Τακτικές σκέψεις για στρατηγικό στόχο, του Παναγιώτη Θέμελη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019 07:31 Συντάκτης:

Η χάραξη μιας σύγχρονης πολιτικής  τακτικής και στρατηγικής που θα μπορούσε να εμπνεύσει και προσανατολίσει  την εργατική τάξη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την καπιταλιστική κρίση και την επίθεση στα εργατικά δικαιώματα, και ταυτόχρονα να ανεβάσει  επίπεδο της ταξικής αντιπαράθεσης με επιδίωξη την διεκδίκηση της εξουσίας, δεν μπορεί να εξαντληθεί στο χώρο ενός άρθρου. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο μέσα από μια επίμονη και συνεχή διαδικασία συγκερασμού της πείρας που αντλείται από την ταξική πάλη και της εφαρμογής της μαρξιστικής θεωρίας στις συνθήκες της. Η διαμόρφωση της τακτικής και στρατηγικής στα πλαίσια μιας οργάνωσης που επιδιώκει να πρωτοπορήσει στο εργατικό κίνημα δεν τελειώνει ποτέ, αντίθετα εμπλουτίζεται συνεχώς μέσα στις καινούργιες συνθήκες που διαρκώς δημιουργούνται. Επομένως το άρθρο αυτό μπορεί μόνο να διατυπώσει κάποιες σκέψεις και ιδέες σαν ένα λιθαράκι που συμβάλει στην συνολική διαδικασία. Και με τον τρόπο του να υπενθυμίσει ότι  τόσο οι επεξεργασίες των κλασσικών της Μαρξιστικής θεωρίας, όσο και η πείρα των επαναστάσεων του 20ου αιώνα,  αποκαλύπτουν την ανάγκη  ενός σύγχρονου προβληματισμού  γύρω από το θέμα τακτικής και στρατηγικής μιας κομμουνιστικής οργάνωσης.

Τα τελευταία 20 χρόνια στο χώρο των κομμάτων η οργανώσεων που καθοδηγούνται από την Μαρξιστική θεωρία,  έχουν αποκρυσταλλωθεί σε επίπεδο τακτικής δύο βασικές προσεγγίσεις. Η μία είναι η τακτική που εφαρμόζεται χρόνια τώρα από το ΚΚΕ, και η άλλη που προτείνεται και εφαρμόζεται με μικρές η μεγάλες  παραλλαγές  από τις άλλες Μαρξιστικές οργανώσεις και κόμματα.

 

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ …

Η τακτική που εφαρμόζει το ΚΚΕ είναι η συσπείρωση της εργατικής τάξης γύρω από την πολιτική της πρωτοπορία, το Κόμμα της – το ΚΚΕ θεωρεί ότι το ίδιο αποτελεί a priori την πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης – και μέσα από αυτό να ανάγει τον διεκδικητικό αγώνα σε πολιτικό. Σύμφωνα με την τακτική αυτή, η αναγωγή της συνδικαλιστικής διεκδίκησης των εργασιακών δικαιωμάτων  σε πολιτική διεκδίκηση γίνεται από το Κόμμα. Οι εργαζόμενοι αναθέτουν στο κόμμα, ως πολιτική τους πρωτοπορία, την διαμόρφωση της πολιτικής πλατφόρμας που αντιστοιχεί στα συνδικαλιστικά τους αιτήματα, καθώς και την διεκδίκηση  της εφαρμογής της. Η εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα γύρω της πρέπει μέσω μιας αγωνιστικής μαζικής οργάνωσης να συσπειρωθούν πολιτικά γύρω από το ΚΚΕ. Η ανάπτυξη και το δυνάμωμα των διεκδικητικών αγώνων, θα οδηγεί στην συνειδητοποίηση της ανάγκης πολιτικής συσπείρωσης γύρω από το κόμμα. Ο λαός οργανωμένος σε σωματεία, συνδικάτα και άλλες μαζικές οργανώσεις, υποστηρίζει το κόμμα που τον αντιπροσωπεύει ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει την πολιτική πλατφόρμα που αυτό έχει επεξεργαστεί για λογαριασμό του. Αυτό οδηγεί στην δημιουργία μαζικών οργανώσεων που βρίσκονται κάτω από την σκέπη του ΚΚΕ και καθοδηγούνται αποκλειστικά από αυτό όπως για παράδειγμα είναι το ΠΑΜΕ.

Με την τακτική αυτή ο μόνος τρόπος για να αποτυπωθεί ο βαθμός  συσπείρωσης του λαού γύρω από το ΚΚΕ αναπόφευκτα είναι οι εκλογικές διαδικασίες στα πλαίσια του Αστικού κοινοβουλευτισμού. Από εκλογές συνδικαλιστικών φορέων, σωματείων, συνδικάτων, ομοσπονδιών, επαγγελματικών συλλόγων και άλλων μαζικών φορέων, μέχρι και εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης, βουλευτικές εκλογές και ευρωεκλογές. Σε όλες αυτές τις διαδικασίες η ηγεσία του ΚΚΕ βάζει πάντα σαν στόχο την ενίσχυση του ποσοστού του κόμματος η οποία σύμφωνα με την άποψη της είναι από μόνη της ικανή να δυναμώσει τους λαϊκούς αγώνες, και να τους καταστήσει αποτελεσματικότερους. Στα πλαίσια της τακτικής αυτής οι οργανώσεις βάσης και τα εκατοντάδες μέλη και στελέχη του  ΚΚΕ αναλώνουν την  πολιτική δράση τους (που σε πολλές περιπτώσεις γίνεται με αυτοθυσία) στην αύξηση της εκλογικής επιρροής του κόμματος.

Η τακτική αυτή έχει αποδείξει εδώ και πολλά χρόνια την αναποτελεσματικότητα της. Καμία αντιλαϊκή πολιτική δεν κατόρθωσε να αναχαιτίσει και κανένα μέτρο ενάντια στα εργασιακά δικαιώματα να αποκρούσει ακόμα και σε περιπτώσεις που τόσο η εκλογική δύναμη όσο και η κοινοβουλευτική ομάδα του ΚΚΕ αυξήθηκαν. Και τελικά ούτε και η επιρροή του ΚΚΕ μέσα στο λαό μεγάλωσε. Ακόμα και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα η επιρροή του παραμένει σταθερή γύρω από το ΠΑΜΕ.  Η αιτίες φυσικά δεν μπορεί να αναζητούνται στην αντιδημοκρατική λειτουργία του Αστικού κοινοβουλευτισμού η στην αντιδραστική λειτουργία των ΜΜΕ που προσπαθούν να φιμώσουν την φωνή του κόμματος και να περιθωριοποιήσουν τη δράση του. Η λειτουργία του Αστικού συστήματος έτσι ήταν πάντα και έτσι θα παραμείνει. Και θα γίνεται χειρότερη στο βαθμό που με την τακτική αυτή  δεν μπορεί να μπει ένα ανάχωμα στις πολιτικές του κεφαλαίου.  Οι αιτίες της αναποτελεσματικότητας της βρίσκονται στο ότι η ίδια η τακτική αυτή παραβιάζει βασικές μαρξιστικές διαλεκτικές αρχές.

Η τακτική αυτή αναπόφευκτα συνδέεται και με μια στρατηγική σύμφωνα με την οποία το υποκείμενο των κοινωνικών μετασχηματισμών είναι η συσπειρωμένη σε οργανώσεις γύρω από το ΚΚΕ,  εργατική τάξη και τα αλλά εργαζόμενα στρώματα. Σ αυτό το σχήμα  ανατίθεται η προβολή των αναγκών της εργασίας σε πολιτικό επίπεδο, η ανατροπή της αστικής εξουσίας, η υλοποίηση του εργατικού κράτους και η μέσω αυτού Σοσιαλιστική διαδικασία.

Σε απόλυτη συνέπεια με τα παραπάνω βρίσκεται και η γραμμή πολιτικών συνεργασιών του ΚΚΕ που απαιτεί την αναγνώριση της ηγετικής του θέσης στο όποιο πολιτικό συνεργατικό σχήμα. Μια άσχημη συνέπεια επίσης της τακτικής αυτής είναι, ότι η επιμονή της ηγεσίας του να την θεωρεί ως την μοναδική Μαρξιστικά ορθή και να απορρίπτει οποιονδήποτε διάλογο στο θέμα αυτό, έχει σαν αποτέλεσμα σε περιπτώσεις που τα μέλη του  απογοητεύονται, να θεωρούν πολλοί από αυτούς ότι πρόκειται για αποτυχία της ίδιας της Μαρξιστικής θεωρίας και να στρέφονται σε άλλα ιδεολογικά σχήματα.

Η άλλη πρόταση τακτικής προβάλει ως άμεσο τακτικό στόχο την δημιουργία μιας Αριστεράς πάνω σε μια πολιτική πλατφόρμα που χαρακτηρίζεται Αντικαπιταλιστική, ριζοσπαστική, επαναστατική προσδιορίζοντας κάποιες πολιτικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις Μαρξιστικές οργανώσεις που τις έχουν επεξεργαστεί και διατυπώσει.  Σύμφωνα με αυτήν οι οργανώσεις που κινούνται στο χώρο της «μαχόμενης» Αριστεράς θα συγκροτήσουν ένα minimum αντικαπιταλιστικό, ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα που θα εκφράσει τα αιτήματα της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικό επίπεδο. Γύρω από το πρόγραμμα αυτό θα συγκροτηθεί και οργανωτικά ένα  Αριστερό μέτωπο που θα αναλάβει την πολιτική προώθηση και εφαρμογή της αντικαπιταλιστικής ριζοσπαστικής πολιτικής πλατφόρμας. Η Αριστερά αυτή  θα ανεβάζει συνεχώς την πολιτική της παρέμβαση με στόχο να φτάσει έως και την διεκδίκηση και κατάληψη της εξουσίας. Μέσα από ένα συντονισμένο αγώνα αντίστασης απέναντι στις αντιλαϊκές πολιτικές  του κεφαλαίου, ο λαός θα συνειδητοποιείται και θα συσπειρώνεται γύρω από το Αριστερό μέτωπο θα το δυναμώνει και θα το ανδρώνει μέχρι την τελική μάχη της εξουσίας. Εφαρμόζοντας την τακτική αυτή οι Αριστερές οργανώσεις προσπαθούν να δουν μετατοπίσεις λαϊκών μαζών προς τα αριστερά μέσα από αστικοδημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες.  Εκλογές σωματείων, συνδικάτων, ομοσπονδιών κ.λ.π. Αντλούν ελπίδες από την εκλογική άνοδο αριστερών κομμάτων η σχημάτων σε άλλες χώρες (Mélenchon στη Γαλλία, Sanders στις ΗΠΑ κλπ) η από χώρες που η Αριστερά ανέλαβε την κυβέρνηση για να εφαρμόσει φιλολαϊκή πολιτική. Φυσικά οι ελπίδες αυτές σε κάποιο χρονικό διάστημα λίγο μικρότερο η λίγο μεγαλύτερο, διαψεύδονται και πολλές φορές η ήττα είναι οδυνηρή.

Η στρατηγική που προκύπτει από την τακτική αυτή είναι ασαφής.  Πως υλοποιείται η Μαρξιστική θέση ότι η εργατική τάξη γίνεται υποκείμενο των Κοινωνικών μετασχηματισμών? Ποιος καταλαμβάνει την εξουσία και πώς συγκροτείται το εργατικό κράτος? Πως εξαλείφεται η υπεραξία και  μετασχηματίζονται οι σχέσεις παραγωγής? Τα ερωτήματα αυτά άλλοτε αντιμετωπίζονται σαν να είναι ήδη απαντημένα από τους κλασσικούς, άλλοτε δίνονται απαντήσεις μέσα από έτοιμες επεξεργασίες της 3ης και της 4ης διεθνούς, και άλλοτε διατυπώνεται με αγωνία η ανάγκη να υπάρξει ένα  σύγχρονο πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής χωρίς όμως να αρχίζει κάποια ζύμωση γύρω απ’ αυτό.

Η τακτική και οι σκέψεις γύρω από την στρατηγική μιας κομμουνιστικής οργάνωσης σε πολλές περιπτώσεις αριστερών σχημάτων έχουν προκύψει σαν άρνηση της αντίστοιχης του ΚΚΕ, και όχι σαν μια αυτοτελής διαδικασία συγκερασμού Μαρξιστικής θεωρίας και αγωνιστικής πολιτικής εμπειρίας. Έτσι λοιπόν η άρνηση της a priori αναγνώρισης του ΚΚΕ σαν το κόμμα της εργατικής τάξης, έχει οδηγήσει στην άποψη ότι η ανάδειξη της επαναστατικής πρωτοπορίας  θα προκύψει μέσα απ τις διαδικασίες συγκρότησης της Αντικαπιταλιστικής μαχόμενης αριστεράς. Η τελική σκέψη όμως στη βάση της παραμένει η ίδια. Η πολιτική εκπροσώπηση της εργατικής τάξης δεν γίνεται με δικές της διαδικασίες αλλά ανατίθεται σε κάποιο  πρωτοπόρο σχήμα γύρω από το οποίο αυτή πρέπει να συσπειρωθεί και να το στηρίζει.  

Η τακτική αυτή εφαρμοζόμενη εδώ και αρκετά χρόνια δεν μπόρεσε όχι να εμποδίσει μα ούτε καν να προβάλει αντίσταση στις αντιδραστικές εξελίξεις που συνέβησαν.  Τρία μνημόνια πέρασαν δίπλα της, μια σειρά από αντιδραστικές κυβερνήσεις, ένας ΣΥΡΙΖΑ που κατάφερε να γίνει γνήσιο κόμμα νεοφιλελεύθερης πολιτικής τραβώντας μαζί του στα δεξιά το σύνολο του λαού που τον ψήφισε και ούτε το ΚΚΕ ούτε η Αριστερά μπόρεσαν να δουν έστω μια μικρή πολιτική  μετατόπιση προς το μέρος τους. Ένας ολόκληρος λαός κατέβηκε στις πλατείες, διαδηλώσεις μεγάλες ενάντια στις αποφάσεις του Eurogkroup, ένα μεγάλο «ΟΧΙ» του 63% που μετατράπηκε σε «ΝΑΙ», αλλά η Αριστερά δεν ήταν ποτέ έτοιμη να παρέμβει και να προτείνει τρόπο οργάνωσης και δράσης. Πολλές προσπάθειες συγκρότησης Αριστερών συνεργατικών σχημάτων ξεκίνησαν με ελπίδες αλλά διαλύθηκαν εις τα εξ ων συνετέθησαν, με αλληλοκατηγορίες των οργανώσεων που συμμετείχαν ότι παραβίασαν τις αρχικές συμφωνίες. Σε κάθε καινούργια πρόταση μιας οργάνωσης οι άλλες ψάχνονται με καχυποψία μήπως κρύβεται κάποιο «καπέλωμα» και προβάλλουν  «σοβαρές» ιδεολογικές και θεωρητικές διαφορές που εμποδίζουν τη συμμετοχή τους. Εκατοντάδες κομμουνιστές αγωνιστές αναλώνονται σε αδιέξοδες ενδοαριστερές αψιμαχίες λες και ένας ολόκληρος λαός περιμένει με αγωνία να λυθούν οι πολιτικές τους διαφορές για να συσπειρωθεί γύρω από την Αριστερά.  

Φυσικά οι αιτίες της αναποτελεσματικότητας αυτής της τακτικής βρίσκονται στην ίδια την τακτική και όχι σε υποκειμενικούς παράγοντες μη σωστής η μη συνεπούς εφαρμογής της. Η προσπάθεια να ριζοσπαστικοποιηθούν  οι ατομικές συνειδήσεις μέσα από το συνδικαλιστικό κίνημα και να συσπειρωθούν γύρω από Αριστερά σχήματα  παραβιάζει την διαλεκτική λογική. Το ανέβασμα των αγώνων του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος προϋποθέτει την αλλαγή συσχετισμών στις ηγεσίες των σωματείων και ομοσπονδιών, που όμως αυτή δεν μπορεί να συμβεί όταν τα αιτήματα τους παραμένουν στο επίπεδο των αποκομμένων ξεχωριστών κλαδικών οικονομικών διεκδικήσεων από την κυβέρνηση χωρίς μια συνολική αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης Ευρωζωνικής πολιτικής. Φαύλος κύκλος που προέρχεται από το γεγονός ότι στο πλαίσιο των αστικών θεσμών οι ατομικές συνειδήσεις ελέγχονται από την αστική ιδεολογία. Οι αστικοί θεσμοί είναι δημιουργημένοι και ιστορικά διαμορφωμένοι μέσα από την πείρα της εξουδετέρωσης των συνδικαλιστικών αγώνων και του ακτιβισμού αριστερών σχημάτων.

Η ανάθεση επίσης της ανατροπής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο ΣΥΡΙΖΑ, που του υποσχέθηκε ότι θα καταφέρει να την ακυρώσει και να εφαρμόσει φιλολαϊκή πολιτική, κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία. Μέσα από την οδυνηρή αυτή εμπειρία, οι εργαζόμενοι μπόρεσαν να έρθουν σε καθημερινή επαφή με τα όργανα της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης και να γνωρίσουν την δικτατορική δομή τους. Αυτό τους οδήγησε στην αμφισβήτηση της δυνατότητας ανατροπής της πολιτικής τους μέσα από την εκλογική ανάδειξη ενός αριστερού σχήματος σε κυβέρνηση, ακόμα και σε περιπτώσεις που υπόσχονται αγωνιστική συνέπεια ενάντια στην Ε.Ε. και την Ευρωζώνη (όπως η ΛΑΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Γιατί αμφισβητούν όχι την συνέπεια, αλλά την πολιτική τους ικανότητα να πραγματοποιήσουν τις θεσμικές ανατροπές που απαιτούνται για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός. Δεν αμφισβητούν τον στόχο. Αμφισβητούν το πολιτικό υποκείμενο που προβάλλεται από την αριστερά για να πετύχει αυτόν τον στόχο.

 

… ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ανάγκη συζήτησης και ζύμωσης για την γέννηση ενός  επαναστατικού προγράμματος συνεχίζει να υφίσταται και γίνεται όλο και περισσότερο επιτακτική όσο ο καπιταλισμός  οδηγεί τις κοινωνίες σε ολοκληρωτισμό και φασιστικοποίηση. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια Μαρξιστική οργάνωση καλείται να διαμορφώσει την τακτική της είναι : α) Η πολιτική πλατφόρμα που στις σημερινές συνθήκες πολιτικοποιεί τα συνδικαλιστικά αιτήματα των εργαζομένων β) Το οργανωτικό σχήμα μέσα στο οποίο θα μπορεί να εκφραστεί η συλλογική πολιτική βούληση των εργαζομένων γ) Η ανάγκη μέσα από αυτή τη διαδικασία να προετοιμάζεται το πολιτικό υποκείμενο που θα ανατρέψει το αστικό κράτος δ) Η ανάγκη μέσα από την διαδικασία αυτή να δημιουργείται το πρόπλασμα των θεσμών του εργατικού κράτους που θα ξεκινήσει τον μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων.  Η πορεία διαμόρφωσης και συγκρότησης ενός επαναστατικού προγράμματος θα αναδείξει και θα συγκροτήσει και την πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης. 

Σήμερα οι εργαζόμενοι στην πλειονότητα τους έχουν συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους έχει ξεπεράσει προ πολλού τις δυνατότητες του συνδικαλιστικού κινήματος. Δεκάδες κλαδικές απεργίες πολυήμερες που κατέληξαν χωρίς κανένα αποτέλεσμα, δίδαξαν πως η αντιμετώπιση της επίθεσης ενάντια στα εργασιακά δικαιώματα είναι υπόθεση που ανάγεται πλέον σε πολιτικό επίπεδο. Η πλειονότητα των εργαζομένων απέχει τις περισσότερες φορές από κινητοποιήσεις που εξαγγέλλουν οι συνδικαλιστικές ομοσπονδίες και με κάθε τρόπο εκδηλώνει την απογοήτευση της για την αναποτελεσματικότητα των κινητοποιήσεων αυτών. Συνειδητοποιεί  ολοένα και περισσότερο ότι απαιτείται μια αποφασιστική πολιτική παρέμβαση που να εμποδίσει την εφαρμογή των πολιτικών που εκπονούνται στα όργανα της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. Ταυτόχρονα όμως οι εργαζόμενοι έχουν στείλει με πολλούς τρόπους στην Αριστερά το μήνυμα τους, ότι αμφισβητούν την δική της πρόταση.

Γιατί διαισθάνονται ότι το επίπεδο των πολιτικών πράξεων που απαιτούνται για την ανατροπή των αντιλαϊκών αυτών πολιτικών, ξεπερνά και τις δυνατότητες ενός Αριστερού ριζοσπαστικού σχηματισμού ακόμα και αν υποστηριζόταν από ένα ισχυρό διεκδικητικό κίνημα. Πολύ περισσότερο αμφισβητούν την δυνατότητα της ανατροπής  μέσα από εκλογική ισχυροποίηση μιας  μαχόμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το μήνυμα των εργαζομένων προς την Αριστερά είναι σαφές: Δείξτε μου τον τρόπο να παράγω εργατική πολιτική και να την εφαρμόσω και όχι τον τρόπο που θα ενισχύσω μια Αριστερά που θα το κάνει για λογαριασμό μου. Πιο πρακτικά ακόμα: Δείξτε μου πώς να ανατρέψω την Ευρωζωνική εποπτεία και να ακυρώσω τη πολιτική του 3,5% πρωτογενούς  πλεονάσματος και όχι πώς να ενισχύσω μια μαχόμενη Αριστερά για να το πραγματοποιήσει.

Όλα τα παραπάνω συναινούν στο ότι ο  άμεσος πολιτικός στόχος της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων  δεν μπορεί να είναι άλλος από την διακήρυξη ενός πολιτικού πλαισίου στο οποίο θα δηλώνεται στην πολιτική σκηνή η συλλογική βούληση τους να αναχθούν  σε πολιτική προτεραιότητα οι ανάγκες της εργασίας απέναντι στις πολιτικές Ευρωζώνης και Ε.Ε.

Για να γίνει αυτό θα πρέπει να οργανωθούν συλλογικές διαδικασίες με τη συμμετοχή εργαζομένων χωρίς αποκλεισμούς ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους η μη σε οργανωμένα σχήματα (εκτός φυσικά των φασιστικών). Τόσο οι οργανώσεις όσο και κάθε εργαζόμενος ξεχωριστά θα έχουν δυνατότητα μέσα στις συλλογικές αυτές διαδικασίες  να προτείνουν τα πολιτικά τους σχέδια και να γίνει συζήτηση και ζύμωση. Το τελικό όμως σχέδιο θα προκύπτει με δημοκρατική απόφαση της συλλογικής αυτής διαδικασίας. Οι συλλογικές διαδικασίες αυτές θα ξεκινούν αρχικά σε τοπικό η σε επαγγελματικό επίπεδο. Η στόχος όμως θα είναι μέσα από τους αγώνες για την αντιμετώπιση της επίθεσης του κεφαλαίου στα δικαιώματα της εργασίας, να διευρύνονται να περνούν σε ανώτερο επίπεδο Νομαρχιών η Περιοχών μέχρι να μπορέσουν να φτάσουν σε μια πανελλαδική διαδικασία που θα καταλήξει σε μια διακήρυξη πολιτικών στόχων και αγωνιστικής διεκδίκησης τους.

Στην διαδικασία αυτή θα υπάρχει η δυνατότητα να ενταχθούν  είτε ανεξάρτητοι συνδικαλιστές, είτε ολόκληρα σωματεία είτε ολόκληρες ομοσπονδίες στο βαθμό που θα το αποφασίσουν.  Όμως αυτό δεν θα πρέπει να αλλοιώνει τον πολιτικό χαρακτήρα συγκρότησης αυτού του νέου μετώπου. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να υπερβαίνει το συνδικαλιστικό κίνημα στο ότι θα αποτελεί μια προσπάθεια του εργαζόμενου λαού να δημιουργήσει ένα χώρο μέσα στον οποίο  θα εκφράζεται η συλλογική πολιτική του βούληση να παράγει ο ίδιος την πολιτική των εργασιακών προτεραιοτήτων του, και να αποφασίσει ο ίδιος την πολιτική πρακτική που θα ακολουθήσει. Σε ένα τέτοιο χώρο δημιουργούνται προνομιακές συνθήκες για να μπορέσουν οι μαρξιστικές ομάδες η οργανώσεις να προτείνουν πολιτικά σχέδια και αγωνιστικά προγράμματα. Μέσα σε τέτοιες διαδικασίες θα μπορέσουν να συζητήσουν με ευρύτερες μάζες εργαζομένων υπερνικώντας τη διαμεσολάβηση των αστικών θεσμών και των ΜΜΕ. Η παρέμβαση τους θα πάψει να έχει χαρακτήρα ακτιβισμού η εκλογικής διαδικασίας, αλλά θα έχει χαρακτήρα αποτίμησης της εμπειρίας από μια αγωνιστική προσπάθεια και χάραξη πρότασης γραμμής για το επόμενο βήμα. Η συνεργασία ενός η περισσοτέρων ομάδων η οργανώσεων για την υποστήριξη μιας κοινής πρότασης θα μπαίνει σε διαφορετική βάση και δεν θα προϋποθέτει συγκρότηση κάποιου αριστερού σχήματος, αλλά θα μπορεί να γίνεται ανά πάσα στιγμή διαπιστώνεται μια συμφωνία.

Εκείνο που θα εκτιμά πλέον μια μαρξιστική οργάνωση δεν είναι αν υπήρξε κάποια μικρότερη η μεγαλύτερη μετατόπιση λαϊκών μαζών προς κάποιες ασαφώς αριστερές θέσεις η προς κάποιους αριστερούς εκλογικούς σχηματισμούς. Το στοιχείο που θα αποτιμάται θα είναι ο βαθμός και το επίπεδο αγωνιστικής συμμετοχής στην  μετωπική αυτή διαδικασία, το επίπεδο πολιτικής παρέμβασης αυτού του μετώπου, την ικανότητα του να εμποδίζει αντιλαϊκές πολιτικές, μέχρι και το κατά πόσο η πολιτική του δράση προκαλεί προβλήματα στη διακυβέρνηση του Αστικού συστήματος.  

Η τακτική αυτή μπορεί να αποδειχτεί και  διαλεκτικά δεμένη με μια απάντηση και σε ερωτήματα στρατηγικής. Το πολιτικό δυνάμωμα και η οργανωτική συγκρότηση αυτού του μετώπου μπορεί να αποτελέσει το πρόπλασμα του πολιτικού υποκειμένου που τελικά θα φτάσει να αμφισβητήσει την αστική εξουσία και να ανατρέψει το αστικό κράτος. Η διαμόρφωση στο εσωτερικό του οργάνων που θα έχουν εξειδικευμένη δράση (πχ για ζητήματα παιδείας, υγείας, η περιφρούρησης των διαδικασιών του μετώπου) ίσως να εξελιχθούν σε πρόπλασμα οργάνων ενός εργατικού κράτους.  

Η ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική συγκρότηση της επαναστατικής πρωτοπορίας είναι διαλεκτικά δεμένη με την δράση πρωτοπόρων μαρξιστικών ομάδων πάνω σ αυτό το τακτικό πολιτικό στόχο. Την πολιτική και οργανωτική έκφραση της συλλογικής βούλησης  της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων να παράγουν οι ίδιοι και να διεκδικήσουν την πολιτική που θα βάζει σε προτεραιότητα τις ανάγκες της εργασίας απέναντι  στην πολιτική  Ε.Ε και Ευρωζώνης. Το κτίσιμο ενός Μετώπου με ταξική κοινωνική σύνθεση αλλά με καθαρό πολιτικό προσανατολισμό και στόχο. Ενός ταξικού  πολιτικού Μετώπου, μέσα στο οποίο θα λειτουργεί η πρωτοπορία και όχι γύρω από την  πρωτοπορία.

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.