«Ἔστιν οὖν τραγωδία»… Ικέτιδες της Όλγας Μοσχοχωρίτου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη, 03 Οκτωβρίου 2019 12:22 Συντάκτης:

 

Σε Σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του Θ.Ο.Κ

 

Επτά μανάδες – δύστυχες – επτά

 παιδιά γεννήσαμε – κι ήσαν στολίδια

του Άργους μας – κι απ’ όλους ξεχωρίζανε.

Και χαθήκαν – κι εγώ γερνάω τώρα

Και δεν ανήκω ακόμα στους νεκρούς,

Και δεν ανήκω πια στους ζωντανούς,

Απ’ όλους χώρια μ’ ήθελε η μοίρα

                                      Μητέρες αργείων στρατηγών

 

Οι «Ικέτιδες» του Ευριπίδη, θεωρούνται ως ένα έργο με αρκετά προβλήματα και που δεν συνάδει με την αρτιότητα των υπόλοιπων τραγωδιών του.

Το θέμα τους είναι διαφορετικό από κείνο της ομώνυμης τραγωδίας του Αισχύλου και αποτελεί ένα εγκώμιο στο Δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, αλλά και μια Εθνική προειδοποίηση για την ύβρη που μπορεί να διαπράττουν οι νικητές των πολέμων απέναντι στους ηττημένους. Πέρα από τον αντιπολεμικό του χαρακτήρα, προτάσσει τους θεσμούς και την πολιτισμένη συμπεριφορά, την έλλογη αντιμετώπιση των προβλημάτων έναντι της χαώδους εκδίκησης και υπεροψίας.

Ταυτόχρονα, αποτελεί την σκηνική απεικόνιση του πένθους, όπως αυτό εκφράζεται από τις χαροκαμένες μάνες των ηττημένων στρατιωτών κάθε πολέμου. Και κάτι περισσότερο: Αποτελεί μια θρηνωδία για τη χαμένη νιότη των νεκρών κάθε πολέμου. Είναι, τέλος, μια τραγωδία «πολιτική» πάνω στην ανθρώπινη μοίρα.

Υπό αυτήν την έννοια, η τραγωδία παραμένει κλασσική, ήτοι μπορεί να εκφράζει ανά τους αιώνες το ίδιο αίτημα, να αντανακλά συνεχείς σύγχρονες ανάγκες. Όπως είναι η ειρήνη και ο σεβασμός των νεκρών. Ένα έργο για τον πόλεμο - μετά. Με τη γυναίκα, ως μητέρα αλλά και ως σύζυγο να βγαίνει με παρρησία στο προσκήνιο και με το θρήνο της να δίνει το πραγματικό μέγεθος των πραγμάτων. Αλλά και με τη γυναίκα να παίρνει θέση στις δημόσιες υποθέσεις.

Ο Θησέας θα υπερασπιστεί το δίκαιο των αδυνάτων, αποδεικνύοντας την υπεροχή της Δημοκρατικής Αθήνας.

Πάνω απ’ όλα όμως, κι αυτό το γεγονός την καθιστά κάθε φορά επίκαιρη και σύγχρονη, ως λόγο, δομή, φιλοσοφία θέασης των εγκοσμίων, είναι που θέτει με τρομερά πρωτοποριακό τρόπο, 2.500 χρόνια πριν, το Δίκαιο του Ικέτη και το Πολιτικό Άσυλο, στο προσκήνιο της Ιστορίας, ως ιερό θεσμό της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Η τραγωδία, είναι γραμμένη το 422 π.χ, στον απόηχο της μάχης στο Δήλιο το 424 π.χ, όταν οι Θηβαίοι, σύμμαχοι της Σπάρτης, νίκησαν τους Αθηναίους και δεν τους επέτρεψαν να παραλάβουν προκειμένου να θάψουν τους νεκρούς τους.

Μη θεωρώντας το έργο αυτό οι σκηνοθέτες μας ισάξιο με τα υπόλοιπα διασωθέντα έργα του μεγάλου τραγικού, οι νεώτεροι θεατές αλλά και οι περισσότεροι από εμάς, δεν το είχαμε δει στη σκηνή.

Το έργο παίχτηκε από το Εθνικό Θέατρο πριν 53 χρόνια, έκανε δηλαδή πρεμιέρα στις 26 Ιουνίου 1966, σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη (Αλέκα Παϊζη: Αίθρα, Βασίλης Κανάκης: Θησέας).

Όμως η παράσταση που μεταπολιτευτικά έχει μείνει ως σημείο αναφοράς είναι αυτή και πάλι του ΘΟΚ (Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου) που ανέβηκε το 1978, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, με το ζήτημα των αγνοουμένων Κυπρίων στην πρώτη γραμμή του προβλήματος. Η σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους τότε, με την Τζένη Γαϊτανοπούλου στο ρόλο της Αίθρας και τον Στέλιο Καυκαρίδη στο ρόλο του Θησέα, χωρίς να παρεμβαίνει καθόλου στο κείμενο, παρέπεμπε, με το έντονο βυζαντινό μουσικό στοιχείο, τα μοιρολόγια ακόμα και τα υλικά που φτιάχτηκαν τα σκηνικά και τα κοστούμια, στη σύγχρονή του εθνική τραγωδία, εφόσον στηρίχτηκε στη λαϊκή παράδοση της Μεγαλονήσου, ενώ ακόμα και η μετάφραση οδηγούσε πίσω στα κυπριακά ακριτικά έπη.

Ήταν τέτοια η επιτυχία της παράστασης που με αυτήν εισήλθε για πρώτη φορά ο Θ.Ο.Κ στην Επίδαυρο το 1980.

Επομένως θεωρώ ευτυχή την απόφαση του Εθνικού Θεάτρου να συνεργαστεί με τον ΘΟΚ για το ανέβασμα αυτής της παράστασης.

Στο έργο οι μητέρες των «Επτά επί Θήβας», δηλαδή των Αργείων στρατηγών που συμμάχησαν με τον Πολυνείκη και πολέμησαν εναντίον της Θήβας, καταφθάνουν στην Ελευσίνα – κατά την περίοδο τέλεσης των Ελευσίνιων μυστηρίων – και προσπέφτουν Ικέτιδες στην Αίθρα, μητέρα του Θησέα, και στον ίδιο το βασιλιά της Αθήνας. Συνοδευόμενες από το βασιλιά του Άργους, τον Άδραστο, παρακαλούν το Θησέα να μεσολαβήσει προκειμένου, ο Κρέων να απελευθερώσει τα σώματα των παιδιών τους, που παραμένουν άταφα, ενάντια στον πανελλήνιο νόμο για σεβασμό προς τους νεκρούς.

Ο Θησέας μεταπείθεται από τη μητέρα του Αίθρα – που σε μια καθοριστική παρέμβαση, σπάνια για γυναίκα πάνω σε δημόσιες υποθέσεις – και αποφασίζει να δράσει. Τον προλαβαίνει, ο ερχομός του Θηβαίου Κήρυκα που, με την έπαρση του νικητή, απειλεί τους Αθηναίους με πόλεμο αν σκεφτούν να διεκδικήσουν τους νεκρούς στρατηγούς.
Υπακούοντας στο ηθικό χρέος και εκπροσωπώντας ένα κράτος δικαίου και δημοκρατίας, ο Θησέας οδηγεί το στρατό των Αθηναίων στη Θήβα – και χωρίς να αλώσει την πόλη – επιστρέφει στην Ελευσίνα με τα παιδιά των Ικέτιδων.

Εν τω μεταξύ μεσολαβεί η αυτοκτονία της Ευάνθης που πέφτει στην πυρά για να συνοδέψει τον σύζυγό της Καπανέα στο θάνατο, ο πατέρας της Ιφις θρηνεί το θάνατο της κόρης του και ο Άδραστος ορκίζεται παντοτινή συμμαχία και φιλία με την Αθήνα

Το έργο τελειώνει με την παρέμβαση της Αθηνάς, της Θεάς - μητέρας της Αθήνας που θα θέσει εκ νέου σε κίνηση τον μοιραίο μηχανισμό:

Τώρα μιλώ στα τέκνα των Αργείων

Όταν στη νιότη φτάσετε

Την πόλη του Ισμήνου θα πάρετε, τον φόνο

Των χαμένων γονιών σας εκδικώντας…

Σα να μας λέει ο ποιητής ότι το τέλος ενός πολέμου είναι μόνον η αρχή του επόμενου…

Ο Στάθης Λιβαθινός προσέγγισε την τραγωδία με απόλυτα λιτό τρόπο, δημιουργώντας ένα κλίμα πένθους και επιθανάτιου τρόμου, σ’ ένα τοπίο μετά την καταστροφή όπου έξι καμένες ελιές δίνουν το στίγμα. Παράλληλα υιοθέτησε την μετρική απόδοση της τραγωδίας, με τη μουσική να λειτουργεί ως μετρονόμος και οι ξαφνικές παύσεις, προωθούσαν με το δικό τους τρόπο την εξέλιξη του μύθου.

Στην παράσταση η ζωντανή εκτέλεση της μουσικής σύνθεσης του Άγγελου Τριανταφύλλου, ένα «beat με παραλλαγές, αυξομειούμενο σε τέμπο και παραλλασσόμενο σε ηχόχρωμα», όπως σημειώνει ο ίδιος, μαζί με τους εξαιρετικούς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, πρωταγωνιστούν στην παράσταση και δεν αποτελούν συνοδεία της.

Ο Λιβαθινός δεν σκόπευσε στο να μας μεταφέρει εικαστικά κάποιο παραλληλισμό με το καίριο πρόβλημα της εποχής μας που δεν είναι άλλο από τους σύγχρονους Ικέτες, τους πρόσφυγες δηλαδή που προστρέχουν στην «πολιτισμένη» Ευρώπη, η οποία και δεν ακολουθεί πραγματικά τις διδαχές του Ευριπίδη, ώστε να παρέχεται Άσυλο, ως υποχρέωση έναντι της ανθρώπινης ιστορίας.

Άφησε το κείμενο να τα πει όλα.

Στο πλευρό του σ’ αυτό το εγχείρημα είχε έναν καθόλα άξιο χορό, εξαιρετικά συμπαγή και καλοδουλεμένο ως σύνολο που συγκινείται, ζητά δικαίωση και μετέφερε στους θεατές την πρέπουσα ψυχική συμμετοχή.
Η Άννα Γιαγκιώζη, η Άνδρη Θεοδότου, η Κόρα Καρβούνη, η Τζίνη Παπαδοπούλου, η Αγλαΐα Παππά (και στο ρόλο της Αθηνάς) η Μαρία Σαββίδου, η Κωνσταντίνα Τάκαλου, η Τάνια Τρύπη και η Νιόβη Χαραλάμπους είναι τα μέλη του θαυμάσιου αυτού συνόλου.

Θεωρώ όμως ότι ο σκηνοθέτης δεν ευτύχησε στους πρωταγωνιστές του, οι οποίοι και δεν κατόρθωσαν να συνδεθούν αισθητικά μεταξύ τους.

Η παρουσία της Κάτιας Δανδουλάκη, έξοχη με το πανέμορφο λευκό και κόκκινο κοστούμι της σε αντίστιξη με τα μαύρα ταλαιπωρημένα ρούχα του χορού των μανάδων, αναδείκνυε την ηγετική μορφή της Αίθρας, αλλά ο λόγος της δεν ακολουθούσε την τονικότητα και τη δραματικότητα του συνόλου.

Ο Άκης Σακελλαρίου στο Θησέα, δεν μπόρεσε να συνδυάσει τη λεπτή ειρωνεία που απαιτούσε ο ρόλος στο πρώτο κυρίως μέρος ταυτόχρονα με το βάθος του ρόλου του βασιλιά της Αθήνας.

Αντίθετα ο Ίφις του Θοδωρή Κατσαφάδου ενσωμάτωνε την εμπειρία του καλού ηθοποιού και μας μετέφερε ερμηνευτικά την απελπισία του ήρωα ενώ η μελοδραματική παρουσία της νεαρής Κατερίνας Λούρα στο ρόλο της Ευάνθης, δεν κατόρθωσε να μας παραδώσει μια αισθητικά άρτια εικόνα της θυσίας της.

Τέλος η παιδική χορωδία που εισέρχεται και σηματοδοτεί τα παιδιά των Αργείων Στρατηγών, με τις γλυκιές φωνούλες τους, βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση με την σκληράδα του περιεχομένου των λόγων τους («Δεν έχω πατέρα, ερήμωσε το σπίτι μας») και θεωρώ ότι ως ιδέα δεν λειτούργησε.

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.