Η ευρωπαϊκότητα των Ελλήνων: έκθεση ιδεών, Του Γιάννη Τσιουλάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη, 04 Φεβρουαρίου 2015 09:18 Συντάκτης:

Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, το διακύβευμα παραμένει: διατήρηση της ευρωπαϊκότητας του κράτους και των πολιτών του. Ας αναρωτηθούμε όμως, υπάρχει σταθερή έννοια της «ευρωπαϊκότητας»; Πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι ως πολιτικό μέτρο σύγκρισης; Και εν τέλει, ως πότε θα γράφει η αριστερά έκθεση ιδεών για τα «ευρωπαϊκά ιδεώδη»;

 

 

Σαν κακό σήκουελ ταινίας της οποίας δεν είχαμε δει με όρεξη ούτε καν την ορίτζιναλ έκδοση τον Ιούνη του 2012, νεκραναστήθηκε το διακύβευμα της ευρωπαϊκότητας τόσο πριν τις εκλογές του Γενάρη όσο και στον απόηχό τους. Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ και μικροκόμματα (με τις γνωστές εξαιρέσεις), όλοι αγωνιούσαν προεκλογικά να πείσουν τους Έλληνες ψηφοφόρους ότι είναι «ευρωπαϊκές δυνάμεις». Τα νούμερα και οι προβλέψεις για το μέλλον της ευρωζώνης έδιναν και έπαιρναν, τα προτάγματα της διατήρησης ή της αλλαγής του χαρακτήρα της Ευρώπης ανταγωνίζονταν το ένα το άλλο, δημοσιογράφοι και αναλυτές διαφωνούσαν - και εξακολουθούν να το κάνουν - για το ποιος μνηστήρας της γηραιάς ηπείρου είναι ο εκλεκτός που μπορεί να κρατήσει για λίγο ακόμα την ιδέα ζωντανή.

 

Και μετεκλογικά, όμως, ο πυρετός ανησυχίας για την ευρωπαϊκότητα των διαφόρων παικτών κάθε άλλο παρά έχει καταλαγιάσει. Μάλιστα, η νέα μανία που φαίνεται να επικρατεί στο μεταίχμιο μεταξύ αστείου και σοβαρού είναι η πολιτική ενδοσκόπηση μέσω ευρωπαϊκής αντανάκλασης. Δηλαδή, σα να μην έφτανε η ντόπια διαμάχη περί του πόσο ευρωπαϊστής είναι - ή δείχνει - ο κάθε πολιτικός σχηματισμός, τώρα φτάνουμε στο σημείο να καταναλώνουμε ως είδηση την ίδια την εικόνα των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Το νέο αυτό μετα-επίπεδο είναι ακόμα πιο ανησυχητικό μιας και μεταθέτει προς τα έξω όχι μόνο το κριτήριο (ευρωπαϊκότητα) αλλά και τον κριτή (ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης). Στη νέα αυτή πραγματικότητα, θέματα όπως η ικανότητα διαπραγμάτευσης αλλά και το στυλ ντυσίματος του Γιάνη Βαρουφάκη μετατρέπονται σε επικοινωνιακά διακυβεύματα από «δεύτερο χέρι», δια της πρόσληψης και μετάδοσής τους από ευρωπαϊκά μέσα.

 

Παρακολουθώντας όλον αυτό τον καταιγισμό κριτικής περί ευρωπαϊκότητας ανακαλώ το Μάθε Παιδί μου Γράμματα του Μαραγκού, και συγκεκριμένα τη σκηνή όπου ο συντηρητικός λυκειάρχης (Διαμαντόπουλος) βάζει προβοκατόρικα στους μαθητές έκθεση ιδεών με θέμα «Ο Πατριωτισμός των Ελλήνων». Απειλώντας με μείωση διαγωγής όποιον μαθητή «πολιτικοποιήσει το θέμα», ο λυκειάρχης ξέρει πως το θέμα είναι από τη φύση του βαθιά πολιτικό, όπως άλλωστε είναι και οι πολλαπλοί ορισμοί που επιδέχονται οι έννοιες «πατριώτης» και «έθνος». Ως μη πολιτικοποίηση του θέματος, λοιπόν, εννοεί την αναπαραγωγή ενός ορισμού κατασκευασμένου από ένα βαθιά συντηρητικό, αντικομμουνιστικό κράτος.

 

Θα μου πείτε: το ίδιο είναι το «έθνος» και η «Ευρώπη»; Κοτζάμ ήπειρος; Ενώ, λοιπόν, το αφήγημα της ευρωπαϊκότητας συχνά μοιάζει να αντιτίθεται σε αυτό του έθνους - και πράγματι τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη οι ευρωσκεπτικιστές εφορμούν κυρίως από ακροδεξιά/εθνικιστικά μετερίζια - η ιδέα της ευρωπαϊκότητας με αυτήν του έθνους έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι και οι δύο προϊόντα της φαντασίας. Όπως εξηγεί στο έργο του Φαντασιακές Κοινότητες (1983) ο πολιτικός επιστήμονας Μπένεντικτ Άντερσον, το έθνος είναι μια ιδέα που εξελίχθηκε το 19ο αιώνα, με τη βοήθεια των καπιταλιστικών σχέσεων εργασίας, της τυπογραφίας, και της παρακμής των γλωσσολογικών διαφοροποιήσεων εντός των εθνών-κρατών. Αυτές οι συνθήκες ήταν που επέτρεψαν στον πολίτη να φανταστεί τον εαυτό του ως μέρος μιας εθνικής κοινότητας, ενός όλου δηλαδή που μπορεί να έχει κοινές επιδιώξεις και συμφέροντα. Το ότι η έννοια του έθνους είναι αληθινή ως προς τη δύναμη και τους φορείς της (που ενσαρκώνονται από το κράτος) δεν την κάνει λιγότερο φαντασιακή. Αντίστροφα, είναι αυτή ακριβώς η φαντασία που δίνει στο έθνος-κράτος τη δύναμή του, εξού και οι εθνικοί ηγέτες αρέσκονται να την επικαλούνται κάθε φορά που τα βρίσκουν μπαστούνια με τους πολίτες τους.

 

Αναλόγως, λοιπόν, και το αφήγημα της Ευρώπης είναι ένα τέχνασμα έξαψης της φαντασίας του πολίτη ο οποίος καλείται να φέρει στο νου του όλα εκείνα τα στοιχεία που τον κάνουν «Ευρωπαίο», και που κατ’ επέκταση δε θα ήθελε να απολέσει. Το βολικό με τη φαντασιακή κοινότητα, όμως, είναι ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να τη φανταστείς. Στην προκειμένη περίπτωση, πολιτικά όντα από τα αριστερά μέχρι τα δεξιά του φάσματος καταφέρνουν να περιγράψουν την Ευρώπη από θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού μέχρι το τελευταίο προπύργιο του κοινωνικού κράτους. Και η πλάκα είναι ότι όλοι τους μπορεί να έχουν δίκιο, αφού οι μηχανισμοί αυτού που αποκαλούμε Ευρώπη σε καμία περίπτωση δεν υπακούν σε ένα ξεκάθαρο πολιτικό όραμα. Η Ευρώπη των κινημάτων για την ισότητα των φίλων, την πολυπολιτισμικότητα, την ανεξιθρησκεία, και το δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση του ανθρώπινου σώματος έχει να επιδείξει τεράστιες κατακτήσεις μέσα στον 20ό αιώνα, την ίδια στιγμή που οι Έλληνες «ευρωπαϊστές» έχουν αποδείξει επανειλημμένα τη δυσανεξία τους σε τέτοιες διεκδικήσεις. Από την άλλη μεριά, η Ευρώπη της ελεύθερης αγοράς, της κατακρεούργησης των κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων, των συνόρων-φραχτών και των θαλασσοπνιγμένων μεταναστών φαντάζει πιο συντηρητική και από την Αμερική του Ρούσβελτ. Και αυτές οι «Ευρώπες» - οι φαντασιώσεις δηλαδή του καθενός μας - συνυπάρχουν με αμέτρητες άλλες που εκδηλώνονται μέσα από αιχμηρές αντιφάσεις: η Ευρώπη της απαγορευμένης μαντήλας δίπλα στην Ευρώπη της απαγορευμένης άμβλωσης, η Ευρώπη του Je suis Charlie δίπλα στην Ευρώπη του καταδικασμένου Γέροντα Παστιτσίου. 

 

Μέσα σε αυτό το όργιο φαντασίας, λοιπόν, η προηγούμενη κυβέρνηση που φυλάκιζε ανθρώπους με την κατηγορία της βλασφημίας και η τωρινή που αυτοπροσδιορίζεται μέσα από μια ρητορική ριζοσπαστικού αντικαπιταλισμού μπορούν να επιχειρηματολογούν ότι ο καθένας ξεχωριστά είναι ο πραγματικός εκφραστής της ευρωπαϊκής ιδέας. Το μόνο που χρειάζεται για να δικαιωθούν είναι να διεγείρουν διαφορετικά ευρωπαϊκά φαντασιακά, τα οποία χοντρικά μπορούμε να τα δούμε μέσα από το δίπολο «Ευρώπη της δυτικής υπεροχής» και «Ευρώπη των λαών». Μάλιστα, η φαντασιακή υπόσταση και των δύο όψεων της ευρωπαϊκότητας επιβεβαιώνεται από το ότι κανένας τους δεν επευφημεί την υπάρχουσα εικόνα της Ευρώπης. Αντίθετα, τη στιγμή που ο ένας μας τρομοκρατεί με τον εφιάλτη της εξόδου - ας το πούμε αφήγημα του «γιατί αλλιώς…» - ο άλλος μας καλεί να φανταστούμε μια Ευρώπη που δεν έχει υπάρξει ακόμα - κατ’ αναλογία, το αφήγημα του «αν όμως…».

 

Καθώς όμως εμείς αποδομούμε τη μονολιθικότητα της Ευρώπης, ο αντιπαθής δεξιός λυκειάρχης του Μάθε Παιδί μου Γράμματα παραμονεύει με την προβοκατόρικη έκθεση ιδεών «Η ευρωπαϊκότητα των Ελλήνων». Και όπως αμέτρητα πάνελ και δημοσιεύματα έχουν δείξει, το θέμα είναι στημένο εξαρχής ώστε να μην επιδέχεται εναλλακτικές φαντασίες της Ευρώπης παρά μόνο τη δική του. Το αμείλικτο ερώτημα λοιπόν είναι: πόσες φορές θα τη γράψεις τη γαμημένη την έκθεση πριν τον παρατήσεις μπροστά στο θλιβερό του μαυροπίνακα και πάρεις τα βουνά μαζί με την Καναβού; 

 

 

 

Κείμενο: Γιάννης Τσιουλάκης

Επιμέλεια: Λία Πανταζοπούλου

 

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.