Απλά ένας «καταδότης» ή πολιτικό ακροδεξιό ρεύμα; του Βασίλη Σιώκου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2020 15:09 Συντάκτης: Βασίλη Σιώκου

 

Kαι ξαφνικά (;) το διαδίκτυο γέμισε με φωτογραφίες του Αρτέμη Μάτσα και του Δήμου Σταρένιου. Διάφορα ευφυολογήματα συνέδεαν τις δύο χαρακτηριστικές φιγούρες «προδοτών» του Ελληνικού κινηματογράφου με την έντονη δραστηριότητα του κ. Μπογδάνου, του βουλευτή της νέας Δημοκρατίας που τις τελευταίες μέρες τραβά τα φώτα της δημοσιότητας με ακραίες δηλώσεις και συμπεριφορές και έντονη «καταδοτική»  δραστηριότητα. Η σύνδεση αυτή είναι άδικη ηθικά για τους δύο εξαίρετους ηθοποιούς, τους δύο ΕΑΜίτες και συνεπείς αριστερούς ανθρώπους της τέχνης που γνώρισαν στο πετσί τους τέτοιες συμπεριφορές από το μετεμφυλιακό κράτος. Δεν είναι και πολιτικά ακριβής, δεν έχουμε να κάνουμε με έναν φτωχοδιάβολο καταδότη. Ο Μπογδάνος εκφράζει ένα πολιτικό ρεύμα που αναπτύσσεται στον χώρο της δεξιάς, με βαθιά ταξικά και πολιτικά χαρακτηριστικά και διεθνή πρότυπα κι αναφορές.

Θα ήταν λάθος  λοιπόν να  απομονωθεί η συμπεριφορά ενός ακροδεξιού βουλευτή ή να θεωρείται «γραφικός φασίστας βιβλιοπώλης» ο Γεωργιάδης. Ο Μπογδάνος κι ο Γεωργιάδης είναι σε διατεταγμένη υπηρεσία η οποία συνάδει απόλυτα με τη γενικότερη μετάλλαξη που συντελείται στη Δεξιά: η παλιά «φιλελεύθερη» καραμανλική παράταξη μετατρέπεται σε ένα κόμμα που διατηρεί τα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά αλλά με ολοένα και πιο ακροδεξιά φυσιογνωμία. Ουσιαστικά έχει επηρεαστεί βαθιά από το ιδεολογικό, πολιτικό ρεύμα που συνηθίζεται να αποκαλούμε «τραμπισμό», την προσπάθεια δηλαδή των πιο επιθετικών κύκλων του κεφαλαίου να απαντήσουν στην κρίση με φυγή προς τα μπρος. Φυγή που έχει ως αναπόσπαστο στοιχείο την, ουσιαστική, κατάλυση βασικών πλευρών της αστικής δημοκρατίας, έκφραση στο εποικοδόμημα των αλλαγών στην παραγωγή με την κατάργηση κάθε εργασιακού και συνδικαλιστικού δικαιώματος.

Η επιδίωξη αυτή εκφράζεται καθημερινά στην πολιτική της κυβέρνησης. Τα βασικά νομοθετήματα της κυβέρνησης αφορούν την πλήρη παράδοση στο κεφάλαιο. Ακόμα και νομοθετήματα που συνδέονταν με την «Πανδημία» είχαν στον πυρήνα τους την ενίσχυση επιχειρηματιών. Αυτά σε συνδυασμό με απαγόρευση των διαδηλώσεων και περιορισμό των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται με ακραία καταστολή, το «πρόσωπο» της κυβέρνησης είναι ο Χρυσοχοΐδης. Η Αθήνα, πρωτίστως, είναι μια αστυνομοκροτούμενη πόλη με τις εποχούμενες ή πεζές μονάδες Κατοχής ανεξέλεγκτες να δέρνουν, να συλλαμβάνουν, να κατασκευάζουν «τρομοκράτες».  Φυσικά, η ολομέτωπη επίθεση είναι θωρακισμένη επικοινωνιακά. Τα ΜΜΕ, ιδιοκτησία των πιο σκληρών, ζοφερών και αποκρουστικών εκπροσώπων του κεφαλαίου ταΐστηκαν με τα εκατομμύρια του Πέτσα. Όχι φυσικά για να κάνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που έκαναν αλλά ακριβώς σαν ανταμοιβή για αυτό.

 Βασικό στοιχείο της «φιλελεύθερης» δεξιάς ήταν το γεγονός πως φρόντιζε να «κρύβει» τον αντιδραστικό, ταξικό εαυτό της και τα στελέχη που εκφράζαν την ακροδεξιά της  μήτρα. Τα εμφάνιζε σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όταν ένοιωθε έντονη την απειλή του λαϊκού παράγοντα. Αυτό της επέτρεπε να είναι στο «δημοκρατικό τόξο», άφηνε όμως μεγάλα περιθώρια ιδεολογικής και πολιτικής δράσης στην αριστερά. Ο σύγχρονος «τραμπισμός» δεν βλέπει κανένα λόγο να κρύβεται. Σωστά αντιλαμβάνεται πως στην αστική δημοκρατία το λαϊκό κίνημα και η αριστερά έχουν εγγράψει σημαντικές κατακτήσεις. Στον ταξικό παροξυσμό τους αυτές τις κατακτήσεις τις αντιμετωπίζουν ως «βαρίδι» που πρέπει να εξαλειφθεί ακόμα κι αν αυτό, στην πραγματικότητα, σημαίνει ουσιαστική κατάργησή της. Σε αυτό το πλαίσιο ακολουθεί επιθετική ιδεολογική και κοινωνική γραμμή, απόψεις και πρακτικές που συνάδουν με φασιστικά πρότυπα και φάνταζαν αδιανόητα στο «αστικό πλαίσιο» έρχονται στην επιφάνεια. Διαφημίζονται μάλιστα ως «σπάσιμο της ιδεολογικής κυριαρχίας της αριστεράς», έννοια που την ταυτίζουν με τις στοιχειώδεις αξίες και δικαιώματα της αστικής δημοκρατίας. Το βαρίδι που προαναφέραμε…

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετήσουμε τον Μπογδάνο και όλους τους όμοιους του. Δεν είναι τυχαίο πως τα πρωτοκλασάτα στελέχη της ΝΔ, κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός υιοθετούν τη ρητορική του. Δεν είναι φυσικά τυχαίο πως οι βασικοί επικοινωνιακοί πυλώνες αλλά και οι «έγκυροι» αναλυτές και διανοούμενοι (…) έχουν πετάξει τα  προσωπεία της σοβαρότητας και ακολουθούν την ίδια γραμμή. Δεν είναι τυχαία η συνύπαρξη στην πλατεία Βικτωρίας με τη «σοβαρή ΧΑ» του Κασιδιάρη που προοικονομούνταν καιρό τώρα. Άλλωστε, οι επιχειρηματικοί κολοσσοί που στήριζαν επικοινωνιακά, και όχι μόνο, τη Χρυσή Αυγή είναι σήμερα τα βασικά στηρίγματα αυτής της μετάλλαξης και τα ΜΜΕ τους οι βασικοί δίαυλοι.

Εδώ πρέπει να εντάξουμε και την πρακτική της επικοινωνιακής και δικαστικής εξόντωσης των αντιπάλων. Αν δούμε το μεγάλο κάδρο, στην πολιτική, στην οικονομία, στον πολιτισμό ακόμα και στο ποδόσφαιρο τα ζητήματα πλέον δεν λύνονται μέσα από θεσμοθετημένες διαδικασίες του συστήματος. Όλα οδηγούνται στα δικαστήρια που αποφασίζουν για όλα. Φυσικά, πάνω από όλα επικρέμεται ο «υπερκοριός» της ΕΥΠ οι πάντες παρακολουθούνται, οι πάντες καταγράφονται και τα στοιχεία, αληθινά ή προϊόντα μοντάζ, χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν και κατά τον συσχετισμό της δύναμης, στοιχείο στο οποίο βαραίνει αποφασιστικά η θέληση της «πρεσβείας».

Ο Μπογδάνος λοιπόν εφαρμόζει την κεντρική γραμμή: στοχοποιεί και απειλεί με εξόντωση κάθε διαφορετική φωνή. Έννοιες όπως ελευθερία του τύπου ή ισηγορία φαντάζουν ξεπερασμένες, οι φορείς τους πρέπει να εξαφανιστούν. Είναι σημειολογικά σημαντική η επίθεση στη δημοσιογράφο του 9.84: Δεν την μήνυσε, απαίτησε ουσιαστικά από τη διεύθυνση του σταθμού την επαγγελματική της εξόντωση.Πάνω από όλα μη λησμονούμε πως δεν έχει την αποκλειστικότητα: πριν τον Μπογδάνο επιχειρηματίες επιδίωξαν κι επιδιώκουν τη δικαστική, κοινωνική και οικονομική εξόντωση αγωνιστών /τριών που αντιστέκονται στα καταστροφικά σχέδιά τους. Από το Ελληνικό ως την Τήνο και από την Ήπειρο ως τον Βόλο η φάμπρικα των μηνύσεων και των αγωγών καλά κρατεί. Όλοι ξέρουν την αιτία που οι δήμοι του Πειραιά έχουν μετατραπεί σε θάλαμο αερίων, κανείς όμως δεν τολμά να αναφερθεί σε ονόματα επιχειρηματία και εταιρείας καθώς ο «τίγρης» της  δικαστικής εξόντωσης παραμονεύει.

Ο Μπογδάνος είναι ο αδίστακτος αμοραλιστής, ο πιονέρος που «βγήκε μπροστά». Η πρακτική του θα γενικευτεί και, δυστυχώς, έχει νομιμοποιηθεί στα μάτια σημαντικής μερίδας της κοινωνίας, ας μην βαυκαλιζόμαστε. Όταν μιλάμε για δεξιά μετατόπιση με στοιχεία εκφασισμού, η αποδοχή τέτοιων πρακτικών είναι το πιο χαρακτηριστικό δείγμα. Σε αυτό φυσικά φέρει τεράστια ευθύνη ο ΣΥΡΙΖΑ. Όχι μόνο γιατί με τη συνολική κυβερνητική πολιτική δυσφήμισε και απαξίωσε την έννοια της αριστεράς αλλά γιατί συνέβαλε ενεργά ώστε να γίνουν κοινωνικά αποδεκτές τέτοιες πρακτικές. Συνέβαλε και ο ίδιος στη δολοφονία χαρακτήρων, κυρίως όσων διαφωνούσαν από αριστερά και, πάνω από όλα νομιμοποίησε τον επίσημο καταδότη, την ΕΥΠ, ως ρυθμιστή της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Νομιμοποίησε τις «συνομιλίες» ως μέσο εξόντωσης, επέτρεψε σε υπουργούς να καταπατούν κάθε έννοια αστικής, φυσικά, δικαιοσύνης, ποιος θα ξεχάσει υπουργούς να τηλεφωνούν σε φυλακισμένους και να διαπραγματεύονται;Οι διαμαρτυρίες του δεν πείθουν, είναι μέρος του προβλήματος.

Η Αριστερά, τόσο στην κοινοβουλευτική (ΚΚΕ) όσο και στην εξωκοινοβουλευτική εκδοχή της, αρχικά υποτίμησε το πρόβλημα, λίγο ασχολήθηκε με τα φαινόμενα που περιγράψαμε παραπάνω.

Στην πρόκληση Μπογδάνου ή, παλιότερα, Τζήμερου χρειάζεται να ξεφύγουμε από το να βλέπουμε απλώς  έναν «ρουφιάνο», έναν «φασίστα» και να αρκούμαστε στην ιντερνετική διαπόμπευση. Να δούμε τον κίνδυνο αλλά και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτόν. Δεν μπορεί, όσο πιο καταθλιπτικός γίνεται ο συσχετισμός δύναμης τόσο περισσότερο να επιλέγεται η φυγή προς … που άραγε; Η απάντηση στην αφαίρεση κατακτήσεων και την καταρράκωση δημοκρατικών δικαιωμάτων δεν είναι απλώς η απαξίωση της «αστικής δημοκρατίας» ή η άκριτη υπεράσπισή της από την ακροδεξιά.

Σήμερα απαιτείται, όσο ποτέ, σε πρώτο επίπεδο η αλληλεγγύη σε κάθε αγωνιστή/τρια ή απλά δημοκράτη που διώκεται. Στους δημοσιογράφους (Κουμάντου, Μπογιόπουλος) που επιχειρείται να φιμωθούν, στους κοινωνικούς αγωνιστές/τριες που στοχοποιούνται (Δαπέργολας, Παπανικολάου, Καλαμπόκας). Στους κοινωνικούς αγωνιστές στον Βόλο, στην Ήπειρο, στην Τήνο, στην Φιλαδέλφεια, στο Κερατσίνι. Στους εργαζόμενους/ες που βιώνουν την εργοδοτική και κρατική αυθαιρεσία στους χώρους δουλειάς. Είναι μια μάχη του μαζικού κινήματος που πρέπει να δημιουργήσει τα δικά του όργανα και δομές για την οργάνωσή της. Το μαζικό κίνημα, φυσικά, θα πρέπει να απαντήσει με τους δικούς του όρους, αναδεικνύοντας τις εργατικές αξίες απέναντι στον χαφιεδισμό και τον κανιβαλισμό. Δεν μπορεί η απάντηση να είναι το «αντριλίκι», δεν μπορεί η απάντηση να είναι οι «δικές μας κασέτες της ΕΥΠ» που θα βγάζουν οι «δικοί μας χαφιέδες» ούτε φυσικά η «κλειδαρότρυπα». 

Ταυτόχρονα, είναι ένα μεγάλο στοίχημα για τις δυνάμεις της Αριστεράς. Τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς το ρεύμα αυτό εκμεταλλεύεται την ήττα και την αδυναμία της Αριστεράς, επιδιώκει να καλύψει το κενό με ψευδεπίγραφα συνθήματα και φυσιογνωμία που απαντούν με φαιό χρώμα στις αγωνίες  της μεγάλης κοινωνικής μάζας των εργαζομένων και των ανέργων. Απαιτείται τώρα μέτωπο δυνάμεων που θα αντιταχθεί στον εκφασισμό, θα δώσει τη μάχη στο ιδεολογικό πεδίο, στην πολιτική καθημερινότητα αλλά και στον δρόμο, στον χώρο δουλειάς στη σχολή. Θα απαντήσει στα μεγάλα, σύγχρονα ερωτήματα κι ανάγκες από τη σκοπιά της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Συγκέντρωση δυνάμεων λοιπόν, ανάσα σε κάθε δημοκράτη, σε κάθε αριστερό, σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, ελπίδα και κρίκος για την ευρύτερη μετωπική προσπάθεια που αποτελεί όρο επιβίωσης, φυσικής κοινωνικής και πολιτικής.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.