Το ευχαριστώ του ποιητή, του Δημήτρη Κ. Σκορδίλη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Κυριακή, 03 Ιανουαρίου 2016 18:47 Συντάκτης:

 

Ένα σχόλιο στη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Γ. Ρίτσου

 

 

Με αφορμή το απόσπασμα της Σονάτας του σεληνόφωτος 1 (1956) που έχει θέμα τη σύγκριση της γυναίκας με τα μαύρα με τη γριά αρκούδα θα επιχειρήσω να παρουσιάσω το θέμα της αρκούδας και της ευχαριστίας, όπως αποτυπώνεται στο πεζογραφικό έργο του Ρίτσου, συγκεκριμένα στον τρίτο τόμο από τη σειρά Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων.

 

Το Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων 2 (1982-1986) αποτελείται από εννέα πεζογραφήματα : 1. Αρίοστος ο Προσεκτικός αφηγείται στιγμές του βίου και του ύπνου του. (πρώτη γραφή πριν 40 χρόνια με τίτλο : Ασκήσεις ειλικρίνειας ). 2. Τι παράξενα πράγματα 3. Με το σκούντημα του αγκώνα 4. Ίσως να΄ναι κι έτσι. 5. Ο γέροντας με τους χαρταετούς 6. Όχι μονάχα για σένα 7. Σφραγισμένα χείλη 8. Λιγοστεύουν οι ερωτήσεις 9. Ο Αρίοστος δε θέλει να γίνει Άγιος.

 

Στα περισσότερα κείμενα του Εικονοστασίου ο αφηγητής έχει το όνομα Ίων. Πολλές φορές παραχωρεί το λόγο σε άλλα πρόσωπα τα οποία αφηγούνται δικές τους αναμνήσεις ή ερωτικές εμπειρίες. Σε άλλα κείμενα ο αφηγητής έχει το όνομα Αρίοστος, που δίνει και το όνομα στο πρώτο και στο ένατο και τελευταίο βιβλίο της σειράς (ο ίδιος ο αφηγητής παίζοντας με τα προσωπεία του αναγραμματίζει το όνομά του σε Αόριστος και «με την αφαίρεση αυτού του όμικρον και τη μετατόπιση του τόνου γίνομαι άριστος…ο Ίων βέβαια ισχυρίζεται ότι είμαι δημιούργημά του, μα δεν καταλαβαίνει (ή δε θέλει να το παραδεχτεί) πως αυτός είναι δημιούργημά μου») 3. Πρόκειται κυρίως για αφηγήσεις παιδικών μνημών, εντυπώσεων, στοχασμών και ερωτικών φαντασιώσεων που παρατίθενται συνειρμικά χωρίς χρονολογική και λογική σειρά.

 

Το 5ο από τα 12 πεζογραφήματα του 3ου τόμου Με το σκούντημα τ ΄ αγκώνα 4, (σελ. 47-60), έχει τον αλλόκοτο τίτλο μπρούμα μπρούμα μπρουματζά , και καταλαμβάνει 14 σελίδες, γραμμένο τις 23 και 24 Ιουλίου του 1983. Ο Ίων, 5 ο αφηγητής, μιλάει σε 1ο πρόσωπο και φαίνεται να ταυτίζεται ευθέως με τον ποιητή από τη συνάφεια του λόγου (Μονεμβασιά, Γύθειο κ. ά). Η αφήγηση του πεζογραφήματος οργανώνεται με αφετηρία το ευχαριστώ της αρκούδας και απολήγει σε μια λυρική ανατομία της ευχαριστίας. Η δήλωση της αγάπης του αφηγητή για τις αρκούδες και τα κάθε λογής αρκουδάκια δίνει το έναυσμα για την ποιητική δραστηριοποίηση της μνήμης. Έχει παρατηρηθεί 6 ότι «.. πολύ συχνά στο Εικονοστάσιο θα δούμε ότι ορισμένα αντικείμενα, ήχοι, μυρωδιές, ζώα (π.χ. τα παπούτσια, τα πουλιά, οι σπάγγοι, οι αρκούδες, ένας αναπτήρας) καθοδηγούν το ρεύμα των συνειρμικών συσχετίσεων και ρυθμίζουν την ελεύθερη αναμόχλευση του παρελθόντος».

 

Η εναρκτήρια σκηνή του αφηγήματος παραπέμπει στα παιδικά χρόνια του Ρίτσου: ο ατσίγγανος και η αρκούδα του στη Μονεμβασιά, στη συνέχεια στο Γύθειο και αργότερα στην προπολεμική Αθήνα, στη συνοικία Θυμαράκια. Σχολιάζονται τα συναισθήματα και η συμπεριφορά των συμμετεχόντων θεατών στην επίδειξη των καλλιτεχνικών προσόντων της αρκούδας. Ακολουθεί μια εκτενής παρέκβαση για τη ζωή της προπολεμικής Αθήνας: οι γειτονιές της, τα πηγάδια, αργότερα τα ψυγεία με τον πάγο κ. ά. Η αφήγηση συνεχίζεται σε τρεις σελίδες χωρίς τελεία, μόνο με κόμμα. Άλλωστε η στίξη στο μεγαλύτερο μέρος του αφηγήματος περιορίζεται σε ελάχιστα κόμματα και σε λίγες παύλες (ένα είδος επεξήγησης). Μόνο στην τελευταία σελίδα του κειμένου επανέρχεται ο κανονικός ρυθμός της στίξης: άνω τελείες, τελείες, κόμματα, ερωτηματικά, εισαγωγικά. Αυτή η οργάνωση του κειμένου προσδίδει στην αφήγηση ταχύτητα και αποδίδει τον πλούτο των εντυπώσεων και την ορμητική εναλλαγή των εικόνων.

 

Με άξονα τη γειτονιά και τα παιδιά επανέρχεται στην αρχική σκηνή και δηλώνεται η κυοφορία της πασίγνωστης δικής του σύνθεσης που έχει τίτλο Η Σονάτα του σεληνόφωτος: «ο ατσίγγανος με την αρκούδα φύγανε σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης στο σούρουπο, κι από τότε θαρρώ ετοιμαζότανε η Σονάτα του σεληνόφωτος, επειδή πάνου απ΄ τη γειτονιά μας στεκόταν κι όλας μια μεγάλη πανσέληνος κάνοντας να σπιθίζουν τα γυαλιά πάνου στο σαμάρι της μάντρας του ξυλάδικου…» και μάλιστα παρατίθεται η μεγάλη ενότητα με την αρκούδα από τη Σονάτα. 7

 

Συγκρίνοντας ο ποιητής τον τριχωτό Βαγγέλη, λαϊκό μάγκα, αγωνιστή και ήρωα της ποιητικής μυθολογίας του Ρίτσου, με την αρκούδα, καθώς επίσης και τον ίδιο, συνειρμικά ανακαλούνται σκηνές από την εξορία στον Αη Στράτη με τους δύο πρωταγωνιστές: Βαγγέλης- Ρίτσος. Με τον τρόπο αυτό στο βάθος της αφήγησης υπόκειται η ιστορική εποχή και το ηρωικό παρελθόν του ποιητή: η μάντρα του ξυλάδικου όπου ακόμη δεν είχαν σβηστεί εντελώς τα κόκκινα γράμματα «Λευτεριά ή Θάνατος» και η μνεία της γιορτής του αφηγητή με τους άλλους εξόριστους στον Αη Στράτη. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο αφηγητής, τόσο εδώ όσο και σε άλλα πεζογραφήματα, μετέχει σε δύο κόσμους, τον πραγματικό και τον μυθοπλαστικό: αφενός εμφανίζεται φίλος και ακροατής πλασματικών προσώπων, Μιρέιγ, Γώγος, Βαγγέλης, Λευτέρης, Λεωνίδας, Κόλιας, και αφετέρου συνομιλητής προσώπων όπως η Λούλα, η Νίνα, ο Μίμης, που με την αναγνωρισιμότητά τους (αδέλφια του) υπηρετούν την αυτοβιογραφία του.

 

Η επόμενη σκηνή εξασφαλίζει το συνδετικό κρίκο με την αρκούδα: κι ωστόσο ένιωθα κάποια συγγένεια μαζί της - ίσως γι΄αυτό το «ευχαριστώ» της, γιατί κι εμένα από παιδί μου άρεσε να λέω «ευχαριστώ». Ακολουθούν σκηνές της παιδικής ηλικίας και ανάμεσα σε δύο παύλες εξιστορείται η ιστορία της ευχαριστίας ως ανθρώπινου χαρακτηριστικού, σύμφωνα με τον αφηγητή, η διάκριση του ευχαριστώ του ευγενούς αστού, του εύπορου θείου, και της προσωπικής αίσθησης του ποιητή, που ο ίδιος το θεωρεί δείγμα ανθρωπιάς και ανθρωπισμού:

 

κι αργότερα στα γκαρσόνια κάθε φορά που μου ’φερναν ψωμί, το ποτήρι, ένα πιάτο, κάθε φορά ένα δύο «ευχαριστώ», τόσο που ο θείος Λεωνίδας που ‘χε γυρίσει απ’ το Λίβερπουλ, ζάπλουτος έμπορος, αγγλοθρεμμένος, «σερ» με υψηλές διπλωματικές σχέσεις, και μου ‘κανε το τραπέζι σ’ ένα ρεστοράν πολυτελείας, στην «Αλεξάνδρα», μου ‘πε «δεν ντρέπεσαι, Ιων, τι ‘ναι αυτά; Δεν επιτρέπεται ποτέ να λέμε ευχαριστώ στα γκαρσόνια ούτε ν’ απευθυνόμαστε σ’ αυτά όταν κάνουμε την παραγγελία του μενού μας» κι εγώ μούτρωσα και δεν έφαγα τίποτα, κι όταν ξανάφυγε για την Αγγλία δεν του ξανάγραψα πια παρ’ ότι ήταν αυτός που μου ’χε στείλει την πρώτη πολυπόθητη κασετίνα με τις λαδομπογιές που ζωγράφισα πάνω σε ατλάζι τα πρώτα μου γκρενά και χρυσαφιά χρυσάνθεμα, κι από τότε, για να τον εκδικηθώ, έλεγα πιο πολλά και πιο σωστά «ευχαριστώ», ακόμη κι όταν έκανα έρωτα, προπάντων τότε (κι ούτε που θυμόμουνα καθόλου το θείο Λεωνίδα με τις αγγλικές συμβουλές του) έλεγα με την καρδιά μου -ακριβώς μετά τον έρωτα- «ευχαριστώ», «ευχαριστώ», κι όχι μονάχα τώρα που μεγάλωσα κι ήξερα πια τη σημασία, μα και τότε πού ‘μουνα δεκαεφτάρης έλεγα στη Ρουμπίνη «ευχαριστώ» μόλις τελειώναμε, και μια νύχτα μου λέει η Ρουμπίνη «γιατί μου λες ευχαριστώ; δική μου η ευχαρίστηση είναι» και τότε εγώ της είπα «ε, τώρα σου λέω δυο φορές ευχαριστώ» κι όπως ήμασταν πλαγιασμένοι ανάσκελα έγειρε η Ρουμπίνη το κεφάλι της με τα χαλκόχρωμα ιδρωμένα μαλλιά της στο στήθος μου κι είπε «εγώ σ’ ευχαριστώ , σ’ ευχαριστώ πολύ πολύ. Τώρα καταλαβαίνω πόσο σ’ ευχαριστώ» και λέγαμε όλη τη νύχτα ο ένας στον άλλο ευχαριστώ και ξανακάναμε έρωτα. Και κάποτε διάβασα ένα στίχο «άλλο δε ζήτησα στη ζωή παρά να φτάσω στην ευχαριστία» σαν να τον είχα γράψει εγώ. 8

 

Στο σημείο αυτό μαθαίνουμε την ευχαριστήρια φωνή της αρκούδας: μπρούμα μπρούμα μπρουματζά και την αναφορά του έργου του Αττίλα Γιόζεφ9 Ο χορός της αρκούδας. «Ο χορός της αρκούδας» είναι ένα ποίημα με επτά στροφές που η καθεμιά έχει καταληκτικό στίχο τη φράση: μπρούμα μπρούμα μπρουματζά στο οποίο άλλοτε μονολογεί η αρκούδα και άλλοτε σχολιάζει ο αφηγητής-ποιητής.

 

Χτενισμένη, με τους κρίκους για γιορντάνια,

Τι πατούσες στρογγυλές, όλο ζωντάνια!

Πού τα σέρνεις τα κανιά ;

Στρίψε στην ομορφονιά.

Μπρούμα, μπρούμα, μπρουματζά.

[ …]

Το χορό σου σέρνω αργά για να προφτάξουν

Οι ζωγράφοι το προτραίτο ναμου φτιάξουν.

Τα τσουλούφια σου, ε, Κυρά

Για πινέλο μια χαρά

Μπρούμα, μπρούμα, μπρουματζά

 

 

Στη συνέχεια αναφέροντας την αρκούδα με το ξύλινο πόδι από το Ρώσο συγγραφέα Αλεξέι Τολστόη, έργο του οποίου έχει μεταφράσει ο Ρίτσος, δηλώνει πιθανόν μία από τις πηγές της δικής του σύνθεσης Γκραγκάντα: Γκραγκάντα: «[…] η μεγάλη αρκούδα με το ξύλινο πόδι περπατούσε όλη τη νύχτα / γύρω στην τέντα […]», (71-72). Παραθέτει το απόσπασμα από το ποίημα Γκραγκάντα, γραμμένο το 1972, στο οποίο περιγράφεται η ανάβαση10 με ανεμόσκαλα στο τσίρκο-κόσμο για να ανάψει την καμένη λάμπα στο πιο ψηλότερο σημείο, ενώ δύο γελωτοποιοί με ρούχα δικά του φωνάζουν: «θα πέσει».

 

Αμέσως παραθέτει κινηματογραφικά περιγραφές αρκούδων: επίσκεψη σε ένα Ζωολογικό κήπο, όπου ακούγοντας τη φράση μπρούμα μπρούμα μπρουματζά τα αρκουδάκια γέλασαν, όλες τις παραλλαγές του Μίσα11, (πρόκειται για το ρώσικο αρκουδάκι, μια ανάμνηση από τους Ολυμπιακούς αγώνες της Μόσχας του 1980) με αναφορά του ευχαριστώ και κορυφώνεται στην περιγραφή του θεού- αρκούδα (Σελ. 57-58) : Η γήινη και αισθησιακή μορφή του θεού ως αρκούδας που γλύφει με τη γλώσσα την Πανσέληνο από την πιο ψηλή κορφή του βουνού. Η αφήγηση ολοκληρώνεται με την επιστροφή στο θέμα της παρέας με τον Βαγγέλη και με την τρυφερή και εναγώνια αναζήτηση ενός αποδέκτη του αφηγητή για το ευχαριστώ.

 

« […] δίνω τη δραχμή μου στον κυρ Νίκο, κοιτάω τα εργατόπαιδα του Μηχανοστασίου που παίρνουν το μεσημεριανό τους στα τραπεζάκια, χτυπάει ο ήλιος στα πέτρινα σκαλιά του υπόγειου, κι αυτό είναι κάτι, με κάνει να θέλω πάλι να πω σε κάποιονε «ευχαριστώ» , - μα σε ποιόν; - και νιώθω αυτό το «ευχαριστώ» ξεραμένο κάτω απ’ τη γλώσσα μου, μες στο πηγμένο σάλιο μου, σα σκληρό ρεβίθι».

 

Σε όλη την έκταση του αφηγήματος διαγράφεται ανάγλυφα ο κεντρικός άξονας που είναι το ανθρώπινο ευχαριστώ: Το ευχαριστώ μετά τον έρωτα από τον ή την σύντροφο (σελ. 55) αλλά και για όλες τις ουσιαστικές επαφές του ανθρώπου και την επικοινωνία του με τα ζώα, τα πουλιά, τη θάλασσα και τ΄ αστέρια και προπάντων τους συν-ανθρώπους. Το στόμα μου, τονίζει ο ίδιος, ψάχνει για ένα γνήσιο μεγάλο ευχαριστώ στο πεζογράφημα Όχι μονάχα για σένα. 12 Συμπληρώνοντας ότι «εκείνος που δεν έμαθε να λέει ευχαριστώ δεν έχει γίνει ακόμη άνθρωπος». 13

 

Το εικονοστάσιό μου

[…] νέες μορφές αναδύονται σκιώδεις απ’ τα βάθη της μνήμης πριν, μέσα και μετά την ιστορία, και σου ζητούν να υπάρξουν, να υπάρξεις μαζί τους, ν’αγιάσεις μαζί τους, όπως άγιασε προχτές ο Βαγγέλης. Και δεν είναι μονάχα οι Μάρτυρες που αγιάσαν με τις ίδιες τους τις πράξεις-η Ηλέκτρα, ο Τατάκης, ο Μπελογιάννης, ο Πλουμπίδης, Ο Λαμπράκης, ο Πέτρουλας, Ο Διομήδης- αλλά και οι άλλοι, οι ανώνυμοι, οι αφανείς, οι ταπεινόφρονες, οι σπιτίσιοι, με μικρές θυσίες σιωπής, εγκαρτέρησης ή και υποταγής, ή και μοναχικής εξαγρίωσης, και μου είναι ανάγκη να τους εικονίσω, να τους τοποθετήσω στο εικονοστάσιο των ταπεινών ανωνύμων Αγίων μαζί με τη μητέρα μου, τη θεία Όλγα, τη θεία Ευγενία, τον Πέτρο, τη Μάρθα, τη Μαρία, το Λευτέρη, τον Τέλη, τον Αλέκο, τον κυρ Κώστα [....] να καίω ακοίμητη την καντήλα του λαδιού, να τους ονοματίζω μ’ ευλάβεια ένα έναν στην προσευχή μου, κι έχω κι άλλα εικονίσματα πλήθος να κρεμάσω κατάντικρυ στη ματαιότητα. Κι αν μ’ αξιώσει, όπως λένε, ο θεός, κι η ζωή μου χαρίσει ακόμα λίγους χρόνους, λέω, να συνεχίσω το Εικονοστάσιο μου των Ανωνύμων Αγίων [….] το στόμα μου ψάχνει για ένα γνήσιο μεγάλο ευχαριστώ. Κάθουμαι λοιπόν εδώ άντικρυ στην μπαλκονόπορτα, ανοιχτή προς την Πάρνηθα, μ ’ένα σανίδι στα γόνατά μου, και πάνω στο σανίδι τ’ άσπρα χαρτιά, ένας γέροντας με τους χαρταετούς, και θυμάμαι, ονειρεύομαι, στοχάζομαι, φαντάζομαι, μαντεύω, προφητεύω (ναι, προφητεύω, κι ας είναι φουσκωμένη απ’ την κακοπάθια τούτη η λέξη), σωπαίνω και γράφω, γράφω, όχι μονάχα για σένα και για μένα, κι ούτε ξέρω για ποιους και πόσους ανθρώπους, για ποιους και πόσους αιώνες, γράφω, καλλιγραφώ με προσοχή και κατάνυξη παλιού ερημίτη, γράφω ο «πολυγράφος», ο ακόρεστος που μόλις τώρα προφέρει τις πρώτες του λέξεις και τις ακούει και θαυμάζει τι κόσμοι κρύβονται πίσω τους, τι θησαυρούς του ανοίγουν,-κι αχ, με πονάει η γλώσσα μου απ’ την ευτυχία της γλώσσας, μελώνει το πικρό μου σάλιο, το καταπίνω, τρέφομαι, μα ποτέ ποτέ δε χορταίνω. Ευχαριστώ, είπα. 14

 

Το γεγονός ότι ο ποιητής αναπέμπει ένα ευχαριστώ είναι η έμπρακτη απόδειξη ενός ουσιαστικού ανθρωπισμού που κηρύττει ο Ρίτσος και που αποκρυσταλλώνεται στο ποίημα με τίτλο:

 

Ευχαριστία 15

Άκουσες τη φωνή σου να λέει ευχαριστώ-

(τόσο απροσδόκητη, βουβή φυσικότητα)-ήσουν βέβαιος πια:

ένα μεγάλο κομμάτι αιωνιότητα σου ανήκε.

 

 

 

Δ. Κ. Σκορδίλης 2009/ 2015

 


 

 

 

1 τ. Στ’ , σελ. 49-50

2 Βλ. Γ. Μερακλής: Εικονοστάσιο…, μια πρώτη προσέγγιση, περιοδικό Διαβάζω, 205, σελ. 112-119.

3 Ο Αρίοστος ο Προσεκτικός αρνείται να γίνει Άγιος, σελ. 7, τ. 9ος, Εικονοστάσιο.

4 από το Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων

5 Βλ. Ο Αρίοστος αρνείται να γίνει Άγιος, αφήγημα η Ταύτιση, σελ. 96-103, από το Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων.

6 Τζίνα Καλογήρου, σελ. 379. βλ. Οι σπάγγοι στο αφήγημα Οι σπάγγοι μου στον τ. 2, Τι παράξενα πράματα.

7 Οι συχνές αναφορές του αφηγητή στην ίδια την αφηγηματική και συγγραφική του δραστηριότητα υπενθυμίζουν διαρκώς την διακειμενικότητα αυτών που διαβάζει ο αναγνώστης και τον εισάγει στη διαδικασία της ίδιας της γραφής του ποιητή. Ο Ρίτσος χρησιμοποιεί τις διακειμενικές τεχνικές για να επισύρει την προσοχή του αναγνώστη στη «βιβλιακή» υποδομή του έργου, στο γίγνεσθαι της γραφής. 389, 390 π. χ. αναφορά του Παπαδιαμάντη, του Καρυωτάκη (..λίγες σαρδέλες βαρελιού στην «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη), Αδελφοί Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκη.

8 σελ. 56

9 Μεγάλος Ούγγρος ποιητής 1905-1937 . Άλλα έργα του είναι : Νύχτα στο προάστιο 1921, Ο Ζητιάνος της ομορφιάς 1922, Δεν έχω πατέρα και μητέρα 1928. 1936, Δεν υπάρχει συγχώρεση 1936, Αυτό είναι άσχημο 1937 . Ο Χορός της αρκούδας 1836 , Αττίλα Γιόζεφ, Ποιήματα, Απόδοση Γ. Ρίτσος, 2005 4η έκδοση.

10 Η ανάβαση είναι ένα θέμα που επανέρχεται συχνά στην ποίηση του Ρίτσου.

11 Η επίσημη μασκότ ήταν το αρκουδάκι Μίσα σχεδιασμένο από τον Βίκτωρα Τσιζίλοφ , συγγραφέα παιδικών βιβλίων.

12 : Το Εικονοστάσιό μου, τ. 6, σελ. 132,

13 Με το σκούντημα του αγκώνα, σελ. 56

14 τ. 6, Όχι μονάχα για σένα, σελ. 130

15 Από τη συλλογή Μακρινό, 1975, στο τ. ΙΒ, σελ. 12

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.