Εκτύπωση Σελίδας

Συμμαχία της μαχόμενης Αριστεράς για ένα νέο κίνημα ανατροπής

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο, 10 Απριλίου 2021 11:54 Συντάκτης: ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ
Βαθμολογήστε το άρθρο
(9 ψήφοι)
Συμμαχία της μαχόμενης Αριστεράς για ένα νέο κίνημα ανατροπής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

 

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΣΤΡΟΦΗΣ:

- ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΝΑ ΠΑΕΙ ΑΛΛΙΩΣ – ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ Ο ΛΑΟΣ

- ΜΑΖΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΗΤΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

- ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΓΙΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΥΓΕΙΑ, ΕΡΓΑΣΙΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ

 

  1. Η ΒΑΣΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Βρισκόμαστε στην αρχή μια καινούργιας στροφής μέσα στην πολυτάραχη περίοδο που άνοιξε η πανδημία. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η εμφάνιση ενός νέου, μαζικού, αλλά αντιφατικού και ασταθούς ακόμη, ρεύματος λαϊκών αντιδράσεων, που προκαλεί σημαντική φθορά στην κυβέρνηση, με αιχμή το δημοκρατικό ζήτημα και εμπροσθοφυλακή μαχητικά τμήματα της νεολαίας. Χαρακτηριστικά, το Φεβρουάριο – Μάρτιο, σε 53 ημέρες πραγματοποιήθηκαν 632 συγκεντρώσεις πανελλαδικά. 

Το αγωνιστικό ρεύμα κινείται από βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές αιτίες, από την ίδια την κυβερνητική πολιτική και όχι, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση, από κομματική υποκίνηση της αντιπολίτευσης. Πρώτα από όλα, από τη μεγάλη αποτυχία της κυβέρνησης, της αστικής πολιτικής και του συστήματος στη διαχείριση της πανδημίας στη χώρα μας, που εκδηλώνεται με κραυγαλέες και επικίνδυνες αντιφάσεις, στο τρίτο κύμα, που είναι ακόμα μπροστά μας. Αλλά και από την αποτυχία της ΕΕ, που εκδηλώνεται ειδικά στην αδυναμία να προχωρήσει με ταχύτητα το μαζικό εμβολιασμό κάτω από τον επιχειρηματικό ανταγωνισμό και τον γεωπολιτικό εθνικισμό. Το πανάκριβο γραφειοκρατικό οικοδόμημα των Βρυξελλών βλέπει τις πλάτες των ανταγωνιστών του, δυναμώνοντας το ρεύμα αμφισβήτησης της ΕΕ. Κυβέρνηση, ΕΕ, νεοφιλελευθερισμός και καπιταλισμός –ειδικά ο δυτικός- δολοφονούν στην κυριολεξία. 

Ειδικά η κυβέρνηση της ΝΔ αντιμετώπισε την πανδημία ως ζήτημα  ατομικής ευθύνης και Δημόσιας Τάξης, όχι ως ζήτημα Δημόσιας Υγείας. Τώρα λαμβάνει τα επίχειρα, γελοιοποιείται με το άνοιγμα των κομμωτηρίων και των νυχάδικων, με το «άνοιξε – κλείσε» του λιανεμπορίου που ξεσηκώνει ακόμη και τα παραδοσιακά δικά της τμήματα, εγκλωβίζεται ακόμη περισσότερο στη λογική της ατομικής ευθύνης με τα selftest, με τίμημα χιλιάδες πρόσθετους νεκρούς και σακατεμένους, ειδικά από την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Ταυτόχρονα και κάτω από όλα αυτά, αναπτύσσεται υπόγεια η δυσαρέσκεια από τη νέα σοβαρή και κρυφή πτώση των μισθών από 15% έως και 30% για ορισμένα τμήματα της μισθωτής εργασίας, από την πτώση έως και εξαφάνιση του εισοδήματος εκτεταμένων στρωμάτων των επαγγελματιών, καθώς και από την επιμελώς κρυπτόμενη μεγέθυνση της ανεργίας που προσεγγίζει το 25%, σύμφωνα με τον ΟΑΕΔ. Κυριαρχεί η βαθιά ανησυχία για το μέλλον, που ετοιμάζει η κυβέρνηση με το αντεργατικό και αντιλαϊκό σχέδιο «Ελλάδα 2.0» που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός. Αλλά και με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη που προωθεί την ουσιαστική κατάργηση του 8ωρου και το χτύπημα στην ελεύθερη συνδικαλιστική δράση, απαίτηση των ευρωπαϊκών «θεσμών» επιτήρησης. Ιδιαίτερα πλήττονται οι καλλιτέχνες οι οποίοι έχουν κάνει πολλές κινητοποιήσεις δημιουργώντας ένα ζωηρό και ελπιδοφόρο κίνημα.

Την ίδια στιγμή, σημαντικά τμήματα του μεγάλου αλλά και ορισμένα του μικρομεσαίου κεφαλαίου, έχουν αυξήσει τα κέρδη τους από τις δωρεάν επιδοτήσεις και τις μειώσεις μισθών, ενώ οι τράπεζες σκανδαλωδώς επιδοτούνται χωρίς ντροπή. 

Η πρωτοφανής κλιμάκωση της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, με τα έκτροπα στη Νέα Σμύρνη μέχρι την κυνική επιδίωξη για νεκρό απεργό πείνας για πρώτη φορά στη χώρα μας, αποτέλεσε τη σταγόνα εκείνη που γέμισε το ποτήρι της μαζικής δυσαρέσκειας και τη μετέτρεψε σε οργή και αυτήν, σε μια πρώτη, μαζική, αγωνιστική δράση. 

Σε όλα αυτά προστέθηκαν οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις για τη σεξιστική, διευθυντική, εργοδοτική και εξουσιαστική βία στη βιομηχανία του θεάματος, του αθλητισμού και της ιδιωτικής πληροφόρησης, καθώς και η αρχική στάση συγκάλυψης από την κυβέρνηση. 

Στην ανησυχία του λαού για το μέλλον πρέπει να προστεθούν και οι κίνδυνοι για την ειρήνη από την ιδιαίτερα επιθετική εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν, η οποία καθαρά επιδιώκει να «ευθυγραμμίσει» τις χώρες της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και άλλες, απέναντι στη Ρωσία και στην Κίνα, με ένα κλίμα νέου Ψυχρού Πολέμου, που περικλείει πολύ μεγαλύτερη ένταση περιφερειακών συγκρούσεων. Η χώρα μπορεί να εμπλακεί σε πολεμικές περιπέτειες στην περιοχή και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή, αλλά και στην Ουκρανία και αλλού. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες δεν θα διευθετηθούν εύκολα από τις διαφαινόμενες σοβαρές υποχωρήσεις της κυβέρνησης και του ελληνικού καπιταλισμού σε σχέση με τις τυχοδιωκτικές επιδιώξεις τους απέναντι στην Τουρκία, η οποία ανεβάζει τις απαιτήσεις της, στην Αν. Μεσόγειο, το Αιγαίο και την Κύπρο. Οι εξελίξεις ποδηγετούνται και ενορχηστρώνονται από τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και μπορεί στο άμεσο μέλλον να οδηγήσουν σε ενδοαστικές αντιπαραθέσεις στη χώρα και σε περιφερειακές πολεμικές αναστατώσεις στην περιοχή. 

Το νέο αγωνιστικό ρεύμα, στο βαθμό που αναπτυχθεί, δημιουργεί νέες δυνατότητες για την ανασυγκρότηση του μαζικού λαϊκού κινήματος και γεννά καινούριες συνθήκες για την αναγέννηση της ριζοσπαστικής ανατρεπτικής Αριστεράς  που έχει βαλτώσει από τις ήττες. Τροφοδοτεί επίσης, με νέες εμπειρίες την αναζήτηση ενός νέου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος. 

Σε αυτό το ρεύμα οφείλει η μαχόμενη και κομμουνιστική Αριστερά να στρέψει την προσοχή της, να ενταχθεί και να συνεισφέρει

 

  1. ΤΙ ΞΕΠΕΡΝΙΕΤΑΙ

Πρώτα από όλα, οι πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις δείχνουν ότι σημαντικά κοινωνικά στρώματα ξεπερνούν την αρνητική επίδραση του φόβου από την πανδημία. Η ανάγκη αντίστασης υπερτερεί του φόβου της νόσησης. Κυρίως στις νεότερες γενιές, έως και 35 ετών, οι οποίες δεν κινδυνεύουν τόσο όσο οι μεγαλύτερες. Αντίθετα, στις μεγάλες ηλικίες –και φυσιολογικά- κυριαρχεί η επιφυλακτικότητα. Σημαντικά τμήματά τους όμως, υποστηρίζουν τη νέα γενιά.

Δεύτερο, το νέο αγωνιστικό ρεύμα αντιμετώπισε επιτυχημένα και έσπασε το φόβο της καταστολής, τα πρόστιμα, τις συλλήψεις κ.λπ. Αυτό αποτελεί μια σημαντική νίκη όλου του κινήματος, στην οποία έπαιξε σημαντικό ρόλο η ανυπότακτη στάση των δυνάμεων της Αριστεράς στην προηγούμενη φάση, κυρίως γύρω από την επέτειο του Πολυτεχνείου, παρά τις αντιφάσεις της.

Τρίτο, οι μαζικές διαδηλώσεις ξεπέρασαν τη δράση γύρω από το στενό περίγυρο των κομματικών πρωτοποριών, όπως συνέβη στο δεύτερο κύμα. Ειδικά οι διαδηλώσεις στις γειτονιές και των φοιτητών ήταν ιδιαίτερα μαζικές, σε σύγκριση με άλλες κινητοποιήσεις στην περίοδο της πανδημίας (με εξαίρεση των μαθητών και της δίκης της Χρυσής Αυγής, που όμως εκδηλώθηκαν στο ξέφωτο ανάμεσα στο πρώτο και δεύτερο κύμα).

Τέταρτο, με τη θετική παρέμβαση της Αριστεράς και τη σωστή στάση της απέναντι στην πανδημία, ειδικά στο πρώτο κύμα, το λαϊκό και νεανικό ρεύμα των αγώνων δεν παρασύρθηκε από  το ανορθολογικό ακροδεξιό ρεύμα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Ολλανδία, Ιταλία κ.α.). Αν και αργοπόρησε, αντιστάθηκε στα αστυνομικά μέτρα των λοκντάουν διεκδικώντας μέτρα δημόσιας υγείας και επιτήρησης, μέτρα προστασίας της εργασίας και των μικρομεσαίων –αν και αδύναμα εδώ. Αυτό αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική επιτυχία και παρακαταθήκη, χωρίς να σημαίνει ότι το ρεύμα αυτό έχει περιθωριοποιηθεί, ειδικά σε τμήματα των πληττόμενων συντηρητικών μεσαίων στρωμάτων. 

Η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει το αγωνιστικό ρεύμα με μια εκ νέου συκοφάντηση των λαϊκών συγκεντρώσεων ως εστίες υπερμετάδοσης, κατηγορώντας τες έως και για «σαμποτάζ» της κυβερνητικής πολιτικής (βλ. συνέντευξη Μητσοτάκη στο Βήμα), συγχέοντάς τες σκόπιμα με αυτές των ακροδεξιών αρνητών του ιού και της μάσκας. Όμως, όπως πλέον αποδεικνύουν έρευνες, οι λαϊκές συγκεντρώσεις δεν αποτελούν εστίες υπερμετάδοσης, διότι πραγματοποιούνται σε ανοιχτό χώρο και τηρούν στοιχειώδη μέτρα, αν και όχι όλα. Σε αυτό χρειάζεται να επιμείνει η Αριστερά.

Οι δραματικές εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας, οι επιπτώσεις της, οι κραυγαλέες αντιφάσεις τής κυβέρνησης και της Επιτροπής Ειδικών, σε συνδυασμό με το άνοιγμα των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, δημιουργούν ανώτερες προϋποθέσεις για τη συνέχισή τους, ειδικά από τον Μάιο, χωρίς να αποκλείονται εξάρσεις πρωτύτερα.

 

  1. ΤΙ ΝΕΟ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ

Το ρεύμα λαϊκών αντιδράσεων έχει ορισμένα νέα και βαθύτερα χαρακτηριστικά. Το κύριο είναι ότι αρχίζει να ξεπερνάει την ψυχολογία της ήττας από την προηγούμενη περίοδο, ειδικά στις νεότερες γενιές. Γιατί είναι αναγκασμένο να αντιμετωπίσει το μέλλον, τις νέες προκλήσεις που έφερε η περίοδος της πανδημίας. Το αγωνιστικό ρεύμα αλλάζει συνειδήσεις σε κλίμακα ευρύτερη εκείνης των συμμετεχόντων. Εκεί οφείλονται οι αλλαγές που εμφανίζονται ακόμα και στις δημοσκοπήσεις των οποίων, φυσικά, δεν μπορεί να αγνοείται ο χειραγωγητικός ρόλος.

Δεύτερο, το νέο αγωνιστικό ρεύμα έχει σαφή αντικυβερνητικό προσανατολισμό. Τμήματά του δείχνουν επιμονή και αναζητούν να προκαλέσουν ήττες και ρήγματα στην κυβερνητική και αστική επίθεση, όπως η ασίγαστη πάλη των εκπαιδευτικών για την αξιολόγηση, των φοιτητών ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία κ.α. Απέχει ακόμη πολύ από το να το πετύχει, δεδομένων και των δυσκολιών από την πανδημία. 

Ταυτόχρονα, αρχίζει να αναδεικνύει επιθετικά, ριζοσπαστικά αιτήματα, με πιο χαρακτηριστικά τα αιτήματα της ΟΕΝΓΕ και των υγειονομικών και το αίτημα για 15 μαθητές ανά τάξη. Όμως, σημαντικά τμήματά του παραμένουν ακόμη σε μια μαζική εκδήλωση της οργής. Στο σύνολό του, το νέο αγωνιστικό ρεύμα δυσκολεύεται να ξεφύγει από την αντίσταση, από τα «όχι», που κυριαρχούν εδώ και δεκαετίες. Δυσκολεύεται να ξεχωρίσει, να αναδείξει και να αγωνιστεί για εκείνες τις κύριες μαζικές και ενωτικές διεκδικήσεις, εκείνα ταπανκοινωνικά αιτήματα που θα το μετατρέπουν από αποσπασματικό και ημιαυθόρμητο, σε συνολικό, συνειδητό αλλά και πολύμορφο μαζικό κίνημα. Για αυτό δεν έχει ξεφύγει από τη χρόνια μορφή της άμπωτης και της παλίρροιας που φθείρει αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αστική επίθεση.

Τρίτο, υπάρχουν σημάδια ότι αναζητά να γενικεύσει το περιεχόμενο των αγώνων, να συνδυάσει π.χ. το δημοκρατικό ζήτημα με τις ανάγκες προστασίας της υγείας και της εργασίας από τη νέα επίθεση. Όπως δείχνουν οι όχι και τόσο μαζικές προσπάθειες κεντρικών κινητοποιήσεων, δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί αυτές οι προϋποθέσεις, τόσο κατά κλάδο και ζήτημα, όσο και οι γενικές, κοινωνικές και πολιτικές υπερβάσεις που θα αλλάζουν τη μέχρι τώρα κατάσταση. Το καινούριο αγωνιστικό ρεύμα τροφοδοτεί όμως με καινούριο υλικό.

Τέταρτο, αναζητά μορφές για ευρύτερες, πρωτότυπες και αυτοτελείς συγκροτήσεις που διευκολύνουν τη μαζικότητα, όπως με την Επιτροπή Δικηγόρων και Νομικών, τα άτυπα συντονιστικά φοιτητικών συλλόγων, των καλλιτεχνών (artworkers) ή και εργατικών σωματείων για τις ιδιωτικοποιήσεις, όπως στην παιδεία ή με το συντονιστικό μαζικών φορέων στη Δυτ. Μακεδονία ενάντια στη βίαιη απολιγνιτοποίηση κ.α. Εμφανίζονται τάσεις που ξεπερνούν τις αναγκαίες μεν, αλλά στενές συνεννοήσεις κομματικών κορυφών που περιορίζουν την ποικιλότητα, την ευρυχωρία και άρα τη μαζικότητα. Αυτές οι εμπειρίες είναι πολύτιμες. Διότι οι αυτοτελείς ενωτικές και «πολύχρωμες» μορφές, είτε νέες είτε παλιές με νέο τρόπο (όπως στο ΣΕΗ και την ΠΟΘΑ), είναι η δεύτερη προϋπόθεση για να δημιουργείται μαζικό κίνημα, να συμμετέχει η μεγάλη μάζα καταρχήν των ανένταχτων αγωνιστών και αγωνιστριών και μετέπειτα, μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, του λαού και της νεολαίας. 

Πέμπτο, το καινούριο αγωνιστικό ρεύμα ψάχνει και σε ένα βαθμό επιβάλει στην Αριστερά, στη μαζικά δρώσα αναρχία και στην αντιπολίτευση, την κοινή δράση, η οποία είναι προϋπόθεση για να αναπτυχθούν αγώνες και να ανασυγκροτηθεί το εργατικό και λαϊκό μαζικό κίνημα. Δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ποτέ μονοκομματικό κίνημα. Εδώ εμφανίζονται ιδιαίτερα ελπιδοφόρα στοιχεία, όπως στο φοιτητικό κίνημα, στην παιδεία, την υγεία, στο δημοκρατικό ζήτημα κ.α. Ωστόσο, η από τα κάτω κίνηση για κοινή δράση, φρενάρεται ακόμη από τα πάνω. Δεν έχει μετατραπεί σε κυρίαρχη ή έστω ηγεμονική, γενική πολιτική γραμμή στην Αριστερά, εκτός από μικρότερες δυνάμεις. Για αυτό δεν ηγεμονεύει στο μαζικό κίνημα. Όμως, οι νέες συνθήκες φανερά γεννούν καινούριες δυνατότητες.

 

  1. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Το πρώτο και κύριο στοιχείο για την κυβέρνηση είναι ότι αρχίζει να έχει σαφή φθορά. Δυναμώνουν οι ρωγμές στο εσωτερικό της από το καραμανλικό ρεύμα (δήλωση επτά πρώην υπουργών και βουλευτών) και από τα ακροδεξιά (εφημερίδα Δημοκρατία, σαμαρικό ρεύμα, νεοσυντηρητικά μορφώματα κ.α.). Υποχωρεί η λαϊκή στήριξη σε συγκεκριμένες πλευρές της πολιτικής της, ακόμη και από ορισμένα παραδοσιακά συντηρητικά κοινωνικά στρώματα, όπως οι επαγγελματίες,  οι ιδιώτες γιατροί, τους οποίους τώρα επιτάσσει κ.α. Αμφισβητείται πλατύτερα μέχρι και ο σκληρός πυρήνας της, το δόγμα «Νόμος και Τάξη», που την αναγκάζει σε ελιγμούς (μείωση μέτρων αστυνόμευσης, ΕΔΕ σε αστυνομικούς κ.α.). Η προοπτική να χάσει την ηγεμονία αρχίζει να εμφανίζεται. Όμως σε καμία περίπτωση δεν «έχει απωλέσει την ηγεμονία» γενικά, όπως υποστηρίχθηκε από ορισμένες πλευρές της Αριστεράς. Η αμφισβήτηση δεν είναι ακόμη εφ’ όλης της ύλης. Αυτή η εκτίμηση είναι σημαντική για τη χάραξη αριστερής πολιτικής και επιβεβαιώνεται από τις εμπειρίες μας, από τη μέχρι τώρα στάση αναμονής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς και από όλες τις δημοσκοπήσεις (με γνώση ότι χειραγωγούνται).

Δεύτερο, η κυβέρνηση της ΝΔ δεν είναι μια «χούντα» ή μια «δικτατορία με κοινοβουλευτικό μανδύα». Τέτοιες αναλύσεις οδηγούν, αυθόρμητα ή συνειδητά, σε μια πολιτική «αντιδικτατορικού δημοκρατικού μετώπου» με τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και σε κοινή δράση με το καραμανλικό αστικό ρεύμα, που θα ήταν ίσως αναγκαία εάν είχαμε χούντα ή δικτατορία ή αντιδημοκρατικό καθεστώς. Όμως δεν είναι έτσι. Φυσικά, στο «δρόμο» μπορεί να ακούγονται κατά καιρούς αυθόρμητα συνθήματα όπως «κάτω η χούντα» των εκσυγχρονιστών, της τρόικας ή σήμερα, του Μητσοτάκη. Το ζήτημα όμως είναι η αντικειμενική πολιτική εκτίμηση. 

Η κυβέρνηση της ΝΔ είναι μια δημοκρατικά – κοινοβουλευτικά εκλεγμένη κυβέρνηση με όλους τους κρυφούς και φανερούς μηχανισμούς καταπίεσης και αλλοίωσης της λαϊκής θέλησης. Είναι μια αυταρχική, αντιδημοκρατική και αντιλαϊκή, νεοφιλελεύθερη και με ακροδεξιό μείγμα, κυβέρνηση. Όλα μαζί, όχι καθένα χωριστά. Νομοθετεί και εφαρμόζει με συνέπεια το πρόγραμμα με το οποίο εκλέχθηκε μέχρι τις ακρότατες συνέπειές του. Η πολιτική της στηρίζεται ακόμη από σημαντικά κοινωνικά και συντηρητικά στρώματα, από την Ελληνική Λύση, το μισό σχεδόν ΚΙΝΑΛ και σημαντικό μέρος της βάσης του. Από τον ευρύτερο συνασπισμό εξουσίας, τους επιχειρηματικούς και μιντιακούς ομίλους, την ΕΕ, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.  

Τρίτο στοιχείο είναι ότι η πολιτική της πλέον δοκιμάστηκε. Αποκαλύπτεται σε ευρύτερα στρώματα, ακόμη και σε ψηφοφόρους της, ο σκληρά αντιλαϊκός και αντιδημοκρατικός, ο ταξικός και κοινωνικά άδικος χαρακτήρας της. Και όχι μόνον: αποδεικνύεται ότι το πρόγραμμά της είναι ανίκανο να ανταποκριθεί στις νέες και οξύτατες, υγειονομικές, οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες που γέννησε η πανδημία. Το πρόγραμμα της ΝΔ ισχυριζόταν ότι ο Νόμος και η Τάξη μαζί με τις ιδιωτικοποιήσεις θα φέρουν επενδύσεις και ανάπτυξη και δι’ αυτής, ασφάλεια και καλύτερο βιοτικό επίπεδο στο λαό. Η πανδημία ξήλωσε τον πυρήνα του αφηγήματός της. Φυσικά δεν ανέμενε κανείς ανάπτυξη σε συνθήκες πανδημίας. Αλλά η ύφεση μπορούσε να μειωθεί με μια άλλη πολιτική, όπως αποδεικνύεται από άλλες χώρες. Χιλιάδες θάνατοι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Έτσι, έμεινε γυμνός ο Νόμος και η Τάξη που αποδείχτηκαν ανίκανοι να προστατεύσουν τη λαϊκή πλειοψηφία από το θάνατο, την ασθένεια, την ανεργία, τη φτώχεια, το λουκέτο. 

 

  1. ΤΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΔΕΣΠΟΤΕΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΟΜΙΛΩΝ

Εγκλωβισμένοι στο αστυνομικό δόγμα, η κυβέρνηση και οι κρατικοί μηχανισμοί άρχισαν να καταφεύγουν στην ωμή βία, στην παραβίαση ακόμη και των δικών της νόμων, σε απαγωγές και βασανιστήρια, σε ξετσίπωτα τερτίπια και σε μια αλαζονική άσκηση εξουσίας, ξεσηκώνοντας τις δημοκρατικές συνειδήσεις ακόμη και «δικών της», όπως στην περίπτωση Λιγνάδη ή Κουφοντίνα. Ανάλογες πολιτικές βίας ασκήθηκαν και από άλλες δεξιές και όχι μόνον, κυβερνήσεις στη χώρα μας και ασκούνται από πολλές αστικές κυβερνήσεις άλλων χωρών π.χ. ΗΠΑ, Γαλλία, Μ. Βρετανία. Επιβεβαιώνοντας ότι δεν πρόκειται για «εκτροπή», αλλά για μόνιμη τάση, για τη «μεταδημοκρατία» του σύγχρονου, ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Το «διάλειμμα» της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί εξαίρεση, αναγκαστική επιλογή του συστήματος για την ενσωμάτωση και το ξεδόντιασμα ενός επικίνδυνου μαζικού κινήματος. Μόλις στέφθηκε με επιτυχία, η αστική μας τάξη επανήλθε δριμύτερη. 

Οικοδομείται ένα αστυνομικό κράτος σε βάρος του κοινωνικού κράτους που ιδιωτικοποιείται. Το αστυνομικό κράτος είναι ένα τέρας με πολλά πλοκάμια, που «τρώει» ανοιχτά τη δικαστική εξουσία, καταπίνει την κυβερνητική και παρακολουθεί τους πάντες. Συμπλέκεται με τους επιχειρηματικούς ομίλους για μια ανώτερη καταπίεση στους χώρους εργασίας. Συμπλέκεται με τις πολυεθνικές ειδικά του διαδικτύου, παρακολουθώντας τους πάντες και παραδίδοντας στο έλεος της αγοράς τα προσωπικά δεδομένα. Και μαζί με το ιδιωτικό μιντιακόυπερκράτος συγκροτεί ένα σύμπλεγμα που περισφίγγει την κοινωνία, το δημόσιο διάλογο, την κυκλοφορία των ιδεών, που αφαιμάσσει τους οικονομικούς πόρους της κοινωνίας. 

Δεν πρόκειται μόνο για νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία, όπως ισχυρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ κ.α. Η αιτία είναι πολύ βαθύτερη. Βρίσκεται στις εκρηκτικές κοινωνικές αντιθέσεις του κεφαλαίου, που οδηγούν το σύστημα σε μια πολυοργανική ανεπάρκεια, όπου κάθε φαρμακευτικό κοκτέιλ για την κρίση αποδεικνύεται πιο επιβλαβές από την ασθένεια. Σε τέτοιες συνθήκες, δεν υπάρχουν περιθώρια για νέα κοινωνικά συμβόλαια, κράτος πρόνοιας, δημοκρατικές ευαισθησίες, αλλά αναγκαιότητα για σκληρή ταξική πάλη. Η αστική τάξη τη διεξάγει για λογαριασμό της με το κλομπ στο χέρι. Σε αυτό εξάλλου έγκειται ο νεοφιλελεύθερη σύλληψη.

Αυτή η εκτίμηση δεν μπορεί να οδηγεί σε άσφαιρες καταγγελίες μαζί με μια μοιρολατρική αναμονή της επανάστασης και της εργατικής εξουσίας. Η εργατική και λαϊκή πάλη προκαλεί εμπόδια, επιβάλει ρωγμές, όπως αποδεικνύεται στις ΗΠΑ. Επιβάλει ακόμη και πολιτικές ανατροπές, όπως δείχνουν η Βολιβία, το Εκουαδόρ, η Αργεντινή. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το μεγάλο ρεύμα λαϊκών εξεγέρσεων, αρχίζουν να δυναμώνουν και αστικές φωνές για μια τακτική ενσωμάτωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι αστικά κόμματα, κυβερνήσεις, ακόμη και εκπρόσωποι πολυεθνικών, μιλούν για δημοκρατικά δικαιώματα και μείωση της αστυνομοκρατίας (ΗΠΑ), για τετραήμερη εργασία (Φινλανδία, Ισπανία, Μ. Βρετανία), για αυξήσεις στους μισθούς (ΗΠΑ), για επανακρατικοποιήσεις, για αύξηση της φορολογίας στους ομίλους (ΗΠΑ κ.α.). Ωστόσο, για να σπάσει σε βάθος η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη και ακροδεξιά πολιτική, απαιτείται πολύ σκληρός αγώνας και ενδυνάμωση της μαχόμενης Αριστεράς, επανεμφάνιση της επαναστατικής προοπτικής. 

Το σύγχρονο δημοκρατικό ζήτημα, το γκρέμισμα του συμπλέγματος αστυνομικού κράτους – επιχειρηματικών ομίλων χρειάζεται να τεθεί στον πυρήνα του ταξικού, νεανικού, αριστερού και επαναστατικού αγώνα. Ο νέος κομμουνισμός οφείλει να πρωτοστατήσει και να συνδεθεί ξανά με το μέλλον της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας.  

 

  1. Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΜΙΑΣ ΜΑΧΗΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

Ποια είναι η ανταπόκριση της μαχόμενης και κομμουνιστικής Αριστεράς στο καινούριο αγωνιστικό κύμα; Τι καινούργιο χρειάζεται για αυτό που έρχεται; Ποιοι να είναι οι βασικοί πολιτικοί στόχοι;

Η στροφή στην οποία μπαίνουμε εμφανίζει ορισμένες ανατρεπτικές δυναμικές που δεν επιτρέπεται να υποτιμήσουμε, χωρίς όμως να ονειροπολούμε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε προωθημένα αποσπάσματα του μαζικού κινήματος ακούγονται τα πρώτα συνθήματα «να φύγουν». Δεν παύουν όμως να είναι μειοψηφικά. Το σημερινό επίπεδο των αγώνων, ο βαθμός οργάνωσης και δράσης της εργατικής τάξης, του λαού και της νεολαίας, ο βαθμός επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ, η κατάσταση της Αριστεράς και ειδικά της κομμουνιστικής, σε συνδυασμό με τις αντικειμενικές, μεγάλες ακόμη, δυσκολίες της πανδημίας, δεν επαρκούν για μια άμεση πολιτική δράση με στόχο την πτώση της κυβέρνησης και πολύ περισσότερο, την ανατροπή όλων των προηγούμενων δεδομένων.

Η μαχόμενη και κομμουνιστική Αριστερά χρειάζεται να αφουγκραστεί τις νέες, δυναμικές διαθέσεις, να θέσει και να προετοιμάσει μεθοδικά τις προϋποθέσεις για «να φύγει αυτή η κυβέρνηση» με όλη τη δεξιά, μνημονιακή, νεοφιλελεύθερη και ακροδεξιά πολιτική. Αυτό είναι το ζήτημα.

Η πρώτη προϋπόθεση είναι να αναπτυχθεί ένα μαζικό, πολύμορφο εργατικό και λαϊκό κίνημα αντίστασης και διεκδικήσεων. Η δεύτερη, να επιβληθούν σημαντικές ήττες στην κυβέρνηση και στην ΕΕ, σε συγκεκριμένα, επιμέρους πεδία της πολιτικής της, έτσι ώστε να κινδυνεύει με συνολική ανατροπή «από τα κάτω». Και η τρίτη, να  εμφανιστεί μια άλλη Αριστερά ή αριστερές συμμαχίες με ένα πρόγραμμα που θα διεκδικεί την ηγεμονία απέναντι στην εναλλαγή του ΣΥΡΙΖΑ. 

Χωρίς αυτές, ανεξάρτητα από προθέσεις, το μαζικό κίνημα θα οδηγείται σε κοινοβουλευτικές ατραπούς, θα προετοιμάζει κυβερνητικές εναλλαγές χωρίς ανατροπή πολιτικής και ρήξη με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Είτε με επανεκλογή αυτής της κυβέρνησης με διάφορους τρόπους, είτε με την επαναφορά ενός πιο συντηρητικού ΣΥΡΙΖΑ με κάποια «δημοκρατική ανάσα», ο οποίος θα διαφέρει μεν αλλά σε δευτερεύοντα και θα διατηρεί την ουσία της αστικής πολιτικής, το κάθε φορά νέο και πιο αντιδραστικό κεκτημένο.

Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι η αντίληψη για τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις οφείλει να μην είναι μηχανιστική και γραμμική. Η ζωή είναι πολύμορφη, η ανάπτυξη των συνειδήσεων, ανισόμετρη. Η ταξική πάλη κινείται βεβαίως κάτω από κοινωνικούς νόμους – τάσεις, αλλά εμφανίζεται πάντα πρωτότυπα. Η ιστορία δεν έχει ήδη γραφτεί, γράφεται σε κάθε στιγμή. Οι στροφές της είναι αναπάντεχες προς κάθε κατεύθυνση. Το γνωρίζουμε από την προηγούμενη δεκαετία. Συνεπώς, η σκέψη της μαχόμενης και ειδικά της σύγχρονης κομμουνιστικής Αριστεράς οφείλει να είναι ζωντανή και διαλεκτική, η πολιτική μας να βαδίζει με στρατηγικές αρχές και ταυτόχρονα να είναι πολιτικά ευέλικτη και συγκεκριμένη, η δράση και τα συνθήματα να προσαρμόζονται σωστά σε κάθε στροφή.

Από αυτή τη σκοπιά, σε αυτήν εδώ τη στροφή, τα συνθήματα που εκφράζουν καλύτερα τις νέες ανάγκες, είναι: 

- ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΝΑ ΠΑΕΙ ΑΛΛΙΩΣ – ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ Ο ΛΑΟΣ. Με το σύνθημα αυτό συνδέεται το παρόν και το μέλλον με τις εμπειρίες της προηγούμενης δεκαετίας. Τίθεται στην καρδιά της αριστερής ανατρεπτικής πολιτικής η προοπτική μιας γενικής νίκης για να ξεπερνιέται η ψυχολογία της ήττας και να συνδέεται με την αποφασιστικότητα των νεότερων γενιών και των αναμετρήσεων που έρχονται.

- ΜΑΖΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΗΤΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. Με το σύνθημα αυτό τίθεται ο άμεσος εφικτός κινηματικός στόχος: η πρόκληση τακτικών ρηγμάτων στην κυβερνητική πολιτική σε επιμέρους πεδία, που αποτελεί το δρόμο για μια συνολική ανατροπή, όχι μόνον της κυβέρνησης, αλλά της ουσίας της πολιτικής του κεφαλαίου και της ΕΕ. Με αυτό το σύνθημα επίσης, προβάλλεται η πιο αποτελεσματική μέθοδος πάλης, σε σχέση με την κοινοβουλευτική του ΣΥΡΙΖΑ και την απολίτικη, εξωκινηματική βία τμημάτων των αναρχικών: η μαζική, συλλογική, οργανωμένη πάλη. 

- ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΓΙΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΥΓΕΙΑ, ΕΡΓΑΣΙΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ. Πρόκειται για το αποφασιστικό στοιχείο που δίνει προγραμματικό, θετικό, συνειδητό περιεχόμενο στους ημιαυθόρμητους κοινωνικούς αγώνες αντίστασης, με κεντρικό την πάλη για κατακτήσεις. Τα τέσσερα πεδία που διατυπώνονται και η ιεράρχησή τους μπορεί και πρέπει να αλλάζουν ή να συμπληρώνονται ανάλογα με το τι κυριαρχεί στην κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση. Παραδείγματος χάριν, στη φάση αυτή, αρχικά κυριαρχούσε το ζήτημα της δημοκρατίας, μετά το ζήτημα της υγείας, αύριο της παιδείας. Σε κάποια στροφή, μπορεί να τεθεί ξανά το ζήτημα της ειρήνης, ενώ αυτό της εργασίας είναι και πρέπει να είναι «πανταχού παρόν». Σε κάθε πεδίο, μπορεί και πρέπει να δημιουργούνται εκείνα τα μέτωπα πάλης με δυνάμεις που βρίσκονται πιο κοντά σε κάθε ένα ξεχωριστά. 

Η γενική συνισταμένη οφείλει να τείνει στο να συγκεντρώνονται και να εκφράζονται πολιτικά οι αγώνες σε μια Συμμαχία της Μαχόμενης Αριστεράς με βάση ένα γενικό πολιτικό πρόγραμμα.

Τα τρία αυτά συνθήματα απαιτούν τη συμπύκνωσή τους σε μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή για την τωρινή φάση στην οποία εισέρχεται ο ταξικός αγώνας. Το σύνθημα που αποτυπώνει αυτήν την πολιτική γραμμή είναι: 

ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΟΜΕΝΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ. 

Ταυτόχρονα, μετατρέπει τη μετωπική πολιτική σε συγκεκριμένη πρόταση που υπολογίζει το συσχετισμό, τις ανάγκες των αγώνων και του μαζικού κινήματος. Η κατεύθυνση αυτή ξεκινά, όπως όλες οι πολιτικές κατευθύνσεις, από το πρόγραμμα.

 

  1. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΝ

Το κύριο ζήτημα του προγράμματος είναι να επιχειρεί την αναχαίτιση και ανατροπήτης νέας αστικής επίθεσηςμε τηδιεκδίκηση κατακτήσεων ενάντια στην κυβερνητική, αστική και ευρωενωσιακή πολιτική. Αυτή η κατεύθυνση οφείλει να συνδυάζει την αποκάλυψη και την αντίσταση με την προβολή και μαζική διεκδίκηση μέτρων πανκοινωνικής ισχύος υπέρ της μισθωτής εργασίας και σε βάρος του κεφαλαίου. Διεκδίκηση μέτρων σύγκρουσης που βελτιώνουν αποφασιστικά την οικονομική, κοινωνική και πολιτική – δημοκρατική θέση των εργαζομένων και του λαού και αδυνατίζουν τη θέση του κεφαλαίου, εντός και εναντίον της αστικής κυριαρχίας και της ΕΕ, με κατεύθυνση ρήξης και εξόδου από αυτές. Πρόκειται για μια πολιτική κατεύθυνση που προετοιμάζει υλικά τις συνθήκες για μια εργατική και λαϊκή ανατροπή των συσχετισμών, για το πέρασμα σε μια περίοδο αναγέννησης του συλλογικού αγώνα, του μαζικού κινήματος, του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, ενός νέου εργατικού διαφωτισμού– οι οποίες θα θέτουν σε ανώτερη βάση τις μελλοντικές επαναστατικές επιδιώξεις.  Πρόκειται για μια προσπάθεια συγκεκριμένης -και όχι στα λόγια- αντικαπιταλιστικής και αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής. Για προσπάθεια ουσιαστικήςκομμουνιστικής πολιτικής, με την έννοια ότι «κομμουνισμός είναι το κίνημα που ανατρέπει την ισχύουσα τάξη πραγμάτων».

Μια μονόπλευρη πολιτική που αρκείται στην αντικαπιταλιστική καταγγελία της κυβερνητικής πολιτικής ή στο μονότονο εντοπισμό της ήττας και της αρνητικής κατάστασης στο συνδικαλιστικό και μαζικό κίνημα ή στον επαναστατικό βερμπαλισμό, χωρίς προωθητικές διεκδικήσεις, αντίστοιχες με την εποχή μας και χωρίς το άνοιγμα δρόμων για τη συγκέντρωση δυνάμεων στο κίνημα και την πολιτική, όχι μόνον δεν αρκεί, αλλά βοηθά  την αστική πολιτική να αναπαράγεται. Βοηθά στην ενσωμάτωση των λαϊκών συνειδήσεων σε συμβιβαστικές και αδιέξοδες πολιτικές τύπου ΣΥΡΙΖΑ.

Η κατεύθυνση του προγράμματος στοχεύει στη συγκέντρωση και μετασχηματισμό ευρύτερων εργατικών, λαϊκών και δημοκρατικών δυνάμεων στο πεδίο του μαζικού κινήματος. Έτσι ώστε να σπάσει η αστική οικονομική, νομική και πολιτική τρομοκρατία. Έτσι ώστε να αντιταχθεί μαζική - μετωπική πάλη απέναντι στο μετωπικό, συνασπισμό της αστικής εξουσίας (μονοπωλιακοί όμιλοι, κράτος, Βουλή, πανεπιστήμια, αστική πολιτική στα συνδικάτα, Εκκλησία κ.α.). Είναι αδύνατον να σπάσει η αστική πολιτική όσο διαρκεί ο σημερινός κατακερματισμός. Η κατεύθυνση αυτή δεν αρνείται, ούτε υποτιμά την παρέμβαση στο κοινοβουλευτικό πεδίο. Την υποτάσσει όμως στο κύριο πεδίο, στο μαχόμενο μαζικό κίνημα, εκεί όπου κρίνεται ο γενικότερος συσχετισμός δύναμης. 

Το περιεχόμενο και η λογική του προγράμματος αντλεί εμπειρία από τα θετικά και προσπαθεί να υπερβεί τα λάθη και τις αδυναμίες όλων των αριστερών ρευμάτων, του ΣΥΡΙΖΑ (του 2010 – 12), του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΛΑΕ και του δικού μας ρεύματος, στην προηγούμενη κρίσιμη δεκαετία, που οδήγησε σε ήττες, στην ενσωμάτωση ή στην περιχαράκωση. Θέτει και αναζητά μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Αξιοποιεί θετικές παρακαταθήκες της προηγούμενης δεκαετίας, οι οποίες δεν πρέπει να οδηγούνται στη λήθη. Επιχειρεί να ανταποκριθεί στις συνθήκες της επόμενης δεκαετίας. Για αυτό, το πρόγραμμα της περιόδου που διανύουμε, ενώ εμπεριέχει τις προηγούμενες εμπειρίες, οφείλει να είναι νέο, να ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες. Να υπερβαίνει ένα πρόγραμμα που έχει παλιώσει.

Παρουσιάζουμε το Ριζοσπαστικό Εργατικό Πρόγραμμα με τη μορφή συμπυκνωμένων αξόνων, ώστε να βοηθήσουμε στην επικοινωνία του με τις δυνάμεις του μαχόμενου μαζικού κινήματος, της ανυπότακτης Αριστεράς και της νέας κομμουνιστικής προοπτικής:

Α. Η ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ. Πρόγραμμα δεν είναι μόνον τα πολιτικά αιτήματα. Η κατεύθυνση είναι απαραίτητο μέρος του προγράμματος. Το πρόγραμμα αυτό: α) Προβάλλει τις αναγκαίες κατακτήσεις για την ουσιαστική βελτίωση της θέσης της μισθωτής εργασίας, του λαού, της νεολαίας, των γυναικών εντός και εναντίον της αστικής κυριαρχίας και της ΕΕ με κατεύθυνση εξόδου από αυτές. β) Προωθεί την ανατροπή της αστικής πολιτικής και της κυβέρνησης, με διαχωρισμό από τον ΣΥΡΙΖΑ. γ) Απευθύνεται, ανασυγκροτεί και αναδεικνύει τον αυτοτελή ρόλο του μαζικού κινήματος της εργατικής τάξης και του λαού. δ) Συγκεντρώνει σε μέτωπο πάλης τους επαναστάτες και μαχόμενους μεταρρυθμιστές στην παραπάνω λογική. ε) Προωθεί την αυτοτέλεια και αναγέννηση μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής.

Β. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ. α) Δημόσια Υγεία – Λαϊκό Δικαίωμα – Κοινωνικό Αγαθό. Αποφασιστική ενίσχυση και ανασυγκρότηση της Δημόσιας Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης, επίταξη των επιχειρηματικών ομίλων, δωρεάν, μαζικά στοχευμένα τεστ, κρατική επιτήρηση της πανδημίας. β) Διπλασιασμός των κρατικών δαπανών για τη Δημόσια Υγεία, αύξηση των ΜΕΘ και ΜΑΦ, μαζικές μόνιμες προσλήψεις, αύξηση των αποδοχών στους υγειονομικούς. γ) Μέτρα αποσυγκέντρωσης στους χώρους εργασίας, εκπαίδευσης και μεταφορών, δομών προσφύγων, φυλακισμένων. δ) Δωρεάν και ταχύς εμβολιασμός με σπάσιμο των πατεντών, επίταξη των φαρμακοβιομηχανιών για μαζική εθνική παραγωγή, χωρίς πειθαρχία στην ΕΕ. ε) Μέτρα προστασίας της εργασίας, της διατροφής, του αστικού χώρου, του περιβάλλοντος και της υγιεινής των άγριων και οικόσιτων ζώων από τις  αγροτοδιατροφικές επιχειρήσεις.

ΓΙΑ ΤΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΛΑΪΚΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ. α) Ελευθερία στη διαδήλωση, στην απεργία, στη συνδικαλιστική και μαζική οργάνωση στους χώρους εργασίας, άσυλο σε όλη την εκπαίδευση. β) Λαϊκός, δημοκρατικός έλεγχος στα σώματα ασφαλείας, τα δικαστήρια και το στρατό, αποστρατιωτικοποίηση και απο-φασιστικοποίηση της Αστυνομίας. γ) Κατάργηση των αντιδημοκρατικών νόμων, των ειδικών σωμάτων, των δακρυγόνων και της οπλοφορίας ενάντια στο λαϊκό κίνημα. δ) Μείωση των δαπανών και του προσωπικού της Αστυνομίας. ε) Δημοκρατικός κοινωνικός έλεγχος των μέσων ενημέρωσης και του διαδικτύου, κατάργηση της ηλεκτρονικής επιτήρησης. στ) Υποδοχή των προσφύγων σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και όχι με τη Συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας, ίσα δικαιώματα στους μετανάστες. ζ) Απλή, ανόθευτη αναλογική, βουλευτές άμεσα ανακλητοί από το λαό, με μέσο εργατικό μισθό. 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΣΘΩΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΥΣ. α) Απαγόρευση των απολύσεων. β) Επίδομα ανεργίας για όλους στο 80% του μισθού, κρατικό επίδομα πανδημίας για εγγύηση μισθών, εισοδημάτων, συντάξεων. γ) Αύξηση κατώτατου μισθού και ανώτατο όριο στις απολαβές ανώτατων διευθυντών. δ) Μείωση του χρόνου εργασίας για όλους χωρίς μείωση μισθών με στόχο το 6ωρο/30ωρο. ε) Όροι μισθωτής εργασίας και συμβάσεις στους εργαζόμενους στις διαδικτυακές πλατφόρμες. στ) Κρατική επιδότηση, διαγραφή χρεών, φορολογική ελάφρυνση σε αυτοαπασχολούμενους, μικρομεσαίους.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚOΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΥΦΕΣΗ. α) Δημόσιο πρόγραμμα μεγάλων επενδύσεων στην έρευνα και την παραγωγή για τις λαϊκές ανάγκες με προστασία του περιβάλλοντος από την κλιματική αλλαγή. β) Νέου τύπου, πολύπλευρη κοινωνική ανάπτυξη και  ανασυγκρότηση σε σύγκρουση με τη μεγάλη ιδιοκτησία, την αγορά και το κέρδος. γ) Παύση πληρωμών, διαγραφή του δημόσιου χρέους. δ) Έκτακτη φορολογία στους μονοπωλιακούς ομίλους και στο μεγάλο πλούτο. ε) Κρατικοποίηση των συστημικών τραπεζών, των μεγάλων, χρήσιμων επιχειρήσεων που χρεοκοπούν και των ομίλων δημόσιων αγαθών με εργατικό, κοινωνικό, δημοκρατικό έλεγχο. στ) Απειθαρχία στην ΕΚΤ και την ΕΕ με κατεύθυνση ρήξης και εξόδου.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ. α) Ανεξάρτητη, πολυδιάστατη, αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική για ισότιμη, διεθνιστική συνεργασία των λαών. β) Ο λαός θα προασπίσει τα κυριαρχικά δικαιώματα, έξω οι βάσεις, απειθαρχία και έξοδος από ΝΑΤΟ και ευρωστρατό. γ) Όχι στην αναθεωρητική, επεκτατική πολιτική του καθεστώτος Ερντογάν, φιλία με τους λαούς της Τουρκίας. δ) Έξοδος από τον επιθετικό άξονα με Ισραήλ, Αίγυπτο και ΗΠΑ. ε) Οι ΑΟΖ ανήκουν στους λαούς, διάλογος και συνεργασία, όχι στις εξορύξεις των πολυεθνικών και τις μονομερείς ενέργειες. στ) Κύπρος ενιαία, ανεξάρτητη, με σεβασμό στις μειονότητες και ειδικά στην τουρκοκυπριακή, χωρίς τουρκικό κατοχικό στρατό, βάσεις, εγγυήτριες δυνάμεις και εποίκους (για αυτό το ζήτημα απαιτείται αυτοτελής επεξεργασία). 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ. Εκτός από την κατεύθυνση και τα πολιτικά αιτήματα του μαζικού κινήματος και της Αριστεράς, μέρος του προγράμματος είναι και η τακτική συγκέντρωσης γύρω από μια νέα κομμουνιστική και εργατική προοπτική. α) Στροφή της σύγχρονης κομμουνιστικής Αριστεράς στη μισθωτή εργασία, τη συγκεντρωμένη εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα. β) Συγκέντρωση διανοητικών και εργασιακών δυνάμεων για ένα ρεύμα εργατικού διαφωτισμού. γ) Διάλογος για τις επαναστάσεις και το σοσιαλισμό – κομμουνισμό της εποχής μας. δ) Αυτοτελής προσπάθεια για ένα νέο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα αντίστοιχο με την εποχή μας.

 

  1. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΕΣ ΚΙΝΗΜΑ ΜΕ ΤΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ

Με βάση το προαναφερόμενο πρόγραμμα και λογική, βασικό ζήτημα για τους αριστερούς και κομμουνιστές είναι να συμμετέχουν άμεσα,  να παρεμβαίνουν και να συμβάλουν ώστε καταρχήν να αναπτύσσονται πολύμορφοι αγώνες και στη συνέχεια να μετασχηματίζονται σταδιακά σε συνεχές, οργανωμένο, διεκδικητικό μαζικό κίνημα. Τέτοιο κίνημα δεν υπάρχει, ή καλύτερα υπάρχει σε πολύ καθυστερημένες μορφές. Όμως όσο αναπτύσσεται, θα έχει ανάγκη από ένα πλαίσιο συγκεκριμένων και αιχμηρών διεκδικητικών αιτημάτων προς την κυβέρνηση και τον αστικό συνασπισμό εξουσίας. 

Δεν αρκεί για μια πολιτική αριστερή και κομμουνιστική δύναμη μόνο να έχει συλλάβει επαρκώς μια τέτοια κατεύθυνση. Αυτό είναι ο πρώτος και αναγκαίος όρος. Ο δεύτερος είναι να βρίσκεται μέσα στους αγώνες, στο δρόμο, στο κίνημα. Καμία δύναμη δεν μπορεί να πραγματοποιήσει ή έστω να συμβάλει με οποιοδήποτε σκοπό, εάν είναι έξω ή πάνω ή μακριά από τους αγώνες, το δρόμο, το κίνημα. Αυτό είναι το πεδίο της μάχης.

 

  1. ΠΟΛΥΜΟΡΦΕΣ, ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

Για να μετατρέπονται οι αντιδράσεις σε συνεχές και διεκδικητικό μαζικό κίνημα χρειάζεται να αυτο-οργανώνονται σε νέες δομές συλλογικής αυτεξούσιας δράσης ή να μετασχηματίζουν τις παλιές και αποστεωμένες σε τέτοιες. Έτσι, ώστε να υποδέχονται τις νέες πολύμορφες συνειδήσεις. Οργανωμένος αγώνας στα χέρια των αγωνιζόμενων σημαίνει οι αγωνιζόμενοι να οργανώνονται δημοκρατικά. Πρόκειται για την αντίληψη της «εργατικής δημοκρατίας» στο μαζικό κίνημα. Με άλλα λόγια, πρόκειται για δημιουργική εφαρμογή του παλιού συνθήματος «τα συνδικάτα στα χέρια των εργατών». Απαιτείται σεβασμός στην αυτοτέλειά τους, πολύ πιο ανοιχτή και δημιουργική αντίληψη για τη δράση και συμμετοχή αγωνιζόμενων, πάλη ενάντια σε στενές, «κομματικές» αντιλήψεις και πρακτικές, με προσανατολισμό να αφαιρείται η ηγεμονία των καθεστωτικών και εργοδοτικών ηγεσιών και ρευμάτων. Από εδώ απορρέουν οι εξής πλευρές:

α) Στο δημοκρατικό ζήτημα, οι μορφές είναι πολλαπλές, αλλά ξεχωρίζει η Κίνηση για τα δημοκρατικά δικαιώματα και την αντιφασιστική πάλη, η οποία, στο βαθμό που συγκροτείται μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει σε ένα αντίστοιχο μέτωπο συνδικάτων και φορέων με πλατύ πνεύμα και συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Θα βοηθήσει και η μετατροπή της Πρωτοβουλίας Δικηγόρων και Νομικών, που δημιουργήθηκε αρχικά γύρω από το αίτημα του Δ. Κουφοντίνα, σε μόνιμη Επιτροπή γενικά για τα δημοκρατικά δικαιώματα, όπως και κάθε ανάλογη πρωτοβουλία η οποία μπορεί να συνεργάζεται με την Κίνηση. Η διαφορά τους είναι ότι η Επιτροπή συσπειρώνει μόνον δικηγόρους και νομικούς, ενώ η Κίνηση επιδιώκει να έχει πανκοινωνικό χαρακτήρα σε πλατύτερη και βαθύτερη βάση. Η κοινή πάλη τους και η κοινή δράση με άλλα ρεύματα μπορεί να βοηθήσει στο «δημοκρατικό μέτωπο» μαζικών φορέων.

β) Το ζήτημα της πανδημίας και της δημόσιας υγείας θα συνεχιστεί για μεγάλο χρόνο και άμεσα βρίσκεται σε κορύφωση. Η δημιουργία της Πρωτοβουλίας για ένα Δίκτυο Υγειονομικών που θα αγωνίζεται με διεκδικήσεις για μια Δημόσια Υγεία – Λαϊκό Δικαίωμα – Κοινωνικό Αγαθό, είναι ένα νέο όπλο που εμπλουτίζει και βοηθά στη γενίκευση της πάλης. Το περιεχόμενο και η συσπείρωση δημιουργούν τις δυνατότητες για μια υπαρκτή «κρίσιμη μάζα» που θα μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στη δημιουργία ενός διεκδικητικού μαζικού κινήματος συνδικάτων και λαϊκών φορέων απέναντι στην πολιτική της κυβέρνησης και της ΕΕ.

γ) Η ζωή έδειξε τη σημασία των κινητοποιήσεων σε δήμους – γειτονιές – πόλεις. Με βάση την εμπειρία του 2011, αλλά και με βάση τις πρωτότυπες συνθήκες, ας σκεφτούμε την πρόταση για συγκρότηση των αντιδράσεων στις γειτονιές σε πρωτόλειες «λαϊκές συνελεύσεις» ή και άλλες μορφές, με πλαίσιο διεκδικήσεων για δημοκρατία – υγεία – παιδεία - εργασία, με αρχή την πλατιά συναίνεση. Στο βαθμό που δημιουργηθούν και πολλαπλασιαστούν, οφείλουμε αργότερα να δούμε τη συνένωσή τους. Εδώ η βασική (αλλά όχι μοναδική) μορφή παρέμβασης είναι τα σχήματα της τοπικής και περιφερειακής διοίκησης. Ο Συντονισμός μπορεί να συμβάλει με τη δράση του εντός τους και με μορφές συνεργασίας τους, που ήδη είναι σε εξέλιξη.

δ) Πιο δύσκολη είναι η κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Εδώ χρειάζεται επιμονή ώστε να κινηθούν σωματεία, ομοσπονδίες και Ε.Κ. σε αγωνιστική κατεύθυνση, να βγουν από το λήθαργο. Ωστόσο, το σ.κ. είναι υπαρκτό, κυρίως στο δημόσιο τομέα με αιχμή την ΟΕΝΓΕ και τα σωματεία νοσοκομείων (βλ. εμπειρία από το Σωματείο Εργαζομένων στο Νοσοκομείο Βούλας κ.α.), εκπαιδευτικούς συλλόγους. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο συντονισμός Ομοσπονδιών του Δημόσιου ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις. Εμφανίζονται όμως και σημάδια στο βιομηχανικό ιδιωτικό τομέα, όπως η απεργία στα ΕΛΠΕ. Η αναζωογόνηση του ΣΕΗ ανοίγει επίσης δρόμους, παρά την ιδιομορφία του. Παράλληλα, οι «Θεσμοί» έχουν θέσει ως πρώτη προϋπόθεση των απαραίτητων «μεταρρυθμίσεων» για έγκριση των χρηματοδοτήσεων, στα πλαίσια της Ενισχυμένης Επιτήρησης, το νόμο για τα εργασιακά και το συνδικαλισμό, μέχρι τέλος Μαΐου. Μπροστά μας είναι επίσης η Εργατική Πρωτομαγιά, μια κρίσιμη μάχη με επίκεντρο την πάλη ενάντια στο ν/σχέδιο Χατζηδάκη, την υπεράσπιση του 40ωρου και των συνδικαλιστικών ελευθεριών, την προώθηση του αιτήματος για ριζική μείωση του χρόνου εργασία για όλους τους εργαζόμενους με αυξήσεις στους μισθούς. 

Πέρα από το εργατικό, απαιτείται η μαχόμενη Αριστερά να παρέμβει και στο σ.κ. των επαγγελματιών και των μικρομεσαίων, των φτωχομεσαίων αγροτών.

ε) Στη νεολαία, μετά τη μαζική και δυναμική παρουσία σημαντικών τμημάτων της στις πρόσφατες κινητοποιήσεις ενάντια στην αστυνομική βία και καταστολή στις γειτονιές καθώς και στις κινητοποιήσεις ενάντια στο νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη, απαιτείται η επεξεργασία μια νέας, συγκεκριμένης πολιτικής κατεύθυνσης. Ιδιαίτερα στο φοιτητικό κίνημα απαιτείται η επιμονή στις συνελεύσεις, η δημιουργία ελεγχόμενων οργάνων τους και η μόνιμη συνένωσή τους σε σχολές, πόλεις και πανελλαδικά.

στ) Αντίστοιχα χρειάζεται να δούμε την παρέμβαση στο πεδίο του περιβάλλοντος (όπου υπάρχει η εμπειρία της Δυτ. Μακεδονίας, αλλά και το «Δυτικό Μέτωπο» στην Αττική, οι συντονισμοί ενάντια στην καταστροφική χρήση των ανεμογεννητριών κ.α.). Στο πεδίο της ειρήνης και του πολέμου, που θα τεθεί γρήγορα με πολύ πιο οξείς όρους, χρειάζεται η ανασυγκρότηση του ΠΑΚΣ με βάση και την πολύτιμη εμπειρία από τη δημοκρατική Κίνηση και το Δίκτυο Υγειονομικών. Σημαντικό είναι να συνεχιστεί η πάλη στο γυναικείο και έμφυλο ζήτημα ενάντια στην πολύμορφη σεξιστική, εργοδοτική και εξουσιαστική καταπίεση. Επίσης, χρειάζεται η εκ νέου παρέμβαση της μαχόμενης και κομμουνιστικής Αριστεράς στο πεδίο του πολιτισμού. Να σημειώσουμε, τέλος, ότι το ζήτημα του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους (ειδικά της εργατικής και λαϊκής οικογένειας) και των πλειστηριασμών θα τεθεί με οξύτητα στο επόμενο διάστημα.  

ζ) Συντονισμός και γενίκευση των αγώνων. Χρειάζεται καταρχήν η συνάντηση των αντιδράσεων σε κατώτερες μορφές, π.χ., κοινές ημέρες δράσης, κοινές απογευματινές συγκεντρώσεις και πορείες. Σταδιακά μπορεί να συναντιούνται σε κοινά συντονιστικά με κοινά διεκδικητικά πλαίσια.

 

  1. ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΕΚΦΡΑΣΗ: ΜΠΟΡΕΙ Η ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ;

Για να προωθηθούν τα παραπάνω, δεν αρκεί το μαζικό κίνημα. Οι νέοι αγώνες απαιτούν και μια νέα αριστερή πολιτική έκφραση. Απαιτούν τη συγκέντρωση δυνάμεων της Αριστεράς, αυτών που κινούνται ή τείνουν να κινηθούν στην παραπάνω κατεύθυνση. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, να ξεπεραστεί ο ρόλος τους. Ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να ανταποκριθούν;

Ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν κόμμα, όχι μόνον δεν μπορεί, αλλά πλέον  δεν θέλει να συμβάλει στην παραπάνω πολιτική και κινηματική κατεύθυνση. Δεν ταυτίζεται φυσικά με τη ΝΔ, αλλά έχει από καιρό μεταλλαχθεί σε συστημική δύναμη. Εντάσσεται στο «μνημονιακό τόξο» και στο νέο διπολικό αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα Τώρα μετατοπίζεται και στις διακηρύξεις, από μια αριστερή σε μια κεντροαριστερή δύναμη. Η αντίφαση είναι ότι μεγάλο μέρος της βάσης του παραμένει αριστερό. Μετά από μια 12μηνη «ανακωχή», εντείνει τον αντιπολιτευτικό του λόγο, αρχίζει να καλεί σε κινητοποιήσεις για να μη μείνει έξω από τις λαϊκές και νεανικές διαθέσεις, ενώ προβάλει πιο έντονα την προοπτική της «κεντροαριστερής προοδευτικής κυβέρνησης». Αυτό διευκολύνει τη μαζικότητα των αγώνων, αλλά ταυτόχρονα, τους εντάσσει στην κοινοβουλευτική, κυβερνητική εναλλαγή και από αυτή τη σκοπιά, τους φρενάρει σε περιεχόμενο, συσπείρωση και μορφές πάλης. Σκόπιμα ενσωματώνει αιτήματα του κινήματος (π.χ. στην πρότασή του για ένα «Νέο ΕΣΥ»), αλλά πάντα με «δημιουργική ασάφεια» ώστε να μην δεσμεύεται, να μπορεί εύκολα να κάνει τις μελλοντικές «κωλοτούμπες». Παράλληλα, χαϊδεύει τα αυτιά των νοικοκυραίων και των αστών με συναινετικές προτάσεις για μορατόριουμ. Είναι χαρακτηριστική η υπερψήφιση των πολεμικών δαπανών (π.χ. αγορά Rafal) και η αποδοχή και εξυπηρέτηση των μεγάλων συμφερόντων στη στάση Τσίπρα σχετικά με την επένδυση στο Ελληνικό. Παρά τη φθορά της ΝΔ δεν φαίνεται, μέχρι στιγμής, να καρπώνεται κάτι σημαντικό, αλλά δεν θα είναι έτσι σε περίπτωση εκλογών. Στο χώρο της νεολαίας η επιρροή του είναι σημαντική και δείχνει να ανεβαίνει. Ας το συγκρατήσουμε για να μετρήσουμε και τον πολιτικό προσανατολισμό των πρόσφατων αγώνων.

Εάν στην πολιτική σφαίρα το καθοριστικό είναι να ηττηθεί η κυβέρνηση, στους αγώνες, στο μαζικό κίνημα, το αποφασιστικό είναι να ηττηθεί η πολιτική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό δεν σημαίνει να εξοβελίζεται από τους αγώνες ή τις μαζικές διαδικασίες, όπως υποστηρίζουν διάφορες δυνάμεις της μαχόμενης Αριστεράς. Το αντίθετο, η Αριστερά πρέπει να καλωσορίζει τη συμμετοχή του ώστε να μπαίνει η βάση του σε αγωνιστική δράση. Γιατί αυτό είναι το καλύτερο πεδίο αλληλεπίδρασης και μετασχηματισμού συνειδήσεων σε αριστερή και κομμουνιστική κατεύθυνση. Δεν είναι τυχαίο, ότι εκεί που έχει αναπτυχθεί σοβαρό μαζικό κίνημα, όπως στην Υγεία, τα πανεπιστήμια και την Παιδεία, ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάζεται να ριζοσπαστικοποιεί το λόγο του. Ούτε είναι τυχαία η εμφάνιση εσωτερικών διαφωνιών από τα «αριστερά» (π.χ. διαφοροποίηση Φίλη και Δρίτσα), με το που εμφανίστηκαν τα πρώτα φύτρα λαϊκών αγώνων, παρά το γεγονός ότι αυτές οι αντιδράσεις κινούνται χωρίς να αμφισβητούν το ευρωμνημονιακό πλαίσιο ενώ υπερασπίζονται την προηγούμενη διακυβέρνησή του.

Τα παραπάνω είναι ένας πρόσθετος λόγος να τίθενται με προσοχή τα αναγκαία και σωστά αιτήματα πάληςστο μαζικό κίνημα. Εάν θέτεις όχι μόνον αμυντικά, αλλά και επιθετικά, αγωνιστικά και αιχμηρά αιτήματα για πραγματική, μαζική σύγκρουση -και όχι βερμπαλιστική, δήθεν επαναστατική- με την κυβέρνηση της ΝΔ, θέτεις όρους αποκάλυψης της πραγματικής πολιτικής αλλά και δεσμεύσεων και προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Με το κριτήριο των αιτημάτων του μαζικού κινήματος αντιμετωπίζεται περισσότερο πειστικά και το κάλεσμά του για μια «κεντροαριστερή προοδευτική διακυβέρνηση». Το ερώτημα δεν είναι κυρίως «ποιος θα κυβερνήσει» αλλά «με τι πρόγραμμα». 

Η υπενθύμιση του «τι έκανε ως κυβέρνηση» δεν φεύγει από τη φαρέτρα των επιχειρημάτων. Όμως, απέναντι στο λαό βρίσκεται η σφοδρή αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική επίθεση της ΝΔ. Η διαπίστωση αυτή καθόλου δεν σημαίνει υποβάθμιση της κριτικής στον ΣΥΡΙΖΑ. Ίσα – ίσα απαιτεί τη σοβαρή και εμπεριστατωμένη πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση με βάση την άσφαιρη αντιπολιτευτική τακτική του που ολοένα και περισσότερο μετατρέπεται σε μια αστικού τύπου, «σκανδαλοθηρική» αντιπολίτευση. Εστιάζει στην αντικατάσταση των προσώπων περισσότερο και λιγότερο στην πολιτική της ΝΔ, στους θεσμούς, στο σύστημα (βλ. ατέρμονη απαίτηση για παραιτήσεις). Γιατί δεν θέλει ανατροπή πολιτικής αλλά εναλλαγή προσώπων και κυβέρνησης.

Με βάση όλα αυτά, με το σημερινό ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υπάρχει πρόταση ή ανταπόκριση σε πρόσκληση για πολιτικό μέτωπο μαζί του, για στήριξη της προοπτικής μιας «κεντροαριστερής διακυβέρνησης». Μπορεί να υπάρχει κάποια ορισμένη κοινή δράση στο μαζικό κίνημα πάνω σε συγκεκριμένα αιτήματα και μια ορισμένη συνεργασία σε διάφορα μέτωπα, ειδικά στο δημοκρατικό.

Το ΜεΡΑ25 έχει δηλώσει επίσημα ότι δεν θέλει να καταγράφεται στην Αριστερά. Δείχνει να θέλει, αλλά στην πράξη δεν μπορεί να κινηθεί στην περιγραφείσα κατεύθυνση. Ασκεί μαχητική αντιπολίτευση, κάλεσε στις κινητοποιήσεις –κυρίως συμβολικά- αλλά για την ώρα, δεν μπορεί να παρέμβει άμεσα και μαζικά στους αγώνες, διότι δεν έχει κατακτημένες θέσεις στο μαζικό κίνημα. Τους επηρεάζει όμως με τις θέσεις του, ενώ εμφανίζει υψηλά ποσοστά επιρροής στη νεολαία (μέχρι και 19% λένε οι δημοσκοπήσεις). Ωστόσο, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την πολιτική του κεφαλαίου και ειδικά της ΕΕ, ούτε την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την αντιπολίτευση και τις πρωτότυπες ιδέες του, για δυο λόγους: Ο πρώτος είναι ότι η ψυχή του προγράμματός του είναι το συμβιβαστικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το καλοκαίρι του 2015 που οδήγησε στην ήττα. Διατηρεί ακόμη την κομβική αυταπάτη ότι μπορεί να αλλάξει η ΕΕ. Ο δεύτερος είναι ότι επειδή το ΜεΡΑ25 δεν έχει οπτική ταξικής πάλης και μαζικής σύγκρουσης, δεν μπορεί να παρέμβει στο κίνημα αποφασιστικά, ιδίως στο καθοριστικό πεδίο του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. 

Η  πάλη των τάξεων αντικαθίσταται από την πάλη των έξυπνων ιδεών, που όλες είναι τόσο «ρεαλιστικές» στην εφαρμογή τους ώστε να μπορούν να πείσουν ακόμη και έναν καλοπροαίρετο τραπεζίτη για την ορθότητά τους. Σύμφωνα με τον γραμματέα του και με αβάσταχτη ελαφρότητα, θεωρείται ότι ένας «κομμουνισμός χωρίς κομμουνιστές και εξουσία» μπορεί να εφαρμοστεί με ένα απλό δημοκρατικό μοίρασμα μετοχών των πολυεθνικών στους εργαζόμενους. Η πικρή πείρα της εκπαραθύρωσής του, μεταξύ άλλων και λόγω της υποστήριξης στη μετατροπή των τραπεζικών μετοχών του δημοσίου σε «κοινές» ώστε να περάσουν οι τράπεζες υπό κρατική διοίκηση, φαίνεται ότι δεν τον δίδαξε σε βάθος.

Με το ΜεΡΑ25 μπορεί και χρειάζεται να επιδιώκεται η κοινή δράση στο μαζικό κίνημα και σε επιμέρους πολιτικά πεδία. Μια εφ’ όλης της ύλης πολιτική συμφωνία δεν είναι εφικτή, στις σημερινές συνθήκες, επιπρόσθετα εξαιτίας και των συσχετισμών. 

 

  1. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΟΜΕΝΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Με βάση το Ριζοσπαστικό Εργατικό Πρόγραμμα Κατακτήσεων επιμένουμε στην ανάγκη για μια Πολιτική Συμμαχία της Μαχόμενης Αριστεράς. Απαιτείται συγκέντρωση των μαχόμενων αριστερών δυνάμεων στη σφαίρα της πολιτικής, διότι κάθε ένα από τα σημερινά ρεύματα δεν μπορεί από μόνο του να διαθέσει την «κρίσιμη μάζα» ώστε να αποτελέσει ένα υλικό, αξιόπιστο και ενωτικό «πολιτικό κέντρο» παρέμβασης στους αγώνες και στην πολιτική σκηνή. Όποιος αρνείται αυτή την αναγκαιότητα, στην πράξη και ανεξάρτητα από τις προθέσεις, αναθέτει στο μαζικό κίνημα, όχι το ρόλο αυτοτελούς παράγοντα επιβολής κατακτήσεων, αλλά μέσου πίεσης προς μια αυριανή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Το μετατρέπει σε εξάρτημα της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και αφετέρου, βοηθά στην ενσωμάτωσή του στην κυρίαρχη πολιτική.

Παράλληλα, η παραίτηση από τη συγκέντρωση δυνάμεων στο πολιτικό πεδίο, μέχρι να «δυναμώσει» ο καθένας μόνος του, οδηγεί τη μαχόμενη αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική και κομμουνιστική Αριστερά σε «ακολουθητή» του μαζικού κινήματος και ταυτόχρονα, σε ακούσιο, πολιτικό και εκλογικό «αιμοδότη» βασικά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άλλων συμβιβαστικών ρευμάτων.

Από αυτή τη σκοπιά σήμερα, ως προετοιμασία για μια Πολιτική Συμμαχία της Μαχόμενης Αριστεράς, μπορεί να προωθηθεί μια Πολιτική Συμφωνία Διαλόγου και Κοινής Δράσης που θα βοηθήσει αποφασιστικά τους αγώνες και το μετασχηματισμό τους σε ένα πολύμορφο μαζικό κίνημα με ανατρεπτική προοπτική. Χρειάζεται όμως να προχωρήσει με βάση τα βήματα που έγιναν, τις δυσκολίες που υπήρξαν και πάνω από όλα, τις νέες δυνατότητες που ανοίγει η καινούργια στροφή και το νέο ρεύμα αγώνων.

Οι προτάσεις συμφωνιών διαλόγου και κοινής δράσης συνάντησαν δυσκολίες. Αυτό συμπεραίνεται και από τα αποτελέσματα της πρώτης Συμφωνίας (ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ – ΛΑΕ – ΔΕΑ, ή «των εννέα») και από τις προσπάθειες για μια Κίνηση για το Διάλογο και την Κοινή Δράση της ριζοσπαστικής και ανυπότακτης Αριστεράς.  Όμως, άφησαν παρακαταθήκες. Στην καινούρια καμπή τις προσπάθειες αυτές πρέπει να τις δούμε κάτω από νέο πρίσμα. Αποκτούν καινούργιο περιεχόμενο και δυναμική, απαιτούν νέες μορφές. Για αυτό χρειάζεται νέα συζήτηση. 

Απαιτείται μια Συμφωνία Κοινής Δράσης επίκαιρης, «φρέσκιας» και για αυτό, τελικά, «ανώτερης» σε αποτελεσματικότητα και δύναμη συσπείρωσης, με βάση την Πολιτική Πρόταση Πάλης του Συντονισμού, σε αντικυβερνητική, αντιΕΕ κατεύθυνση και με διαχωρισμό από ΣΥΡΙΖΑ. Η Συμφωνία πρέπει να δεσμεύει α) στο πλαίσιο και β) στην κοινή δράση σε φορείς. 

Με βάση τα παραπάνω προτείνονται δυο δράσεις: Η μία είναι η συνέχιση της προσπάθειας για την Πρωτοβουλία της Κοινής Δράσης με ανένταχτους και αγωνιστές, στην οποία μπορούν να συνεισφέρουν δυνάμεις του Κομμουνιστικού Συντονισμού, της ΛΑΕ και άλλες. Ταυτόχρονα, το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο μπορεί και πρέπει να οργανώσει έναν διάλογο και με τις δυνάμεις της ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ που φαίνεται να ανταποκρίνεται σε επιμέρους πολιτικές συμφωνίες, την ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ, τη ΔΕΑ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

 

  1. ΤΑ ΑΛΛΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Απέναντι στο βασικό ζήτημα της συγκυρίας ορισμένα ρεύματα παραμένουν στον αποσπασματικό κινηματισμό. Αρκούνται σε γενική καταγγελία της κυβέρνησης και του συστήματος, χωρίς θεωρία και γενική πολιτική στόχευση. Άλλα, πολιτικοποιούν βιαστικά,  δογματικά ή κομματικά τις ακόμη «ανώριμες» λαϊκές αντιδράσεις. Πιστεύουν ότι με μια γενική απεργία ή με ένα κάλεσμα «κεντρικής συγκέντρωσης» από φορείς που «ελέγχουμε», θα λυθεί το πρόβλημα. Άλλα ρεύματα επιχειρούν να πολιτικοποιήσουν τους αγώνες με «βιαστικές» και δογματικές κατευθύνσεις έξω από τις ανάγκες και τους συσχετισμούς. Απολυτοποιούν και γενικεύουν τα μαχητικά πρωτόλεια, αντιφατικά στοιχεία μιας πρωτοπορίας. Μετατρέπουν την επιθυμία τους σε πραγματικότητα. Και επειδή η πραγματικότητα πάντα εκδικείται, εμφανίζουν μεγάλες αντιφάσεις.

Το ΚΚΕ δίνει μάχες και έχει συνεισφέρει στην ανάπτυξη του μαζικού κινήματος. Όμως, θέτει κυρίως συνδικαλιστικά τα αιτήματα, δεν επιδιώκει να οδηγήσει το μαζικό κίνημα σε αποφασιστικές αναμετρήσεις. Το πολιτικοποιεί «από τα πάνω» με τη μορφή της «ενίσχυσης του Κόμματος». Έτσι, ενώ κινείται πιο ενωτικά σε κλάδους και επιμέρους μέτωπα, στις κρίσιμες στιγμές που απαιτείται γενίκευση, διασπά τις δυνάμεις του μαζικού κινήματος (βλ. κεντρική διαδήλωση 17 Μαρτίου). Είναι φανερή μια ορισμένη ασταθής μετατόπιση της βάσης του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, δυναμώνουν σημάδια ανταπόκρισης στην κοινή δράση. Ωστόσο, οι ηγεσίες τους δεν μετατρέπουν αυτή την από τα κάτω, αποσπασματική πρακτική σε γενική πολιτική γραμμή. Χαρακτηριστικές είναι οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 21ο Συνέδριο, όπου σε δυο σημεία παρουσιάζει τις προτάσεις άλλων δυνάμεων της ανυπότακτης Αριστεράς για κοινή δράση ως «εχθρικές για το Κόμμα». Απέναντι στο ΚΚΕ χρειάζεται μια σταθερή πολιτική κοινής δράσης στο μαζικό κίνημα και σε επιμέρους πολιτικά μέτωπα, μαζί με την πρόσκληση για τακτικές πολιτικές συμφωνίες που θα την ανεβάζουν σε νέα επίπεδα προς όφελος του μαζικού κινήματος. Και ταυτόχρονα, χρειάζεται η βαθιά, συντροφική κριτική για την άρνηση μιας πολιτικής συμμαχιών της μαχόμενης Αριστεράς. Σε κάθε περίπτωση, προς το παρόν, το ΚΚΕ δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ανάγκη μια πολιτικής συμφωνίας διαλόγου και κοινής δράσης.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δίνει δυνάμεις στους αγώνες και το κίνημα. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Βρισκόμαστε μαζί σε σειρά συνδικαλιστικών και άλλων σχημάτων. Όμως διασχίζεται από βαθιές πολιτικές αντιφάσεις. Χαρακτηριστικά, η κλαδική Επιτροπή Υγείας εκδίδει ανακοίνωση με τη λαθεμένη κατεύθυνση για μια «Αντικαπιταλιστική ανατροπή τώρα σε ένα σύστημα που γεννά πανδημίες, φτώχεια και καταστροφή!», ενώ αντίθετα, πολύ πιο κοντά στις ανάγκες και το επίπεδο των σημερινών αγώνων η ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ Θεσσαλονίκης καλεί σε «Αγώνα για την ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής. Για να σώσουμε τις ζωές μας, για ψωμί, υγεία, παιδεία, ελευθερία». Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρότι στα λόγια αλλά και σε ορισμένους κλάδους, προωθούν την κοινή δράση, είτε είναι διστακτικές σε αντίστοιχες συγκροτήσεις (π.χ. Κίνηση για δημοκρατικά ή των υγειονομικών), είτε τις περιορίζουν σε μια συσπείρωση δορυφόρων γύρω τους, είτε μετατρέπουν την κοινή δράση σε μορφή ποδηγέτησης. Μάλιστα, όσο θα δυναμώνει ο εκλογικός ορίζοντας, υπάρχει ο κίνδυνος να δυναμώνει και ο κομματικός σεχταρισμός. Εμφανίζονται όμως θετικά σημάδια, που πρέπει να αξιοποιηθούν για μια Πολιτική Συμφωνία Κοινής Δράσης.

Το αντιεξουσιαστικό – κινηματίστικο ρεύμα αναπτύσσεται κυρίως στη νεολαία, κάτω από την ανωριμότητα και τις αδυναμίες της Αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά απηχεί και μικροαστικά ή πολιτικά ανώριμα, εργατικά στρώματα. Τμήματά του αναζητούν πολιτικό περιεχόμενο και μορφές μαζικής πάλης. Κινητοποιείται βασικά γύρω από το δημοκρατικό ζήτημα και την αντι-καταστολή, που εύκολα καταλήγει στη στήριξη ρεφορμιστικών πολιτικών και εκλογικά των αντίστοιχων κομμάτων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ ή το ΜεΡΑ25. Με αυτό το ρεύμα απαιτείται διάλογος και κοινή πάλη γύρω από κινηματικά και δημοκρατικά αιτήματα, πρόσκληση σε συμμετοχή και οργάνωση στο μαζικό κίνημα και ταυτόχρονα, κριτική στο μερικό και τελικά, ενσωματώσιμο πολιτικό χαρακτήρα του. Οι οργανωμένες εκφράσεις του δεν μπορούν να συλλάβουν και να ανταποκριθούν στην ανάγκη πολιτικών συμφωνιών αριστερής κοινής δράσης.

Με το ρεύμα της αναρχικής «τυφλής βίας», με τις αντιλήψεις και πρακτικές της απολίτικης εξωκινηματικής βίας (της «ατομικής τρομοκρατίας», όπως λέγαμε παλιότερα) απαιτείται σαφής διαχωρισμός. Οι αντιλήψεις και πρακτικές αυτές αποπροσανατολίζουν και προξενούν σοβαρή ζημιά στο μαζικό κίνημα. Αξιοποιούνται από την κυβέρνηση και το κράτος για να επιβάλουν αντιδημοκρατικά μέτρα. Η εκδικητική στάση της κυβέρνησης και των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης απέναντι στην απεργία πείνας και το δίκαιο αίτημα του Δ. Κουφοντίνα, ενισχύουν πρόσκαιρα αυτό το ρεύμα. Χρειάζεται διαχωρισμός και βαθιά κριτική τόσο στο παρελθόν του, όπως η ζημιογόνα για το μαζικό κίνημα και την Αριστερά πρακτική της «17 Νοέμβρη», αλλά και για το μέλλον του: η εξωκινηματική βία δίνει προσχήματα στην αστυνομία για να διαλύει τις συγκεντρώσεις του ή να τις προβοκάρει (Ν. Σμύρνη), στρέφεται συχνά εναντίον αριστερών αγωνιστών (π.χ. ΕΑΑΚ, Πάντειος κ.α.). Παράλληλα όμως, υπερασπιζόμαστε τα δημοκρατικά δικαιώματα διωχθέντων μελών τους από την κρατική καταστολή. Επιμένουμε στην ανάγκη οι μορφές πάλης να τίθενται και να αποφασίζονται από το ίδιο το μαζικό κίνημα και όχι από άτομα και ομάδες έξω από αυτό.

 

  1. Ο ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Ο ΣΚΔ αποτελεί εκείνο τον πολιτικό φορέα που μπορεί να συνεισφέρει περισσότερο από κάθε άλλον στην παραπάνω κατεύθυνση, παρά τις αντιφάσεις του. Το τελευταίο διάστημα έχει πραγματοποιήσεις ορισμένα σημαντικά βήματα, όπως με την Πολιτική του Πρόταση, με την κεντρική εκδήλωσή του (πάνω από 3.500 προβολές), με τις συνελεύσεις των κλαδικών και τοπικών επιτροπών. Πάνω από όλα, έδωσε δυνάμεις και στήριξε ενωτικά και αποτελεσματικά τα δίκτυα υγειονομικών και για το δημοκρατικό ζήτημα.  Το Κ-ΣΧΕΔΙΟ θα δώσει όλες τις δυνάμεις του για τη στήριξή του, για την υπέρβαση των δυσκολιών του. Ιδιαίτερα απαιτείται να προχωρήσει σε μια πιο συστηματική κοινή παρέμβαση στα πεδία που προαναφέρθηκαν και ειδικά στην υπόθεση μιας Πρωτοβουλίας κοινής δράσης της μαχόμενης Αριστεράς. Επίσης, να παρέμβει στη θεωρητική αναζήτηση και συζήτηση, που έχει καθυστερήσει. Παράλληλα, το Κ-ΣΧΕΔΙΟ θα προωθήσει τις προσπάθειες στρατηγικής σύγκλισης με δυνάμεις και ρεύματα που κινούνται σε μια νέα κομμουνιστική προοπτική.

 

Αθήνα, Απρίλης 2021

Αναγνώστηκε 1556 φορές