Εκτύπωση Σελίδας

Οι δεύτεροι ρόλοι, του Θανάση Σκαμνάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο, 13 Απριλίου 2019 20:18 Συντάκτης:

 Πριν λίγες μέρες ο Σαράντος Φράγκος έγραφε εδώ για την Τέταρτη διάσταση του Γιάννη Ρίτσου. Καθόλου τυχαία επιλογή, θέλω να υποθέσω, κυρίως επειδή (και πάλι) αυτή την εποχή τραβιούνται όλο και περισσότερο τα νερά παίρνοντας μαζί τους ιδέες, αντικείμενα και ανθρώπους και τους παρασύρουν στα άπατα· χάνονται απ’ το οπτικό πεδίο.  

 

Και παίρνοντας αφορμή είπα κι εγώ να συνεχίσω τη συζήτηση για τα δεύτερα πρόσωπα: την Ισμήνη, τη Χρυσόθεμι, τον Πυλάδη, τον Αίμονα… Το Βαγγέλη, το Θωμά, την Ηρώ…

 

Που δεν κοίταξαν έξω να κάνουν υπολογογισμούς, τι είναι πρέπον, τι συμφέρει - καλύτερα να μην ανακατεύεσαι αδερφέ γιατί θα βρεις το μπελά σου!

Τους παρέσυρε στην τρέλλα της, στην εμμονή της, στο δικό της φόβο η Αντιγόνη… Αυτή η τρέλλα των θεών. Πάντα μια τρέλλα των θεών… Ή των ανθρώπων. Ως αναπόφευκτη. Ως αυτή που δεν μπορούσε να είναι αλλιώς. Ως η ανάγκη.       

 

Δεν αξιώθηκαν σχεδόν ούτε μια δική τους τραγωδία. Συμπληρώνουν τη δράση, υποστηρίζουν ή αντιτίθενται χάριν της πλοκής, αλλά δεν συνιστούν πλοκή οι ίδιοι. (Μερικές φορές, έτσι όπως περνούν στο έργο νομίζεις πως είναι οι απαραίτητες σκιές, τις οποίες μια μοντέρνα μεταγραφή θα μπορούσε να έχει απαλείψει. Περικοπές λόγω λιτότητας. Ίσως λιτότητας των μέσων. Γιατί να πολυφορτώνεις το έργο με περιττά; Η εποχή μας δεν επιτρέπει τη φλυαρία στη σκηνή, την ευνοεί στην πλατεία. Ούτως ή άλλως η εποχή γέμισε με επικαιρότητες και επικαιρικά πρόσωπα. Μετά την απομάκρυνση από την οθόνη περνούν στην παντελή απουσία).

 

Μπορεί ο Ορέστης να μη διέπραττε το φόνο της μητέρας του της Κλυταιμνήστρας αν δεν  στεκόταν κερί αναμμένο δίπλα του ο Πυλάδης. Αλλά τον Πυλάδη τον χάσαμε μετά. Δεν ασχολήθηκε μαζί του καμιά τραγωδία, ούτε καν οι Ερινύες.

 

Κι ωστόσο, όταν ο θεατρώνης κόβει το ρόλο απ’ την παράσταση το έργο μένει μετέωρο, σα να μην είναι αυτό…

 

Οι πρώτοι κοιτούν αλλά δεν βλέπουν, έχουν μια ιστορία στα μάτια τους, πιθανόν ένα μέλλον, ένα μεγάλο βάρος τους τυφλώνει, οι δεύτεροι απολαμβάνουν το μικρό, το μάταιο, το ωραίο:

 

“ “Η αίσθηση του ωραίου” - θυμάμαι πούλεγε ο παιδαγωγός μας - “συνυφαίνεται πάντα

με την έννοια του μάταιου”. Και μονάχα το ωραίο θαρρώ μπορεί ν’ αντέξει 

άντικρυ σ’ όλο το μάταιο κι ανεξήγητο, χωρίς ελπίδα

δικαίωσης ή ανάστασης. - Α, εκείνη η ευγενική ανιδιοτέλεια. Η αδελφή μου

δεν ανεχόταν το  ανεξήγητο, - κ’ ίσως γι’ αυτό παραλόϊσε

Αυτός είναι ένας μονόλογος που χάρισε πολλούς αιώνες μετά ο Γ. Ρίτσος στη Χρυσόθεμι, τη σιωπηλή αδελφή της Ηλέκτρας.

 

Όταν η Ιστορία αποσύρει την εμπιστοσύνη της στα μεγαλειώδη, πολέμους, επαναστάσεις, ανατροπές, σχέδια του κόσμου, και διάγει τον βίο της καθημερινής ματαιότητας, αποσύρει και τα μεγάλα πρόσωπα, δεν τα έχει ανάγκη κι ούτε κι εκείνα έχουν που να ξοδέψουν τη δύναμη και τη θέλησή τους.

 

Τους θαύμασαν άπειρες φορές, όταν απτόητοι, χωρίς να τρέμουν από το φόβο, στέκονταν αντιμέτωποι με τα ξεσπάσματα της καταιγίδας και των γεγονότων, σηκώνοντας στην πλάτη και στη σκέψη τους την ανάγκη χιλιάδων. 

 

Εκτός εποχής και εκτός ζήτησης, “μήτε κατάρες πια και μήτε επευφημίες”, επιστρέφουν στην καθημερινή μελαγχολία, όπου δεν βολεύονται, μαθημένοι πρωταγωνιστές. Καθώς  αγνοούν την ειρήνη και το βάθος της σιωπής μιλούν χωρίς ανταπόκριση και μαραίνονται στις αναμνήσεις, είτε του παρελθόντος είτε του μέλλοντος.

Δέσμιοι του ταλέντου και της αξίας τους.

 

Αποσύρεται ο καιρός και μένουν να αμφιβάλλουν, τι υπήρξαν, τι μπορεί να υπάρξουν. Λοιδώρησαν τόσο πολύ τις γαρδένιες στο μπαλκόνι, ώστε το μάτι τους δεν μπορεί να αναπαυθεί σε μιαν άνοιξη. Καταστρώνουν καινούργια σχέδια, αλλά ο ορίζοντας δεν δείχνει εύθυμος και βολικός.

Άπορος καιρός.     

 

Γι’ αυτό τόσα σπασμένα ξύλα ξεβράζονται στις λεωφόρους, τόσες υποσχέσεις μένουν ανεπίδοτες. Οι άνεμοι στροβιλίζουν σκουπίδια από άλλοτε ζωές, αποσπάσματα, μερικά όνειρα, πολλά συντρίμια, δύσκολα να συναρμολογήσεις εξέδρες, ομιλίες, εμπνεύσεις, ενθουσιασμούς.     

 

Τώρα έχουν αλλάξει οι ιεραρχήσεις. Πρωτεύει η εξάσκηση στην υπομονή. Είναι ο καιρός των δεύτερων ρόλων. Είναι μια βιωτική ισορροπία. Είναι η τεθλασμένη κίνηση της Ιστορίας, η ανάγκη να συμπληρώνονται τα κενά.

 

Οι πρώτοι εξασκούν την ανυπομονησία τους και εξαντλούνται απ’ αυτήν.

 

Οι δεύτεροι εξασκούν την υπομονή τους. Το χρώμα τους είναι σε πιο γήινη εκδοχή και γι’ αυτό δεν ξεχωρίζουν εύκολα, χωνεύονται στο φόντο. Μιλούν λίγο, όταν θεωρούν πως χρειάζεται.

Στο καφέ που μπαίνεις δεν πέφτει το βλέμμα σου πάνω τους, αν και είναι πάντα εκεί, στο ίδιο τραπέζι. Τους καταλαβαίνεις περισσότερο αν λείπουν. Υπάρχει εμφανές κενό.

 

Κάποια φορά είπε ο Βαγγέλης, καθώς έχτιζε έναν τοίχο: πως μπορώ να στηρίξω;

Δεν ήξερες αν εννοούσε τον τοίχο ή τα σχέδια που έλεγαν οι άλλοι. 

Προσηλωμένος όχι γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, αλλά γιατί δεν θέλει να κάνει αλλιώς - η επιλογή του έχει περισσότερο την έννοια της αναγκαιότητας.

 

 Όχι ως ιερέας της πίστης του, από επαγγελματικό ζήλο ή από έλλειψη αυτοπεποίθησης, αλλά γιατί ξέρει, ξέρουν, στο βάθος τι χρειάζεται να γίνει, ποιος θα το κάνει, πως.

 

Η αφάνεια, έλεγε ο γέροντας παιδαγωγός μου, είναι το πρόσωπο του βάθους”. 

 

Αλλά, προ πάντων, τον καιρό της αφόρητης ανίας, όταν δεν φαίνεται ούτε πουλί στον ορίζοντα, ούτε πλοίο, ούτε προσδοκία ακτής, μένουν να διατηρούν την ελπίδα του πλοίου και των πληρωμάτων.

 

Μπορεί να κυκλοφορούν σαν σκιές. Σχεδόν δεν πιάνουν χώρο και δεν επιβαρύνουν. Το πως επιβιώνουν είναι θαύμα, αλλά επιβιώνουν. Χάρις στους άλλους και για χάρη των άλλων.

Αθόρυβα, σα να υπήρχαν εκεί πάντα, μέρος του πλοίου, σαν κατάρτι ή σαν άγκυρα.

 

Ένα σκυλί που τους ακολουθεί, είναι θαύμα πως τρέφεται. Εκείνο θα ξέρει να πει πιο πολλά για τις νύχτες όταν αγρυπνάνε με τα μάτια στο ταβάνι. Όταν ταλαντεύονται περισσότερο από το καράβι… Και αμφιβάλλουν!

 

Το πρωί είναι πάλι εκεί, στις μηχανές, στο κατάστρωμα, στις φροντίδες του ανεφοδιασμού.   

Σκουραίνουν με τον ουρανό κι ανακουφίζονται στην αιθρία, αλλά πάντα με το ίδιο βλέμμα. Όχι ακίνητο, όχι ασαφές. Μόνο το ίδιο. Ίσως λίγο πιο άσπρο, σα να πέρασε η ορμή του χειμάρρου από μέσα και ξάσπρισε τις πέτρες.

 

Σαν τους στίχους του ποιητή, δεν είναι περιττοί, αλλά ούτε μεγάλοι, είναι μόνο αναγκαίοι.

 

Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε, εκείνα που έρχονται, προ πάντων εκείνα που φτιάχνουμε, είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε”. Στο “δώσουμε” κατέληγε η φωνή τους.  Κι ύστερα πάλι σιωπή. Ήδη φορτωμένη, από τις λίγες λέξεις.  

 

( “Αρκεί να σπάσουμε την πολιορκία της στιγμής, έλεγε. -Πως; Πές μας. Δεν απάντησε. Αρκεί να θυμηθούμε”…)

 

Τους εμπιστεύεσαι, όταν εστιάζουν το βλέμμα τους και σου λένε: αυτή είναι η πορεία. Δεν είναι γιατί έχουν σπουδάσει τα ναυτικά, αλλά γιατί ξέρουν… Όπως όταν γεμίζει το ψυγείο με νερό. Όταν υπάρχει καφές στο ντουλάπι. Φυσικά, απλά, χωρίς ήχο. Γιατί δεν κάνουν θόρυβο οι πράξεις· υπάρχουν, σαν κανονικές, σαν προϋποθέσεις.  

 

Καθώς δεν τους όρισε “το πάθος των πρωτείων”, δεν καταβυθίστηκαν όταν τα φώτα αποσύρθηκαν από το πρόσωπο τους και στράφηκαν αλλού. Δεν πικραίνονται επειδή δεν τους καλεί ο θεατρώνης για κάτι πρωταγωνιστικό.   

 

Εξακολούθησαν να γυρίζουν σπίτι μετά τη δουλειά, να περιμένουν στο τραπέζι, να χορτάσουν ή όχι (κανείς δεν θα γράψει για το τι γίνεται στο τραπέζι, τα έργα δεν περιγράφουν καθημερινότητες), να πουν μερικές ιστορίες της ημέρας, ποιον απείλησε ο διευθυντής, ποιος έκανε λάθος στους λογαριασμούς, τέτοια, μπρος από μια οθόνη να παραδειγματιστούν από άλλες πιο ζωηρές ζωές και να αποσυρθούν, εν τέλει, έχοντας υπηρετήσει τη θητεία τους, στη “χορταστική ολιγάρκειά” τους.

Που οι επόμενοι, πιθανόν, θα την αγνοήσουν έως αμνησίας.

 

Ωστόσο, έχεις δίκιο, δεν πρέπει να παραλείψω τη διαλεκτική. Γιατί ακόμα κι η ζωή έχει λιγότερο άσπρο-μαύρο. Υπάρχουν οι ενδιάμεσες αποχρώσεις. Και δεν είναι οι μεν και οι δε. Είναι οι μεν μέσα στους δε και το ανάποδο. Είναι ευκολία η απόλυτη διάκριση, αλλά δεν είναι ρεαλισμός. Όλοι αυτοί οι δεύτεροι ρόλοι  δεν είναι μόνον αρετή, αξιολάτρευτη ανιδιοτέλεια και τα παρόμοια. Κι οι πρώτοι δεν είναι μόνο ο ορισμός της ματαιοδοξίας, έχουν κι αυτοί ένα τραπέζι, μια δουλειά, μικρές ιστορίες, μιά οθόνη, πίστη!…

 

Οι αφέλειες οι εμπάθειες, οι κακότητες, που πήγανε; Πάλι ιδανικά σχήματα φτιάχνω, μη πραγματικά, και άρα μια αναπαραγωγή των διακρίσεων και εν τέλει του ίδιου του κακού, ενώ πρέπει να έχω το νου μου στις υπερβάσεις. Και η υπέρβαση δεν είναι μόνο μεταφορά σε μιάν άλλη σφαίρα, όπως λέει ο Μαρξ, ούτε εξάλειψη, ή διαφύλαξη μόνο, αλλά και τα δυό ταυτόχρονα.  

 

Ναι., ναι συμφωνώ. 

 

Οι εικόνες είναι ακίνητες. Στην κίνηση όμως, και κυρίως στην κίνηση της ζωής, οι θέσεις αλλάζουν συνεχώς, οι ρόλοι μπερδεύονται, αναμειγνύοντας και τις διαθέσεις και τις στρατεύσεις και τις υπηρεσίες, ανάγκες, φιλοδοξίες, ταπεινότητες και μεγαλειώδη εξ αντικειμένου. Και πρό πάντων τις αμφιβολίες!..

Όταν μπλέκεις με την Ιστορία τίποτα δεν είναι αμελητέο και τίποτα δεν προσδιορίζεται μόνο από το τι επιθυμείς. Σου επιβάλλει τις επιλογές της και σε αλλάζει.

 

Όλα αυτά είναι σωστά και ωραία, και διαλεκτικά, και αλήθεια της πραγματικής ζωής. Αλλά να, είχα την επιθυμία να μιλήσω για τον μπάρμπα το Θανάση, εφτά φορές σε θάνατο και είκοσι χρόνια έγκλειστος, χωρίς δήλωση, να πω για την πεποίθησή του, την πραότητα και την κατανόησή του. Να μιλήσω για τους σιωπηλούς ανθρώπους που κρατήσανε τις άλλες φορές και κρατάνε κι αυτή. Και μας  κρατάνε. Για εκείνους του Μανώλη Αναγνωστάκη:  “Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα… Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες…”      

 

Τους δεύτερους ρόλους. Έστω σαν εικόνα, η οποία μπορεί να εμπεριέχει την κίνηση και μια επαλήθευση της αξίας και των αξιών.

Εκείνους που νομίζεις πως δεν κοίταξαν ποτέ μέσα τους, να εξερευνήσουν τις πιθανότητες και τις επιθυμίες. Που ορίστηκαν να είναι σιωπηλοί, υπομονετικοί, ανένδοτοι κι ακαταπόνητοι, στον ηρωισμό της αντιμετώπισης του φόβου τους, μόνο, όχι του φόβου των άλλων. Και που εν τέλει σηκώνουν το φόβο του κόσμου και των μεταπλάθουν σε προσδοκία. Και ένα ειδος βεβαιότητας…

 

 Την Ισμήνη, τη Χρυσόθεμι, τον Πυλάδη… Τη Βαγγελιώ, τη Γιάννα, τον Παναγιώτη…

 

“Κι η αίσθηση τούτη η εξαίσια, κάποιες ώρες, πως τίποτα δεν χάθηκε·- δεν χάνεται τίποτα- Ακούτε;”

 

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟ ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΑΜΝΑΚΗΣ