των εργαζομένων, ταυτίζει την αντιφασιστική της δράση με υπεράσπιση του αστικού κοινοβουλευτισμού. Το τμήμα αυτό της Αριστεράς, που είναι και το μεγαλύτερο και περιλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα των αριστερών διανοουμένων, θεωρεί ότι ένα εργατικό και γενικότερα λαϊκό κίνημα που θα έχει στόχο το βάθεμα και την παραπέρα ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών του αστικού κοινοβουλευτισμού, θα κατορθώσει να μετασχηματίσει την Αστική Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, σε Λαϊκή Δημοκρατία. Το λαϊκό κίνημα θα εισχωρήσει στα κρατικά όργανα (στρατό, αστυνομία, δικαστικό σύστημα κλπ) θα αλλοιώσει το χαρακτήρα τους και θα τα θέσει στην υπηρεσία του εργαζόμενου λαού. Όταν όμως η αστική δημοκρατία κινδυνεύει από φασιστική εκτροπή, άρα κατευθύνεται σε αντίθετη κατεύθυνση, τότε κατά το τμήμα αυτό της Αριστεράς, απαιτείται μια συστράτευση των «δημοκρατικών δυνάμεων» των δυνάμεων του «κοινοβουλευτικού τόξου» για την υπεράσπιση των κοινοβουλευτικών θεσμών.. Στη πολιτική αυτή λογική, το εργατικό κίνημα είναι ένα όργανο δράσης αυτής της συμμαχίας των «κοινοβουλευτικών δημοκρατικών» δυνάμεων και ο αντιφασιστικός αγώνας γίνεται ταυτόσημος με την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας. Ταυτίζεται δηλαδή η έννοια της δημοκρατίας με την αστική κοινοβουλευτική ιστορική εκδοχή της.

Η πολιτική αυτή λογική ιστορικά έχει αποτύχει να αντιμετωπίσει το φασισμό. Δεν μπόρεσε ποτέ να υπερασπίσει τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς από φασιστικές εκτροπές όταν η κεφαλαιοκρατία αποφάσισε να επιβάλλει. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι αρκετά (πχ Βαϊμάρη, Χιλή) ακόμα και στη Ελλάδα (χούντα). Ούτε στο μέλλον θα μπορέσει ποτέ να είναι αποτελεσματική τέτοια πολιτική λογική στα πλαίσια των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.

Το ίδιο το κεφάλαιο εκφυλίζει και γελοιοποιεί τους αντιπροσωπευτικούς δημοκρατικούς θεσμούς του δικού του κράτους στην προσπάθεια του να ανταποκριθεί στο σκληρό παγκόσμιο καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Αρκεί κάποιος να δει τα αίσχη που έχουν γίνει σε όλα τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια για να παρθούν αποφάσεις που διατάσσονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Γιούρογκρουπ. Αρκεί κανείς να δει τα αίσχη που έχουν γίνει στην Ελληνική Βουλή για να εφαρμοστούν μνημονιακοί νόμοι από όλες τις κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και «Πρώτης φοράς Αριστεράς». Ένα 63% «Όχι» σε δημοψήφισμα του ελληνικού λαού πετάχτηκε στα σκουπίδια, αντιλαϊκοί νόμοι χιλιάδων σελίδων που ψηφίστηκαν σε μια νύχτα από βουλευτές που ούτε καν τους είχαν διαβάσει υπακούοντας στο κέλευσμα του αρχηγού τους, Βουλευτές που ξεφτιλίζονται καθημερινά αναγκασμένοι να καταστρατηγούν την κοινή λογική για να υπερασπίσουν την βουλευτική τους αποζημίωση, να αλλάζουν κομματική στέγη από τη μια μέρα στην άλλη. Χρηματισμοί βουλευτών κάτω από το τραπέζι, μίζες υπουργών, και άλλα πολιτικοοικονομικά και πολιτικοτραπεζικά σκάνδαλα γίνονται καθημερινό φαινόμενο. Πρόσφατο ακόμα το παράδειγμα της ομάδας του Τσίπρα που δεν δίστασε να γελοιοποιήσει το ίδιο του το κόμμα προκειμένου να μείνει στο κυβερνητικό μέγαρο για λίγο ακόμα.

Η υποβάθμιση του αντιφασιστικού αγώνα σε υπεράσπιση του Αστικού Κοινοβουλευτικού συστήματος καταλήγει τελικά στην υπεράσπιση θεσμών που έχουν φθαρεί ανεπανόρθωτα στη συνείδηση των λαών. Θεσμών ιστορικά ξεπερασμένων που αντί να αντικατασταθούν από μια εργατική δημοκρατία που θα είναι πολύ ανώτερη και θα εκφράζει πολύ πιο άμεσα την συλλογική βούληση των εργαζομένων, η Αριστερά ξοδεύει τις δυνάμεις του λαϊκού κινήματος να υπερασπίζονται την παραμονή τους στο ιστορικό γίγνεσθαι. Μια Αριστερά που αναγκάζεται να απολογείται για ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα με το σαθρό επιχείρημα ότι «υπάρχουν και τίμιοι πολιτικοί». Έτσι έρχονται οι πολιτικές φωνές των φασιστικών κομμάτων που υπόσχονται ότι θα απαλλάξουν την κοινωνία και την πολιτική από αυτούς τους διεφθαρμένους θεσμούς και θα επιβάλλουν κοινωνική πειθαρχία και καθαρότητα.

Εξ άλλου για την ανάπτυξη και εξάπλωση των φασιστικών πολιτικών οι αστικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί αποτελούν ευνοϊκό, προνομιακό περιβάλλον. Τα «διαφορετικά» πολιτικά προγράμματα που αναπτύσσονται στο εσωτερικό τους έχουν για αφετηρία τους την επίλυση των προβλημάτων αναπαραγωγής του κεφαλαίου, αφού ο τρόπος λειτουργίας αυτών των θεσμών έχει ιστορικά δομηθεί για να εξυπηρετεί αυτόν ακριβώς το σκοπό. Ένα τέτοιο λοιπόν περιβάλλον λειτουργεί σαν θερμοκήπιο για τις ιδέες και τις πολιτικές που στοχεύουν σε κοινωνικοοικονομική πειθαρχία. Η υπεράσπιση τους επομένως σε καμία περίπτωση δεν αποτρέπει το κίνδυνο του «φιδιού» αφού αυτό έχει τη φωλιά του και τα αυγά του μέσα σ αυτούς τους θεσμούς.

Το άλλο κομμάτι της Αριστεράς, το ΚΚΕ και οι άλλες κομμουνιστικές οργανώσεις, μη έχοντας αυταπάτες ως προς την δυνατότητα μετασχηματισμού του αστικού κράτους και των θεσμών του, έχει και μια διαφορετική αντίληψη για τον αντιφασιστικό αγώνα. Κάνουν έκκληση για δημιουργία ενός μεγάλου αντιφασιστικού μετώπου που θα βάλει φραγή στο φασισμό και θα υπερασπίσει τις δημοκρατικές κατακτήσεις των εργαζομένων. Ένα τέτοιο αντιφασιστικό μέτωπο όμως θα έπρεπε να εντάσσεται και να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα, μιας γενικότερης οργάνωσης της εργατικής τάξης, που θα προεκτείνει τις διεκδικήσεις της σε πολιτικό επίπεδο φτάνοντας μέχρι την διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας. Θα έπρεπε να αποτελεί συνιστώσα σε ένα πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής για την ανατροπή του κράτους της Ευρωζώνης και της ΕΕ και την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από την οργανωμένη εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Όταν όμως σε κανένα τμήμα της μαρξιστικά σκεπτόμενης Αριστεράς δεν υπάρχει έστω και σαν έμβρυο κάποιο πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής που να πείθει ότι στοχεύει σ αυτόν τον σκοπό, αναπόφευκτα το επιδιωκόμενο αντιφασιστικό μέτωπο αποκτά ένα ξεκομμένο και αυτοτελή χαρακτήρα με ασαφή κοινωνικά ταξικά χαρακτηριστικά.

Οι Αριστερές δυνάμεις που προσπαθούν να το συγκροτήσουν, το αντιμετωπίζουν πρώτα ως μια συνεργασία σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών σε αντιφασιστική βάση, που στην συνέχεια θα εκφραστεί σε κοινωνικό επίπεδο και θα έχει μια δυναμική πολύ ευρύτερη από την δυναμική της κάθε μιας από τις οργανώσεις που συμμετέχουν στη συγκρότηση του. Η διαδικασία αυτή έχει ως αποτέλεσμα τελικά ο αντιφασιστικός αγώνας να αποκτά έναν πανανθρώπινο και ουμανιστικό χαρακτήρα που τελικά τον καθιστά αναποτελεσματικό. Έτσι, πολλές φορές για να αποκτήσουν οι εκκλήσεις ένα μαζικότερο χαρακτήρα τοποθετούνται επικεφαλής ευρέως αναγνωρίσιμες προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης. Άλλοτε πάλι αντί να καταδεικνύεται η μήτρα που γεννά τον φασισμό, γίνεται επίκληση στη μνήμη του βάρβαρου απάνθρωπου και καταστροφικού περάσματος του από την ιστορία της ανθρωπότητας που είναι γενικά πιο εύκολο.

Όλα αυτά δεν είναι απορριπτέα. Ούτε η πανανθρώπινη διάσταση, ούτε η μνήμη, ούτε η συμβολή του πνευματικού κόσμου. Αντίθετα, όλα αυτά θα ήσαν πολύ πιο αποτελεσματικά αν ήσαν ενταγμένα σε μια διαδικασία ανατροπής των δομών που γεννούν και τρέφουν την φασιστική λογική. Ένα αποτελεσματικό Αντιφασιστικό Μέτωπο δεν μπορεί πάρα να στρέφεται ενάντια στις δομές του χρηματοοικονομικού συστήματος, στους θεσμούς της Ευρωζώνης, στους θεσμούς της ΕΕ και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Είναι βέβαιο ότι οποιαδήποτε αναμέτρηση με το φασιστικό μπλοκ δοθεί στο πλαίσιο αυτών των θεσμών χωρίς να επιδιώκει την ανατροπή τους θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφική και βάρβαρη επικράτηση του.

Η μόνη αναμέτρηση με το φασισμό που θα τον τσακίσει, θα είναι η τελική μάχη της οργανωμένης εργατικής τάξης και των συμμάχων της για να πάρει στα χέρια της την εξουσία και να ξεκινήσει την διαδικασία χειραφέτησης της εργασίας και μετασχηματισμού των σχέσεων παραγωγής. Και είναι απολύτως βέβαιο ότι η κεφαλαιοκρατία την τελική αυτή μάχη θα την δώσει χρησιμοποιώντας τον φασισμό. Και είναι επίσης βέβαιο πως τότε δεν θα υπάρχει καμιά υποψία για συμμαχίες με φιλελευθέρους αστούς, αφού σύσσωμη η αστική τάξη με τους μικροαστούς συμμάχους της θα βρίσκεται στο φασιστικό μπλοκ.

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.