Η αξεπέραστη κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ανάγκη υπέρβασής της, του Παναγιώτη Καλαβάνου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019 10:52 Συντάκτης:

 

Το τοπίο μετά τις εθνικές εκλογές σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο χαρακτηρίζεται από έναν αρνητικό διαμορφωμένο συσχετισμό δύναμης υπέρ του κεφαλαίου και της αντίδρασης και σε βάρος των δυνάμεων της Αριστεράς, του κινήματος και της εργασίας.

Το μούδιασμα των πρώτων μηνών δίνει σιγά – σιγά τη θέση του στο αυθόρμητο και πηγαίο αλλά ταυτόχρονα βαθύ και ουσιαστικό ερώτημα του αν υπάρχει άλλος δρόμος, μετά την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ και με την νεοσύστατη αυτοδύναμη και ακραία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση ΝΔ.

Ειδικά για τις δυνάμεις της Αριστεράς και πόσο μάλλον της αντικαπιταλιστικής, ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αναφοράς, το ερώτημα αυτό τίθεται με αναβαθμισμένους όρους και οι εύκολες απαντήσεις – όποιες και αν είναι αυτές κι από όπου και αν προέρχονται – απλώς δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο το ήδη δύσβατο τοπίο.

Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης το κεφάλαιο δείχνει με ασθενικό αλλά υπαρκτό τρόπο να βγαίνει σχετικά ενισχυμένο από αυτήν, έχοντας επιτύχει τον βασικό του στόχο: Την μετακύληση του κόστους της κρίσης στην εργατική τάξη και τα λαϊκά και σύμμαχα στρώματά της. Στην Ελλάδα αυτό εκφράστηκε μέσα από το πέρασμα σειράς μνημονιακών νόμων που τσάκισαν εργατικά δικαιώματα, λαϊκές ελευθερίες και κατακτήσεις και ευθύνονται για τη ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας, την ανεργία, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας. Εφόσον όμως υπάρχει νικητής στην δεκαετία αυτή και στον κύκλο που κλείνει δίνοντας τη σκυτάλη στον επόμενο, δεν μπορεί παρά να υπάρχει και ηττημένος έστω και οριακά.

Με άλλα λόγια θα ήταν ατόπημα αν παραβλέπαμε την υποχώρηση των δυνάμεων της Αριστεράς και του κινήματος εντός αυτής της εξαιρετικά  ενδιαφέρουσας και πολυποίκιλης δεκαετίας. Κάτι που όμως συχνά επιλέγεται ως μεθοδολογία στις εκτιμήσεις και αναλύσεις της αντικαπιταλιστικής, ριζοσπαστικής Αριστεράς, προκειμένου να αποφευχθεί το μείζον ζήτημα της αυτοκριτικής και βάσει και ως συνέπεια αυτής μιας αναγκαίας  αλλαγής τακτικής.

Αυτό επί της ουσίας είναι συχνά και ο κύριος άξονας της συζήτησης εντός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, βάσει του οποίου προωθείται η επιλεκτική ανάδειξη των κακώς κειμένων εντός του μετώπου με σαφή στόχευση στην αυτοεπιβεβαίωση της μίας ή της άλλης γραμμής.

Άλλωστε η συνεδρίαση και οι αποφάσεις του τελευταίου Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου (ΠΣΟ) της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρέχουν τα εξής συμπεράσματα:

Πρώτο, την άρνηση για μια άμεση Συνδιάσκεψη και την τοποθέτησή της κάπου στην Άνοιξη του 2020, ενώ οι πολιτικές και εκλογικές ήττες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επέβαλαν μια ριζική επανεξέταση και αλλαγή της πολιτικής γραμμής της προηγούμενης, 4ης Συνδιάσκεψης, η οποία οδήγησε στις ήττες, στην ουσιαστική διάσπαση του μετώπου και στη βαθιά κρίση του. Στην παραπομπή της Συνδιάσκεψης στις ελληνικές καλένδες συμφώνησε η πλειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με αντίρρηση μόνον εκ μέρους της Πρωτοβουλίας – ΟΚΔΕ, η οποία όμως ψήφισε την τελική απόφαση.

Δεύτερο, την επιβεβαίωση της διάσπασης ανάμεσα στο ΝΑΡ και το ΣΕΚ και τους μεταβαλλόμενους συμμάχους τους. Στην συνεδρίαση του ΠΣΟ εμφανίστηκαν δύο διαφορετικά σχέδια με σημαντικές διαφορές (στάση απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και τη ΓΣΕΕ, κυρίως), χωρίς όμως να αμφισβητείται και στις δύο περιπτώσεις, η ριζικά λαθεμένη κατεύθυνση της προηγούμενης Συνδιάσκεψης. Ο συνδυασμός της παραπομπής της Συνδιάσκεψης στις ελληνικές καλένδες και της κατάθεσης δυο αντιτιθέμενων σχεδίων, αποδεικνύει ότι οι δυο κύριες δυνάμεις (ΝΑΡ και ΣΕΚ) έχουν αποφασίσει να μη συζητήσουν καν τα μεγάλα προγραμματικά ζητήματα και να «λύσουν» τις διαφορές τους έξω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και με άλλα μέσα.

Τρίτο, τα δυο παραπάνω είναι η απόδειξη ότι στην ουσία μέτωπο δεν υπάρχει. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δυστυχώς, έχει μετατραπεί σε σκιά του εαυτού της, σε φανέλα ευκαιρίας για τους δυο κύριους ανταγωνιστές που συναντιούνται σε μια διαχείριση των καθημερινών προβλημάτων. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι το ΝΑΡ προωθεί κατεύθυνση για το «κομουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα» έξω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και για έναν «αντικαπιταλιστικό πόλο» σε πορεία σύγκρουσης με το ΣΕΚ, ενώ το τελευταίο, όπως πάντα, συνεχίζει να παίρνει «πρωτοβουλίες» μόνο του και μετά να ζητά από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να τις στηρίξει.

Τέταρτο, όλα αυτά μαζί, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια, σε έναν περαιτέρω εκφυλισμό της προγραμματικής και πολιτικής αντιπαράθεσης στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που ενέχει κινδύνους εξευτελισμού της, με επίδικο το ποιος θα κρατήσει το «όνομα». Για όλους αυτούς τους λόγους, η ΜΕΤΑΒΑΣΗ απείχε από τις ψηφοφορίες. Είναι φανερό, ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί πλέον να αλλάξει τον εαυτό της και να συνεισφέρει στη δύσκολη και υπεραναγκαία προγραμματική, πολιτική και κινηματική ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής, αντικαπιταλιστικής και αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς. Η υπόθεση αυτή απαιτεί νέους δρόμους, νέα μέσα και μορφές.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Για πολλούς, το βασικό πρόβλημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι ότι δεν έχει ακόμα πάρει σαφείς αποστάσεις τόσο από  τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τμήματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς που προέκυψαν ως αριστερή του διάσπαση, αυτών δηλαδή που βλέποντας την άνευ επιστροφής πορεία μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε αστικό μνημονιακό κόμμα, επέλεξαν τον δρόμο της αποχώρησης. Παράλληλα, η μη επαρκής εμβάθυνση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος του μετώπου σε συνδυασμό με την έλλειψη στρατηγικής αναζήτησης και προοπτικής εκ μέρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την κατέστησαν ελλιποβαρή στις απαιτήσεις της περιόδου.

Είναι γνωστό ότι στην Αριστερά, και απ’ αυτό δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κυριαρχεί το δίπολο σεχταρισμού και ρεφορμισμού. Χαρακτηριστική δε, η αδυναμία και των δύο ρευμάτων να ριχτούν στη μάχη στην προσπάθεια μαζικής συγκέντρωσης δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα, με στόχο την ανασυγκρότηση του μαζικού κινήματος, του πολιτικού αντικαπιταλιστικού μετώπου και της κομμουνιστικής στρατηγικής πρωτοπορίας. Αυτή ήταν και η κομβική αιχμή της Μετάβασης από τη συγκρότησή της τον Φεβρουάριο του 2018 και το βασικό εργαλείο παρέμβασής της εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέτυχε να εκτιμήσει σωστά τα νέα καθήκοντα που τέθηκαν για την Αριστερά και τις δυνάμεις του κινήματος λόγω της διάσπασης της αστικής πολιτικής, την οποία έγκαιρα είχαμε εκτιμήσει ως ποιοτική τομή των ημερών μας για να βρεθούμε άλλη μια φορά υπόλογοι ως ρεφορμιστές. Έτσι στην ανάδυση ενός σύγχρονου εθνικιστικού – νεοσυντηρητικού ρεύματος που όρισε ατζέντα μηνών στην ελληνική πραγματικότητα τον προηγούμενο χειμώνα γύρω από το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανιζόταν είτε ανίκανη να διακρίνει τα ρεύματα αυτά από τον ΣΥΡΙΖΑ (ΝΑΡ) είτε υποκλινόμενη σε αυτόν στο πλαίσιο κοινής αντιφασιστικής – αντιεθνικιστικής δράσης (ΣΕΚ). Αποτέλεσμα και των δύο εκδοχών της εμφάνισης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν η ανεπάρκεια και η αναξιοπιστία με συνέπεια την πολιτική και κοινωνική απομόνωσή της.

Οι πολιτικές και προγραμματικές ανεπάρκειες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανίστηκαν με έντονο τρόπο και στην αντιιμπεριαλιστική πάλη, όταν οι βασικές συνιστώσες του μετώπου μας ΝΑΡ και ΣΕΚ, δεν έλαβαν την παραμικρή πρωτοβουλία για το ζήτημα του πολέμου ενώ δεν ενεπλάκησαν ούτε στον ΠΑΚΣ που συγκροτήθηκε, εμπλέκοντας στις διεργασίες και στις κινηματικές προσπάθειες σειρά οργανώσεων και ανένταχτων αγωνιστών από όλο το φάσμα της μαχόμενης Αριστεράς. Άρα ίσως τελικά να χρήζει περισσότερο αυτοκριτικής και λιγότερο κριτικής από τους συντρόφους του ΝΑΡ η δυσκολία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να παρέμβει σε κρίσιμα μέτωπα πάλης.

Άλλωστε, είναι γνωστό ότι στις μετωπικές συγκροτήσεις οποιαδήποτε δυσκολία μαζικής και αποτελεσματικής παρέμβασης σε μια σειρά ζητημάτων, εύκολα (και συνήθως σωστά) εξηγείται ή δικαιολογείται λόγω της έλλειψης ενιαίας θέσης για τα ζητήματα αυτά από το σύνολο των δυνάμεων που απαρτίζουν το μέτωπο. Κι αυτό σχεδόν πάντα συνοδεύεται από το ζήτημα της μη προγραμματικής εμβάθυνσης της πολιτικής γραμμής και πρότασης. Τίθεται όμως αντικειμενικά το ερώτημα για το ποιοι ευθύνονται ή έστω ποιοι επένδυσαν στη χαλαρότητα ενοποίησης (σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα) της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Δεν χρειάζεται να μακρηγορήσει κανείς, αρκεί να ανατρέξει στην τέταρτη συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τον Απρίλιο του 2018 όταν το ΝΑΡ που κατηγορεί το ΣΕΚ – και αντίστροφα – για τη στάση του στο εργατικό κίνημα, τους Τσακαλώτους και τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιφασιστική πάλη, ψήφισαν από κοινού θέσεις με πλειοψηφία 90% και μόνους «αιρετικούς» το 10% της Μετάβασης.

Εντός μάλιστα αυτής της πλειοψηφίας σχηματίστηκε και εσωτερική πλειοψηφία του ΝΑΡ με την ΑΡΙΣ, με την οποία βρίσκονταν σε διεργασίες για τη συγκρότηση «Κομμουνιστικού Φορέα». Διεργασίες και σχέδια που ναυάγησαν με τον χειρότερο μάλιστα τρόπο, κατάληξη για την οποία φυσικά δεν υπάρχει η παραμικρή αυτοκριτική από κανέναν. Ιδιαίτερη αξία σε όλη αυτήν την ανασκόπηση, έχει το γεγονός ότι από ιστορικά και σημαίνοντα στελέχη του η συνδιάσκεψη αυτή χαρακτηριζόταν ως η πιο επιτυχημένη …«ever». Άλλωστε πρόκειται για συνδιάσκεψη- αρνητική τομή στην δεκαετή παρουσία του μετώπου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπου το ΝΑΡ υιοθετώντας τις θέσεις ΣΕΚ και ΑΡΙΣ προσχώρησε στη λογική των πλατφορμών, μέσω των οποίων η ΑΝΤΑΡΣΥΑ από εγχείρημα για ένα δημοκρατικό μέτωπο μελών και οργανώσεων μετατράπηκε σε μια γραφειοκρατική σύμπραξη κορυφών με ένα αέναο κυνήγι κυριαρχίας (και όχι ηγεμονίας) ανάμεσα στις πλειοψηφούσες οργανώσεις.

Παράλληλα, οι πολιτικές κατευθύνσεις της συνδιάσκεψης αυτής, μετέτρεψαν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ από το πιο ελπιδοφόρο μετωπικό εγχείρημα της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που αναζητούσε ένα πλατύ αντικαπιταλιστικό μέτωπο σε ένα εγχείρημα που προωθούσε ένα μέτωπο με προαιπαιτούμενη την επαναστατική συμφωνία, με την επανάσταση να διαδραματίζει καίριο ρόλο σε επίπεδο τακτικής, καθορίζοντας πρόγραμμα, αιτήματα, ιεραρχήσεις και πολιτικές και κινηματικές συνεργασίες. Τα πολιτικά και προγραμματικά αυτά ζητήματα, σε συνδυασμό με την αδυναμία χάραξης κοινής γραμμής σε μια σειρά θεμάτων και την πλήρη απουσία συντροφικού πολιτισμού έφεραν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε κατάσταση σήψης και απομόνωσης.

Προχωρώντας στα του οίκου μας, η βασική κριτική που γίνεται σε εμάς ως Μετάβαση αφορά μια υποτίθεται εμμονική και άνευ ετέρου στάση μας να είμαστε μαζί ή έστω κοντά με τη ΛΑΕ. Εδώ πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι, υπάρχει σοβαρότατο ζήτημα πολιτική αντίληψης, αν η μετωπική πολιτική που σταχυολογεί και προτείνει η Μετάβαση μεταφράζεται ως ένα διαρκές κυνήγι της ΛΑΕ και της συμπόρευσης μαζί της. Είναι πραγματικό πισωγύρισμα για τις αναλύσεις, τις επεξεργασίες και της κατακτήσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς το να απλοποιείται τόσο το κομβικότερο ζήτημα των ημερών μας, που δεν είναι άλλο από την ανάγκη συγκέντρωσης δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα.

Ως Μετάβαση με συνέπεια και αρχές προτείναμε σε όλη την προηγούμενη περίοδο την ανάγκη μετωπικής πολιτικής με απεύθυνση σε όλη τη μαχόμενη Αριστερά με ένα πρόγραμμα ικανό να απαντά στο ζήτημα της ουσιαστικής βελτίωσης της ζωής της εργατικής τάξης, του λαού και της νεολαίας, με βαθιά πίστη ότι οι αγώνες στο σήμερα μπορούν να νικήσουν χωρίς να απαιτείται η επανάσταση αλλά για να προωθηθεί. Η μετωπική μας λογική δομημένη πάνω στις αλλαγές που συντελούνται σε οικονομικό, κοινωνικοπολιτικό και γεωπολιτικό επίπεδο, στη σύγχρονη εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα και την νεολαία και ποτέ άνευ αρχών, όπως συχνά κατηγορηθήκαμε ως καιροσκόποι και τυχοδιώκτες. Την ίδια κατεύθυνση υπηρετήσαμε και μπροστά στις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις Μαΐου και Ιουλίου, μακριά από τις λογικές τόσο του ελάχιστου κοινού παρονομαστή όσο και του μέγιστου κοινού διαιρέτη, δηλαδή του ρεφορμισμού και του σεχταρισμού. Σημαντικό άλλωστε στοιχείο ότι η μετωπική πολιτική ήταν η πυξίδα μας σε όλα και την υπηρετήσαμε με συνέπεια οπουδήποτε παρεμβαίνουμε, και όχι αλά καρτ όπως συνέβη με το ΝΑΡ και ορισμένα δημοτικά σχήματα, στα οποία δεν είχε πρόβλημα συνύπαρξης με τη ΛΑΕ (και πολύ καλά έκανε), ενώ αλλού δεν έμπαινε καν σε τέτοιου είδους συζητήσεις,

Καμιά φορά οι αριθμοί λένε την αλήθεια, ειδικά όταν έρχονται να αποτυπώσουν πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς εντός της ταξικής πάλης. Τα δεδομένα για την ελληνική Αριστερά και την ελληνική κοινωνία μετά από δέκα χρόνια κρίσης, είναι χειρότερα απ’ ότι όταν εισήλθαμε στον ιστορικό αυτό κύκλο το 2008. Θα ήταν αφελής αν όχι επικίνδυνη οποιαδήποτε εκτίμηση παραβλέπει ότι η συνταρακτική πτώση των εκλογικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ από το πραξικόπημα του δημοψηφίσματος και έπειτα όχι μόνο δεν έδωσε τίποτα στην πραγματική (ρεφορμιστική και επαναστατική) Αριστερά, αλλά αντίθετα οδήγησε το σύνολό της σε εκλογική συρρίκνωση και πολιτική και κοινωνική αποδυνάμωση.

Η εκδοχή ότι αντέξαμε παρά την πίεση ή ότι οι εν εξελίξει αγώνες (καρπός της ίδιας της ταξικής πάλης) δείχνουν ότι ο αντίπαλος δεν νικά, όχι μόνο δεν βοηθούν αλλά αντίθετα δυσχεραίνουν το ούτως ή άλλως δύσκολο έργο κατανόησης και αλλαγής της πραγματικότητας. Για εμάς το κρίσιμο ζήτημα σήμερα είναι η δυνατότητα χάραξης νικηφόρας προοπτικής και άσκησης ταξικής εργατολαϊκής πολιτικής σε καιρούς ήττας και υποχώρησης και για την αλλαγή των συσχετισμών. Με πίστη στη δυνατότητα ύπαρξης κατακτήσεων και νικών εκ μέρους του εργατικού κι ευρύτερα λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος.

Αναγκαία στοιχεία σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η αποδοχή μεταβατικού προγράμματος και η μετωπική διάθεση και πολιτική. Για ένα ταξικά ανασυγκροτημένο και ανεξάρτητο εργατικό κίνημα απέναντι στον εργασιακό μεσαίωνα που θέλουν να επιβάλουν και είναι προ το πυλών με το Πολυνομοσχέδιο που αναμένεται να ψηφιστεί. Έξω από τον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό αλλά και την κομματική αποτύπωση και μικροϊδιοκτησιακή  λογική, γι’ αυτό και ενισχύουμε με τις όποιες δυνάμεις μας την Πανελλαδική Ανεξάρτητη Ταξική Εργατική Κίνηση και δεν την υπονομεύουμε. Για μια πραγματική κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς και του κινήματος με πολιτική συμφωνία, ειδάλλως θα είναι απλό ευχολόγιο ικανής να παίξει τον κρίσιμο ρόλο μιας μαχητικής, ενωτικής εργατολαϊκής αντιπολίτευσης με την νεολαία βασικό κρίκο της απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ και κόντρα σε λογικές αντινεοφιλελεύθερων μετώπων και στην προοπτική συγκρότησης μιας αριστερής ανατρεπτικής συμμαχίας.

Για μια σύγχρονη κομμουνιστική προοπτική απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα και τη δομική του κρίση που επανέρχεται, τον πόλεμο και την φυσική και οικολογική καταστροφή. Στην κατεύθυνση αυτές απαιτούνται γενναίες υπερβάσεις, στη βάση συνθέσεων αλλά όχι συγκολλήσεων, με το βλέμμα στο μέλλον αλλά χωρίς απόρριψη του παρελθόντος.

Οι υπάρχοντες σχηματισμοί της Αριστεράς όχι μόνο δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτές τις απαιτήσεις αλλά δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται και τη σημασία τους. Γι’ αυτό και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ συζητείται η διαχείριση της κατάστασής της και όχι η στρατηγική ανασυγκρότηση και η δική της υπέρβαση, ενώ η ίδια είναι εμφανές ότι έχει κλείσει τον ιστορικό της κύκλο.

Στελέχη του ΝΑΡ, για να πείσουν τη βάση τους να παραμείνει στην ίδια κατάσταση και λαθεμένη κατεύθυνση, εμφανίζουν το δικό τους αδιέξοδο δρόμο ως μονόδρομο και την προοπτική υπέρβασης που αναζητά η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ως «άλμα στο κενό». Δεν βλέπουν ή δεν θέλουν να δουν ότι  νότες αισιοδοξίας και υπέρβασης δείχνει η πολιτική και κοινωνική κινητικότητα των τελευταίων μηνών, με υπό διαμόρφωση συγκροτήσεις όπως αυτή του Κομμουνιστικού Συντονισμού να δείχνουν ότι αντιλαμβάνονται τις απαιτήσεις της εποχής. Το αν θα το καταφέρουν, μένει να αποδειχθεί όχι εκ του ασφαλούς αλλά συμβάλλοντας προς αυτήν την κατεύθυνση.

Παναγιώτης Καλαβάνος είναι Μέλος της Μετάβασης και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.