Εκτύπωση Σελίδας

Η Αριστερά της ημέρας μετά, του Άλεξ Κάντζιας – Ρόντε

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο, 06 Ιουλίου 2019 08:40 Συντάκτης:

Οι εκλογές της Κυριακής, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις και εκτιμήσεις, αναμένεται να επιφέρουν την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και να οδηγήσουν στην επικράτηση μιας νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, η οποία έρχεται να αναλάβει καθήκοντα με υποσχέσεις «ρεβανσισμού» απέναντι στα κοινωνικά στρώματα που τα προηγούμενα χρόνια την είχαν θέσει στο περιθώριο.  Η (διαφαινόμενη) αυτή ήττα θα έρθει όμως και να επισφραγίσει ένα τέλος εποχής συνολικά για την ελληνική Αριστερά. Και αυτό γιατί ο λεγόμενος «συμβιβασμός» της «πρώτης φοράς Αριστερά» με τις επιταγές των μνημονίων δεν αποτέλεσε παρά την υλική αποτύπωση των πολιτικών ορίων της Αριστεράς της Μεταπολίτευσης. Μιας Αριστεράς η οποία είχε μάθει (και αποδεχτεί) να κινείται μέσα σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο, σε ένα εξ αρχής ναρκοθετημένο πεδίο, πάντα λίγο πολύ εντός των ορίων που έθετε κάθε φορά η αστική στρατηγική, δηλαδή ο αντίπαλος.

 

Μεγάλο μέρος των μελών αυτής της Αριστεράς βρέθηκε να στελεχώνει υψηλόβαθμες θέσεις των κρατικών μηχανισμών, να εμπλέκεται με την ανάληψη δημόσιων έργων ή να κατέχει σημαντικές θέσεις στον ιδιωτικό τομέα, ασκώντας  εξουσία πάνω σε εργαζομένους, για την απελευθέρωση των οποίων υποτίθεται πως αγωνιζόταν. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στην αμφισβήτηση του αστικού πλαισίου, στην διατύπωση ενός εναλλακτικού οράματος για την κοινωνία και στην συγκρότηση ενός αντίπαλου δέους απέναντι στον αστικό συνασπισμό.

 

Η Αριστερά της Μεταπολίτευσης επικέντρωσε έτσι τους αγώνες της στην διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, τα οποία μπορούσαν να ικανοποιηθούν εντός του καπιταλισμού. Ζητήματα που είχαν να κάνουν με την αμφισβήτηση της διαδικασίας της παραγωγής, τις σχέσεις εξουσίας στον εργασιακό χώρο, την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων και το κόστος που αναγκαζόταν να πληρώσει γι’ αυτά ο καταναλωτής ιεραρχούνταν χαμηλά ή δεν θίγονταν καν. Μια Αριστερά που δεν αμφισβήτησε το σύστημα της αντιπαροχής, το οποίο οδήγησε στην τσιμεντοποίηση των αστικών κέντρων, που δεν προέταξε έναν διαφορετικό σχεδιασμό για περισσότερο ανθρώπινες πόλεις. Που δεν αμφισβήτησε τον καταναλωτισμό, ούτε αντιτάχθηκε στην επικράτηση ατομικών λύσεων σε συλλογικά προβλήματα, όπως εκείνου της μετακίνησης. Που η αντίληψη της συμπυκνωνόταν στο «δουλειές να υπάρχουν», κάτι που βέβαια συνεπαγόταν και αστική ανάπτυξη, χωρίς τις περισσότερες φορές να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και στο κοινωνικό σύνολο. Οι μεγάλοι, και συχνά νικηφόροι, εργατικοί αγώνες παρέμεναν κυρίως κλαδικοί ή επιχειρησιακοί χωρίς να θίγουν το ζήτημα της συνολικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, χωρίς να διασταυρώνονται με αιτήματα άλλων κλάδων και κοινωνικών κατηγοριών. Οι καπιταλιστές και το κράτος μπορούσαν έτσι εύκολα να μετακυλύουν την αύξηση του εργατικού κόστους που προκαλούνταν από την αύξηση του εργατικού κόστους στο κοινωνικό σύνολο, ενώ οι «εργατικές αριστοκρατίες» που δημιουργούνταν είχαν συχνά εξωφρενικά προνόμια, κάτι που τις απέκοπτε από τους υπόλοιπους εργαζομένους.

 

Αντίστοιχα χαμηλά στην ιεράρχηση της Αριστεράς της Μεταπολίτευσης ήταν ζητήματα που είχαν να κάνουν με την διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και της συμμετοχής των πολιτών στην λήψη των αποφάσεων, τον εκδημοκρατισμό του νομικού συστήματος, την απόδοση υπηκοότητας στους μετανάστες, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των κρατουμένων, ο διαχωρισμός κράτους – εκκλησίας.

 

Η συγκεκριμένη αυτή εκδοχή Αριστεράς θεωρούσε άλλωστε ότι γνωρίζει τα συμφέροντα του «λαού» καλύτερα από τον ίδιο και πίστευε ότι δρα με μόνο κριτήριο την εξυπηρέτηση τους, ακόμα και όταν έκανε εμφανώς το αντίθετο. Όφειλε άλλωστε να τον «προστατέψει» από παρορμήσεις και «εν θερμώ» αποφάσεις που έβλαπταν το κίνημα και τον ίδιο…. Ακράδαντα πεπεισμένη πως κατείχε την ντε φάκτο εκπροσώπηση των λαϊκών στρωμάτων, νόμιζε πως η μοίρα τους ήταν να την ακολουθούν και να υιοθετούν τις ιδέες της, με κάθε «απόκλιση» να  ερμηνεύεται τουλάχιστον ως «παραπλάνηση». Η αντίληψη αυτή μπορεί να αναγνωστεί στις τοποθετήσεις πολλών Συριζαίων, οι οποίοι ακόμα και σήμερα υποστηρίζουν (και πιστεύουν) ότι η κυβέρνηση τους, στο πλαίσιο του εφικτού, εφάρμοσε πολιτικές υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, τα οποία τώρα οφείλουν να την ανταμείψουν εκλογικά.

 

Αυτή η «Αριστερά του εφικτού» (εξαιτίας και των στρατηγικών αδιεξόδων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος) πάντα έβλεπε ένα ασφυκτικό διεθνές πλαίσιο και έναν αδύναμο λαό. Με την ανατροπή του καπιταλισμού να έχει μετατεθεί σε ένα μακρινό και απροσδιόριστο μέλλον ή να έχει εγκαταλειφθεί εντελώς όλη η κομματική δραστηριότητα τελικά απέληγε στην καλύτερη εκλογική καταγραφή. Κατά συνέπεια οι απεργίες δεν έπρεπε να «ξεφεύγουν», οι πορείες να μην συγκρούονται και οι φοιτητές όφειλαν να διαβάζουν ώστε να μην διαταράσσεται η ομαλότητα, στην πραγματικότητα η απρόσκοπτη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Με το ταξικό πρόσημο να ξεθωριάζει, εκείνο που έμενε ήταν μια κοινωνία, ένα εκλογικό σώμα που έπρεπε να εκφραστεί. Και προκειμένου να αυξηθεί η εκλογική επιρροή και να κερδηθούν τα μικροαστικά στρώματα, τα οποία εκλαμβάνονταν ως  ντε φάκτο συντηρητικά και φοβικά, μη μετασχηματίσημα στον βραχύ, τον εκλογικό χρόνο, ο κομματικός λόγος αμβλυνόταν, το κόμμα «έστρεφε δεξιά». Το γεγονός ότι η πραγματική υποστήριξη κερδίζεται μονάχα μέσω της ηγεμονίας, όταν δεν επικαθορίζεσαι από τα ερωτήματα που θέτει ο αντίπαλος ήταν κάτι που η Αριστερά αυτή επέλεγε να αγνοεί.

 

Με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αυτή η Αριστερά εκπλήρωσε το όνειρο της: ανέλαβε την διακυβέρνηση, τελικά ενσωματώθηκε, μετατράπηκε στο αντίθετο της και τώρα οδηγείται στην ήττα. Αυτή όμως η ήττα, όπως προσπάθησα να δείξω και παραπάνω, δεν είναι μόνο ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ολόκληρης της «Αριστεράς της Μεταπολίτευσης». Η οποία μπορεί να είχε τις λαμπρές τις εξαιρέσεις, να ήταν μαχητική και να έδωσε συγκλονιστικούς αγώνες, στην μεγάλη όμως εικόνα απέτυχε. Και απέτυχε γιατί η αστική θεώρηση της πολιτικής, η «κρατικοποίηση» των μορφωμάτων της, η παραγωγή εύκολων απαντήσεων και η ηγεμόνευση από την κυρίαρχη ιδεολογία δεν κατέστη δυνατόν να υπερνικηθούν.

 

Η Αριστερά που πρέπει τώρα να φτιάξουμε θα πρέπει να επιδιώκει να μετασχηματίσει συνειδήσεις και όχι απλά να εκπροσωπήσει. Να επιδιώκει το ξεδίπλωμα ανεξάρτητων κινημάτων και να μην κοιτά μόνο τι συμφέρει το κόμμα.  Να αναγνωρίσει ότι η σχέση ανάμεσα στο «κόμμα» και στο «λαό» είναι μια «συνάντηση» η οποία τελεί υπό συνεχή διακύβευση, που πρέπει άρα συνεχώς να επιβεβαιώνεται. Μια Αριστερά που δεν θα  υποκύπτει στο «αυθόρμητο» και στα ερωτήματα που θέτει ο αντίπαλος προκειμένου «να ακουστεί». Που δεν θα βλέπει μόνο το άμεσο (υποπίπτοντας τελικά στον τακτικισμό) αλλά που θα είναι σε θέση να σχεδιάσει και για το μακρύ χρόνο. Που ταυτόχρονα θα είναι μια Αριστερά «καθημερινή», που θα έχει να προτείνει λύσεις στο τώρα και δεν θα μεταθέτει τα πάντα για τον «σοσιαλισμό». Μια Αριστερά ως στάση ζωής στη δουλειά, στο σχολείο, στο δρόμο, στις διαπροσωπικές σχέσεις, μέσα στην οικογένεια και δεν θα είναι απλά μια σχέση εμπιστοσύνης πάνω από την κάλπη.

 

Μια Αριστερά που δεν θα επιχειρήσει να ανασυγκροτήσει το ένα και μοναδικό μονολιθικό κόμμα – αποκλειστικό παραγωγό της θεωρίας και κάτοχο της απόλυτης αλήθειας. Που δεν θα πνίγει την εσωκομματική δημοκρατία, που θα σέβεται τις αποφάσεις των συνδικαλιστικών οργάνων και δεν θα τις διαστρεβλώνει προς όφελος της ούτε θα νομιμοποιεί άμαζες  διαδικασίες  «για το καλό του κινήματος». Που δεν θα έχει έτοιμες λύσεις και εύκολες απαντήσεις, θα αναγνωρίζει τα λάθη της, θα είναι ανοιχτή στον πειραματισμό, εργαστήρι νέων πρακτικών και θεωρητικών επεξεργασιών, που θα διδάσκεται από την πείρα των μαζών. Μια Αριστερά που δεν θα επαναπαύεται στην συνήθεια, δεν θα φοβάται να κινηθεί σε αχαρτογράφητα νερά, που δεν θα ταυτίζει το σοσιαλισμό με την αύξηση των υλικών αγαθών. Μια Αριστερά των μεταναστών, των μειονοτήτων, των αποκλεισμένων, των ομοφυλόφιλων, των «διαφορετικών». Που δεν θα επιδιώκει να κηδεμονεύσει αλλά που θα σκύβει με ταπεινότητα στους καταφρονεμένους και θα συγκρούεται με περηφάνια με τους εκμεταλλευτές τους.

 

Η διαδικασία δημιουργίας αυτής της Αριστεράς πέρα από τους μαζικούς εργασιακούς χώρους θα πρέπει να πατήσει και στις γειτονιές. Οι εργατικές συνοικίες των πόλεων υπήρξαν ιστορικά ένας συχνά παραγνωρισμένος τόπος συνάντησης των ανέργων, των περιστασιακά απασχολούμενων, των εργαζομένων σε μικρές μονάδες που δεν ευνοούσαν την δημιουργία επιχειρησιακού συνδικάτου, τα μέλη της εργατικής τάξης που δεν εντάσσονταν στην διαδικασία της παραγωγής, όπως οι νοικοκυρές, οι μαθητές και οι συνταξιούχοι. Ακόμα όμως και οι επιτυχημένοι εργατικοί αγώνες διαρκείας στηρίζονταν σε μια τοπική βάση, χρειάζονταν την αλληλεγγύη των τοπικών πληθυσμών, της οικογένειας του απεργού, του μπακάλη που θα έδινε πίστωση, του κουρέα που  «θα τα έγραφε», των γειτόνων που θα ενίσχυαν το απεργιακό ταμείο, θα πρόσεχαν τα παιδιά των απεργών.

 

Στη σημερινή εποχή, σε ένα εργατικό τοπίο όπου σχεδόν καμία δουλειά δεν είναι πλέον εφ’ όρου ζωής όπως σε παλαιότερες εποχές στις οποίες η κάρτα μέλους του συνδικάτου περνούσε από πατέρα σε γιό, όπου η απασχόληση είναι ευκαιριακή και διασπαρμένη σε χιλιάδες μικρές μονάδες, η γειτονιά έρχεται πάλι να παίξει τον τόπο συνάντησης των υποτελών. Και όπως και τότε έτσι και τώρα η συγκρότηση της εργατικής τάξης είναι μια διαδικασία βαθιά πολιτική, επιδίωξη και αποτέλεσμα της δράσης συγκεκριμένων δυνάμεων και αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων που πήρε χρόνο για να «καρποφορήσει». Με δεδομένη την ήττα της Αριστεράς και την κυριαρχία των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού δεν θα πρέπει να αναμένουμε άμεσα αποτελέσματα στον βραχύ χρόνο. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης θέλουν καιρό για να σμιλευτούν. Ούτε αρκεί η συνάντηση των προθύμων, ρευμάτων και αγωνιστών που απέτυχαν, δεν φτάνει απλά να βρούμε όσους  «χάθηκαν» στην πορεία, κι ας είναι πολλοί. Το νέο δεν μπορεί να φτιαχτεί απλώς με τα υλικά του παλιού.

 

 

 

 

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟ KOMMON