Α, ρε Λίβερπουλ!.. του Θανάση Σκαμνάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019 18:48 Συντάκτης:

 

Υπάρχει μια έκφραση που επαναλαμβάνουν οι εκφωνητές των ποδοσφαιρικών μεταδόσεων. Κάποιος το είπε κάποτε και τους άρεσε (όπως εκείνο το περίφημο “γερμανικά πάντσερ”, σχετικά με τους γερμανούς ποδοσφαιριστές, αγνοώντας προφανώς πως τα πάντσερ ήταν τα τεθωρακισμένα της ναζιστικής στρατιάς - και τα οποία επιπροσθέτως ηττήθηκαν): “Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που παίζουν 22 άνθρωποι και στο τέλος νικάνε οι Γερμανοί”. (Βλέπετε, (και) το ποδόσφαιρο δεν είναι μια αθώα, μη πολιτική δραστηριότητα). 

 

Η αλήθεια είναι πως δεν επιβεβαιώνεται συχνά το ρητό, αλλά αυτό δεν πτοεί τους μεταδότες οι οποίοι το επαναλαμβάνουν σχεδόν κάθε φορά που μια γερμανική ομάδα κερδίζει. Κυρίως όταν κερδίζει δύσκολα και με γκολ στα τελευταία λεπτά.

 

Όμως οι διαψεύσεις είναι διαδοχικές. Οι τελευταίες:  στο μουντιάλ της Ρωσίας το καλοκαίρι που πέρασε η εθνική ομάδα της Γερμανίας αποκλείστηκε στη φάση των ομίλων, καθώς έχασε από το Μεξικό και τη Νότια Κορέα και στο Τσάμπιονς Λιγκ φέτος. Την περασμένη Τετάρτη η πολύφερνη Μπάγιερν έχασε από τη Λίβερπουλ στο Μόναχο, ενώ μια βδομάδα πιο πριν και η  Μπορούσια Ντόρντμουντ είχε χάσει και αποκλειστεί από την Τότεναμ.

 

Κι όλα αυτά θα μπορούσαν να στηρίξουν ένα αντίθετο ρητό: ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα όπου παίζουν 22 άνθρωποι και στο τέλος χάνουν οι Γερμανοί;

 

Καθώς το ποδόσφαιρο, παρά όσα γίνονται, είναι παιχνίδι, καλό είναι να αποφεύγονται τέτοιου είδους γενικεύσεις. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για Γερμανούς. Γιατί ακόμα κι εκείνο το ότι πόλεμος είναι μια περιπέτεια που αρχίζουν οι Γερμανοί οι οποίοι στο τέλος τα χάνουν όλα, δεν μπορεί να έχει καθολική ισχύ, παρά την εμπειρία του 20ου αιώνα.  

 

Γιατί οι Γερμανοί (οι κυρίαρχες τάξεις φυσικά, αλλά και εκείνοι που τις ακολουθούν, ζώντας ξανά και ξανά τις αυταπάτες και το μύθο που οι κυρίαρχοι διαδίδουν) έχουν πάντα την επιμονή και την ικανότητα να ανασυγκροτούνται και να ξαναβγαίνουν στο προσκήνιο με νέες απαιτήσεις και νέους ρόλους.

 

Όπως έγινε με το το μεταπολεμικό “γερμανικό οικονομικό θαύμα”, έστω κι αν χρειάστηκε να πληρώσουν ακριβά πολλοί λαοί, ανάμεσά τους και ο ελληνικός που χάρισε δάνεια και αποζημιώσεις, χρειάστηκε ο μεγάλος αμερικάνικος σχεδιασμός και οι μεγάλες οικονομικές επενδύσεις λόγω της θέσης της χώρας στο μέτωπο του ψυχρού πολέμου και ούτω καθεξής.

 

Φυσικά συνέβαλε και η οργάνωση και εργατικότητα του γερμανικού λαού (και η επίδραση των αυταπατών που λέγαμε). Η ίδια που τον θέλει να κάνει κάθε δουλειά με συνέπεια και ολοκληρωμένα. Χωρίς υπαρξιακά ερωτήματα και απερισκεψίες, αμφισβητήσεις, διασκεδάσεις και σπατάλες.

 

Στη γραμμή που λέει πως, αφού φτιάξαμε το Άουσβιτς θα αξιοποιήσουμε τα πάντα με άψογη οργανωτικότητα: οι ικανοί προς εργασία θα δουλεύουν τσάμπα στα εργοστάσια της IGFarben, της Κrupp κλπ, οι υπόλοιποι θα χρησιμεύσουν στην παραγωγή λίπους για την κατασκευή σαπουνιών, οι στάχτες τους για να κλείνουμε τις λακούβες στους δρόμους, τα μαλλιά για να πλεχτούν χαλιά και κουβέρτες, γυαλιά, παπούτσια, δόντια, νύχια… σε ανάλογες εφαρμογές! Τίποτα δεν πρέπει να πάει χαμένο. Γιατί ό,τι κάνεις πρέπει να το κάνεις καλά. 

 

Φυσικά είναι ο καπιταλιστικός ορθολογισμός που βρήκε την αποθέωσή του, στην προτεσταντική καλβινιστική θεολογία, η οποία προτάσσει την εργασιακή ηθική της σκληρής δουλειάς, του ασκητικού βίου και της συστηματικής αποταμίευσης. (Όπως λέει και ο  Μαξ Βέμπερ στο έργο του “Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού”).

 

Έτσι πάνω σε ξένες πλάτες αλλά και με σοβαρή συγκρότηση και δουλειά γεννήθηκε ένα “θαύμα” που κατακλύζει (και απειλεί πάλι) την Ευρώπη.

 

Φυσικά, κανένας παράδεισος δεν είναι χωρίς αμαρτίες. Για παράδειγμα η Ζήμενς, που την ξέρουμε καλά εμείς εδώ, η Φολκσβάγκεν με τις κομπίνες σε βάρος της υγείας εκατομμυρίων ανθρώπων κοκ.    

 

Αλλά το κράτος δουλεύει ρολόι.

 

Αν χρωστάει ο πολίτης πρέπει να πληρώσει. Αλλιώς θα του κατασχεθεί το αναπηρικό καροτσάκι, αν είναι ανάπηρος, κι αν το καροτσάκι είναι δανεικό θα κατασχεθεί το κουτάβι του, θα πουληθεί έναντι 700 ευρώ για να εξοφληθεί το χρέος. Καθώς οι Ράμπο των κατασχέσεων δεν καταλαβαίνουν από αισθήματα, αναπηρίες και τέτοια (κι ας μη βιαστεί να θαυμάσει κανείς τη φαντασία μου ή να οικτίρει τις υπερβολές μου, γιατί το περιστατικό αυτό είναι πραγματικό, και μεταδόθηκε πριν μερικές ημέρες από τα ειδησεογραφικά πρακτορεία). 

 

Έτσι λοιπόν, μέσα στην καθημερινότητα, ανεπαισθήτως και ουσιαστικά, ξαναγεννιέται ένα τέρας που έχει πιθανόν άλλη μορφή, αλλά ίδια ουσία και ίδιους γεννήτορες.

 

Γιατί μη νομίσει κανείς πως ο φασισμός του ’30 ήταν καταραμένος για τις κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης και των ΗΠΑ, όπως εμφανίστηκε μετά. Το αντίθετο. Κι ούτε γεννήθηκε με μιας στις μπυραρίες του Μονάχου και στα τάγματα εφόδου. Ήταν η συνήθεια, η ανοχή και η επιθυμία μιας ασφάλειας, σε μια ανασφαλή εποχή. Η ασφάλεια εξασφαλίστηκε!.. Η τάξη επιβλήθηκε!.. Και μετά τον ορυμαγδό των βομβών εξασφαλίστηκε και η ησυχία!.. Νεκροταφείου!

 

Οι άνθρωποι λησμονούν το παρελθόν και γι’ αυτό ξαναβαδίζουν σε όμοια μονοπάτια. Πιστεύοντας πως αυτή τη φορά δεν θα είναι ίδια η κατάληξη. Αυτή είναι η λογική των ανοήτων. Οι οποίοι μετά δεν έφταιγαν γιατί δεν ήξεραν!..

 

Ο Χάνριχ Μπελ στο σπουδαίο μυθιστόρημα του Μπιλιάρδο στις εννιάμισι (εκδ. Πόλις), διαπραγματεύεται τη σχέση της μεταπολεμικής Γερμανίας με το παρελθόν της, και όπως σχολιάζει στο επίμετρο η μεταφράστρια του βιβλίου Μαργαρίτα Ζαχαριάδου:

 

“Η πλημμελής διαλεκτική ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν λειτουργεί παραμορφωτικά και για τα δύο και, ταυτόχρονα, ως τροχοπέδη για τους ανθρώπους - τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο…  Μόνο η συναισθηματική επεξεργασία του παρελθόντος είναι ικανή να συνδέσει τον αποσπασματικό χρόνο, τα επεισόδια της ζωής σε ένα συνειδητό όλον…

 

”Η Γερμανία έσπευσε κατά τον Χάινριχ Μπελ, να δρομολογήσει το παρόν της χώρας της χωρίς να συναγάγει κανένα ορθό συμπέρασμα, κανένα μάθημα από το παρελθόν… Για τον Μπελ αυτή η εκ νέου κυριαρχία του χρήματος δεν είναι παρά μια άλλη εκδοχή της ωμής δύναμης και της στείρας προσκόλλησης στην Τιμή, την Αξιοπρέπεια και το Καθήκον, που στάθηκε πυξίδα της Γερμανίας κατά τα πενήντα τραυματικά χρόνια ιστορίας που ξεδιπλώνονται στο βιβλίο”.

 

Κι έτσι ο φασισμός ξανασηκώνεται. Γιατί, όπως έγραφε ο Μάνος Χατζηδάκις:  «Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του”. (Θα επανέλθουμε στο Μάνο Χατζηδάκι και στο σπουδαίο του άρθρο).

 

Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν το επικυρώνει: “Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι συνθήκες που κάποτε γέννησαν το Ολοκαύτωμα δεν έχουν ριζικά μεταβληθεί. Αν υπήρχε κάτι στην κοινωνική μας τάξη, το οποίο έκανε δυνατό το Ολοκάυτωμα το 1941, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι έχει έκτοτε εξαληφθεί” (Νεωτερικότητα και Ολοκαύτωμα)

 

Είναι, λοιπόν, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο οποίος μας υπενθυμίζει ανατριχιαστικά την επικαιρότητα αυτών των διαπιστώσεων, που κάποτε θεωρήσαμε παλιές,  όταν ανακαλύπτει πως ο Μουσολίνι μπορεί να ήταν φασίστας, να συντάχτηκε με το Χίτλερ και να συνήργησε στον πιο καταστροφικό πόλεμο της Ιστορίας, αλλά έκανε έργα υποδομής στην Ιταλία.

 

Είναι ξανά το Βαθύ της Σάμου, είναι οι κραυγές της Ραχήλ Μακρή στο Γέρακα, είναι το Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης, είναι…, είναι…

 

Είναι ο καθημερινός φασισμός, όπως τον κατέγραψε ο Μιχαήλ Ρομ στη σπουδαία ταινία του, που κάποτε μας φαινόταν ιστορικό ντοκουμέντο και τώρα είναι σχεδόν ντοκυμαντέρ για το παρόν μας.

  

Για να μη φτάσουμε πάλι και πάλι, και άλλοι, να επαναλάβουμε την απελπισμένη κραυγή του Καρλ Γιάσπερς, στις διαλέξεις του προς του φοιτητές του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, μιλώντας για την “γερμανική ευθύνη”:

 

“Χιλιάδες άνθρωποι στη Γερμανία αναζήτησαν το θάνατο αντιστεκόμενοι στο καθεστώς και πολλοί βρήκαν το θάνατο, οι περισσότεροι ανώνυμοι. Εμείς που επιβιώσαμε δεν αναζητήσαμε τον θάνατο, δεν εξοριστήκαμε όπως οι φίλοι μας οι Εβραίοι, δεν βγήκαμε στους δρόμους, δεν κραυγάσαμε μέχρι να μας εξοντώσουν. Προτιμήσαμε να σώσουμε τη ζωή μας με τη φτηνή δικαιολογία ότι ο θάνατος μας δεν θα εξυπηρετούσε σε τίποτα. Το ότι σώσαμε τη ζωή μας μάς καθιστά ένοχους…”

 

Ακόμα κι αν έχεις κάποιες αντιρρήσεις για τις διατυπώσεις αυτές, δεν μπορεί να μην ανατριχιάσεις από τη δραματικότητά τους. Λέγονται το χειμώνα 1945-1946, του “έτους μηδέν”, κατά Ροσσελίνι, για τη Γερμανία.        

 

Από την ελαφρότητα ενός ποδοσφαιρικού αγώνα ξεκινήσαμε και δες που φτάσαμε. Καταραμένοι συνειρμοί και καταραμένη συνάφεια των πραγμάτων.

 

Αλλά είναι αυτή η ιδεολογία του γερμανικού θαύματος που θέλουν να μας μεταδώσουν και την οποία αφελείς αναπαραγωγείς μεταφέρουν καθημερινά μέσω ποδοσφαιρικών εικόνων, που είναι οι πλέον εύληπτες.

 

Ούτως ώστε κι εμείς, όταν χάνουν οι Γερμανοί, να αισθανόμαστε ανακούφιση, γιατί οι  θαυμαστές του “θαύματος”, που σκέφτονται ή ανέχονται τη μίμησή του, ίσως, σε μια αντιστροφή του επιχειρήματος, να καταλάβουν πως είναι (κι αυτό) ψεύτικο. Και οπωσδήποτε επικίνδυνο! 

 

 

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.