Εκτύπωση Σελίδας

Θ. Αγγελόπουλος: 32 χρόνια πριν και 8 χρόνια μετά… Μεταφορά: Θανάση Σκαμνάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020 17:56 Συντάκτης:

Καθώς τη Δευτέρα συμπληρώνονται 8 χρόνια από τον θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ανέσυρα μια συζήτηση, η οποία δεν δημοσιεύθηκε ποτέ ως τώρα, σε εκδήλωση της ΚΝΕ στο κατάμεστο, όσο δεν παίρνει, αμφιθέατρο Χημικών του Πολυτεχνείου, το 1988.

Η διάσωση και η απογνητοφώνηση της συζήτησης οφείλεται στον Αλέξανδρο Λαμπρίδη - κνίτη τότε και συνεργάτη αργότερα του Θ. Αγγελόπουλου. 

  

Ερώτηση: Αυτά που γράφονται σε εφημερίδες και περιοδικά για το έργο σας ανταποκρίνονται σε εκείνα τα οποία είχατε πρόθεση να προβάλλετε στο έργο σας; 

 

Θ.Α.: Έχω την εντύπωση πως δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Όταν γράφονται κάποια πράγματα δεν βγαίνουν από το τίποτα. Βγαίνουν από ένα υλικό. Το υλικό αυτό είναι ένα κείμενο, ένα κείμενο είναι και το φιλμ, το οποίο διαβάζεται από διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο, καθώς δεν είναι κλειστό, δηλ. μονοσήμαντο, να διαβάζεται με έναν μόνο τρόπο. Ούτε μπορώ να πω όμως πως όλα αυτά που γράφουν τα σκέφτηκα. Ωστόσο δεν πρέπει να αποκλείουμε καθόλου όλες τις πλευρές ενός ανθρώπου που φτιάχνει έργο, καθώς μέσα σε αυτό περιλαμβάνει πράγματα αθέλητα, που βγαίνουν από μια συνείδηση αλλά και το υποσυνείδητο. Εικόνες που είναι γραμμένες στις διαστρωματώσεις και αναδύονται κάποια στιγμή, αλλά χωρίς αυτό να είναι αποσαφηνισμένο στο σενάριο. Το σενάριο είναι πιο περιορισμένο απ’ ό,τι η ταινία.

Ορισμένα από αυτά που γράφτηκαν ή γράφονται κατά καιρούς είναι πολύ κοντά σ’ αυτά που είχα σκεφτεί, ορισμένα άλλα είναι μακριά. Αυτό δεν εμποδίζει να νομιμοποιούνται και οι μεν και οι δε και όλοι αυτοί που διάβασαν με τον α΄ ή β΄ τρόπο. Άλλωστε δεν συμβαίνει  μ’ εμένα μονάχα αυτό. Συμβαίνει μ’ όλους τους ανθρώπους που φτιάχνουν κάτι. Οι αναγνώσεις είναι πολλαπλές και όσο περισσότερες είναι τόσο περισσότερο πλούσιο μοιάζει να είναι το έργο αυτό.

Όταν τελειώνουμε ένα βιβλίο ή μια ταινία και δεν έχουμε ερωτήματα ή είναι περιορισμένα ή συγκλίνουν όλα, πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως το έργο είναι φτωχό. Μάλλον είναι!

 

Ερώτηση: Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει το έργο σας; Ποιο είναι το στίγμα της τελευταίας τριλογίας (Ταξίδι στα Κύθηρα, Μελισσοκόμος, Τοπίο στην Ομίχλη);

 

Θ. Α. Έχω μιλήσει αρκετές φορές, ότι αυτό το αίσθημα που είχα από μια ορισμένη εποχή και μετά ήταν ένα αίσθημα σιωπής. Σαν κάπου να σωπαίνουν σιγά-σιγά όλα. Με την έννοια ότι, - θα το πω με παραδείγματα γιατί νομίζω πως έτσι γίνεται πιο κατανοητό: όταν έφτασα στο Παρίσι για να σπουδάσω δεν προλάβαινα να δω πράγματα που ήθελα να δω και ν’ ακούσω αυτά που ήθελα ν’ ακούσω. Τόσο πολλά ήταν. Τόσες πολλές οι προτάσεις. Αισθητικές, πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές…

Μετά το ’80, ξαναγυρίζοντας, έμοιαζε αυτός ο χώρος να έχει σωπάσει.

Η εντύπωσή μου ότι σώπασαν κάποια πράγματα δεν είναι δική μου, είναι εντύπωση που έβγαινε από τον ίδιο εκείνο χώρο και από διαφορετικές πλευρές, από διαφορετικές ομάδες, από διαφορετικές ηλικίες.

Η εντύπωσή μου λοιπόν είναι ότι περνάμε ένα διάστημα, μια καμπύλη σιωπής, θα μπορούσε να ονομαστεί περίοδος αναμονής, σα να πρόκειται να γεννηθεί κάτι καινούργιο, που δεν ξέρουμε όμως ακόμα τα ακριβή του χαρακτηριστικά. Ας το πούμε ένα καινούργιο όνειρο ή όραμα. Αυτό το οποίο πρόκειται να αντικαταστήσει, που πρόκειται να γεμίσει τη σιωπή που υπάρχει αυτή τη στιγμή.

Όχι πως έχουν πάψει να υπάρχουν οι ιδέες που υπήρχαν. Μιλάω όμως για την αναίρεσή τους. Μιλάω για τις καινούργιες προτάσεις που θα έχουν πάρει το παρελθόν θα το έχουν γονιμοποιήσει και θα προσφερθούν σε καινούργια οράματα, σε καινούργια μάτια και σε καινούργια αυτιά. 

Οι αντίστοιχες ταινίες είναι καταγραφή στο τέλος μιας περιόδου, η απογοήτευση από αυτό το τέλος, από το γεγονός ότι τα όνειρα και τα οράματα μιας γενιάς δεν πραγματοποιήθηκαν, ούτε στο βαθμό ούτε με τον τρόπο που είχαν επιθυμήσει γενιές ολόκληρες.            

Από την άλλη μεριά, πάρα πολλές φορές οι άνθρωποι της δικής μου γενιάς θυμούνται τη δικτατορία γιατί μέσα σ’ αυτήν ο ορατός εχθρός δημιουργούσε μια αδελφότητα. Αισθάνθηκαν ο ένας κοντά με τον άλλον. Και οι καλλιέργειες που μας εκφράζανε εκείνη την εποχή ήταν κοντά μας, τα έργα που βλέπαμε ήταν έργα δικά μας σχεδόν σε όλα τα επίπεδα.

Μετά θα περίμενε κανείς ότι η μεταπολίτευση θα έφερνε μια αναγέννηση, αφού υπήρχε μια στέρηση. Βεβαίως βελτιώθηκαν ορισμένα πράγματα, θα έλεγα σε επίπεδο διαδικαστικό ή θεσμικό, δεν έγιναν όμως αυτά τα τολμηρά βήματα που θα ονόμαζε κανείς βήματα πραγματικά μετασχηματισμού μιας κοινωνίας. Αυτή την πικρία κουβαλάει η τριλογία και την αναζήτηση ενός αύριο που θα είναι ενδεχομένως το καινούργιο όραμα.

 

Ερώτηση σχετικά με τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία, το λαϊκό κίνημα και τις αγωνίες των ταινιών.

 

Θ.Α. Τα ερωτήματα που μπαίνουν στις τελευταίες ταινίες έμπαιναν και στις προηγούμενες. Μετά τις “Μέρες του ’36”, ο “Θίασος” δημιούργησε πολλά ερωτήματα (ο Δημ. Δανίκας έγραψε στο “Ριζοσπάστη” πως πρόκειται για ντεφετίστικη ταινία)… Ο ρόλος ενός ανθρώπου 

που κάνει ταινίες, που προσπαθεί να μυριστεί ή να ακούσει το ανήκουστο, αυτό που ενδεχομένως η καθημερινότητα το καλύπτει, είναι να το φέρει στην επιφάνεια. Μπορεί εκείνη τη στιγμή να φαίνεται παράδοξο, περίεργο. Κι όμως λίγο αργότερα ή ίσως πολύ μετά, αναγνωρίζουμε μέσα στο έργο τα σπέρματα της αλήθειας μιας εποχής, της καταγραφής κάποιων πραγμάτων που την εποχή κατά την οποία έγινε η ταινία δεν ήταν ορατά από άλλους.

Ξέρουμε πολύ καλά ότι στη σημερινή Ελλάδα ο μόνος χώρος αντίστασης στον ακραίο λαϊκισμό, στον οποίο μας έχει οδηγήσει η σημερινή πολιτική πραγματικότητα, και στη διάλυση των πάντων, είναι κάποιες φωνές, οι δικές μας φωνές, από αυτό το χώρο (σ.σ. μιλά εννοώντας αυτόν κόσμο και τους νέους ανθρώπους που είναι παρόντες, αλλά και εκείνο που αντιπροσωπεύουν). Δυστυχώς λίγες φωνές ακούγονται. Αυτές τις φωνές πρέπει να μάθουμε να τις διαβάζουμε, να τις βλέπουμε, να τις ακούμε. Γιατί είναι δικές μας και μιλάνε για δικά μας πράγματα.            

Το ότι δεν κόβουν εισιτήρια οι ελληνικές ταινίες δεν είναι επειδή δεν πηγαίνει το ελληνικό κοινό, η γενικότερη μάζα. Είναι και οι πολιτικοποιημένοι και οι διανοούμενοι που δεν τις προτιμούν. Δεν ξέρω αν είναι λάθος δικό μας ή γενικά αυτών που φτιάχνουν τις ταινίες που δεν έχουμε κατορθώσει να μιλήσουμε έτσι ώστε να ενδιαφέρουμε τους συμπολίτες μας. Νομίζω όμως ότι το τίμημα της αδιαφορίας δεν είναι δίκαιο.  

Κι έρχομαι πάλι στη σιωπή. Οι άνθρωποι δεν αισθάνονται την ανάγκη ενός κοινωνικού γεγονότας, που είναι ο κινηματογράφος, αλλά μιας ατομικής ικανοποίησης, που είναι το Video και η TV. Όμως ο κινηματογράφος είναι ως ένα βαθμό συμμετοχή στα κοινά.

Όταν μια ταινία βλέπεται και συζητιέται από πολλούς ανθρώπους κάνει παρέμβαση στον ελληνικό χώρο. Θετική ή αρνητική. Γίνεται ζύμωση με βάση αυτή την ταινία. Όταν υπάρχει αδιαφορία δεν υπάρχει αυτή η ταινία. Δεν υπάρχει κινηματογράφος στα μάτια του κοινού. Δεν υπάρχει, μέσω αυτού, παρέμβαση στην πραγματικότητα.

 

Σχόλιο-ερώτηση: Πως τοποθετείτε στις ταινίες σας το όραμα; Είναι ένα ατομικό όραμα στο τέλος του τοπίου ή ένα κοινωνικό όραμα;

 

Θ.Α. Είναι αδύνατον όταν μιλά κανείς για έναν και να μη μιλά για όλους. Η πρόταση, το όνειρο, το σπάσιμο της ομίχλης, το ξεπέρασμα της ομίχλης, το άνοιγμα σ’ ένα καινούργιο όραμα δεν μπορεί να είναι μόνο ατομικό. Αποκλείεται. Δεν πιστεύω στο ατομικό όραμα μόνον,  πιστεύω στο συλλογικό όραμα. Η απουσία που υπάρχει αυτή την εποχή, αυτό που ονόμασα σιωπή, είναι απουσία, έλλειψη συλλογικού οράματος κι αυτό είναι που κάνει τα πράγματα να μοιάζουν με σιωπή. Όταν ένας σωπαίνει δεν σωπαίνει ο κόσμος. Σωπαίνει ο κόσμος γι’ αυτόν.

Εγώ το όραμα δεν το βλέπω αλλιώς παρά σαν ένα ξετύλιγμα από ατομικό στο συλλογικό. Φυσικά όταν κάνω μια ταινία είναι μια ταινία που την κάνω εγώ. Ένα όραμα, ας πούμε δικό μας που απευθύνεται σε κάποιους άλλους τους οποίους καλεί σε ένα είδος συμμετοχής, σε ένα είδος συνενοχής.

Πάντα μιλώντας κανείς σε κάποιον μέσω της τέχνης του κανείς έχει μπροστά του ό,τι θα ονόμαζε ιδανικό θεατή, φίλο, συνένοχο.

Δεν δέχομαι, δεν μ’ ενδιαφέρει το κλείσιμο σε γυάλινους πύργους, δεν μπορώ να φανταστώ έναν μετασχηματισμό που να γίνεται από έναν. Γι’ αυτό δεν πιστεύω στους ηγέτες σύμβολα και στους ηγέτες θεούς.

Εαν κάτι λέει ο “Μεγαλέξαντρος” είναι πως η θέληση του ενός μπορεί να γίνει τελικά δικτατορία του ενός. Πως ξαφνικά το συλλογικό όραμα μπορεί να το οικειοποιηθεί ένας και να γίνει η θέληση του ενός.

Ζούμε κάποια πράγματα αυτή την εποχή τα οποία είναι πολύ συχνά η θέληση του ενός. Θεωρώ πως υπάρχουν άνθρωποι χαρισματικοί ωστόσο γίνεται τελικά το πέρασμα από το χαρισματικό και τη συλλογική αναπνοή στην ατομική αναπνοή. Πότε γίνεται αυτό; Όταν επικεντρώνεται η δύναμη κάπου. Όταν το χαρισματικό πρόσωπο παύει να θεωρείται ισότιμος συνομιλητής και γίνεται θεός!

Το δικό μου όραμα δεν είναι ένα όραμα που θάθελα να μείνει μόνο δικό μου. Θάθελα να το μοιραστώ και με άλλους. Μια ταινία είναι μια κοινωνία με τη θρησκευτική έννοια. Δηλ. σου δίνω και πίνεις από το αίμα μου, τρως από το κορμί μου.

Αυτό συνιστά τη μεγάλη ολοκλήρωση την οποία μπορεί να πετύχει ένας δημιουργός. Δεν ξέρω αν το πετυχαίνω αλλά αυτός είναι ο βαθύτερος στόχος και η ανάγκη μου.  

 

Ερώτηση: Σκοπεύετε να μπείτε κινηματογραφικά στις πόλεις (σχόλιο με αφορμή την τελευταία σκηνή του “Μεγαλέξαντρου”, όπου ο μικρός Αλέξανδρος εγκαταλείπει την ύπαιθρο και πορεύεται προς την πόλη).

 

Θ. Α.:  Δεν κουνήθηκα. Δεν έφυγα ποτέ. Πόλη δεν εννοούμε βέβαια την Αθήνα με τη γεωγραφική της έννοια. Για μένα πόλη είναι ο ιδεατός τόπος, όχι ιδανικός, μέσα στον οποίο ζούμε.

Λόγω της απελπιστικής κατάστασης στον ελληνικό κινηματογράφο σήμερα υπάρχουν τάσεις στο χώρο των ελλήνων σκηνοθετών να φύγουν στο εξωτερικό. Η απελπιστική κατάσταση έχει δημιουργήσει ένα είδος ασφυξίας.

Εγώ λέω ότι δεν θα φύγω. Δεν μπορώ να φύγω, Στο κάτω-κάτω ας δεχτούμε και το στίχο του Καβάφη, “Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ…, σ’ όλη την γη την χάλασες”. Δεν υπάρχει τρόπος να φτιάχνεις αλλού. Αλλού θα φτιάχνεις άλλα πράγματα. Το θέμα δεν είναι να φεύγεις όταν παρουσιάζεται πρόβλημα. Είναι να μένεις και να λύνεις το πρόβλημα. Ή τουλάχιστον να προσπαθείς να καταγράψεις αυτές τις δονήσεις, στο βαθμό που επιτρέπει η ευαισθησία σου και με τα μέσα που διαθέτεις. Γιατί δεν πετάει κανείς το ρούχο του, την ιστορία του, την οικογένειά του, αυτά που έχει ζήσει. Δεν τα πετάει, τα κουβαλάει, θέλει δεν θέλει, μαζί του. Όπου και να πάει. Το να φτιάξεις μια καριέρα σαν και του Γαβρά δεν λέει τίποτα…

Εδώ γίνεται ό,τι γίνεται. Μένοντας εδώ μαζί με το πρόβλημα, δικό μας και των άλλων και του τόπου, μπορούμε κάτι να δούμε και να κάνουμε. Φεύγοντας δεν κάνουμε τίποτε. Μεταθέτουμε απλώς το πρόβλημα για αύριο. Ή απλώς προσπαθούμε να σώσουμε τη μικρούλα ζωή μας και τα μικροπροβλήματά μας. 

Ακόμα και χωρίς δουλειά εδώ θα ’μενα. Προσπαθώντας, όπως έκανα όλα τα χρόνια, να καταλάβω και να καταγράψω αυτό που είναι ο τόπος μου, η ιστορία μου, αυτά που με συγκίνησαν κι αυτά που ονειρεύτηκα και ονειρεύομαι. Όσο μπορώ να ονειρεύομαι ακόμα.   

 

Ερώτηση: Σε όλα τα έργα σας μιλάτε με σύμβολά, κώδικες που ίσως για ένα κοινό κάνει πιο δύσκολο να κατανοηθεί το έργο…

 

Θ.Α.: Κατά πόσο το πραγματικά λαϊκό έργο μπορεί να επιδράσει και να διαμορφώσει αυτή τη συνείδηση που έχει σήμερα το κοινό;…

 

Ερώτηση, συνέχεια: Κατά πόσο ο Θ. Α. θα μπορούσε να μιλήσει πιο ανοιχτά, πιο καθαρά, όχι με σύμβολα για να γίνεται κατανοητός;

 

Θ.Α.: Θα μιλήσω για το συμβολισμό. Με την τελευταία ταινία θέλησα να κάνω ένα παραμύθι -το παραμύθι χρησιμοποιεί πολλούς συμβολικούς κώδικες- ξέροντας από τη σχέση με τις κόρες μου και από το Σεφέρη (“κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα”), πως η φρίκη δεν κουβεντιάζεται είναι αμείλικτη, σιωπηλή. Θέλω να πω ότι υπάρχουν πράγματα που πρέπει να βλέπουμε ανάλογα με το είδος της ταινίας. Ο μεταφορικός κινηματογράφος είναι ο σημαντικότερος που εμφανίστηκε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, είναι ένα είδος, τρόπος, έκφραση… 

Ως τάση, ως αισθητικό κίνημα και ως ανάγκη επεδίωξε να εκφραστεί για περισσότερα και ποιητικότερα…

Χρειάζεται βεβαίως μια οικείωση. Είναι μια γλώσσα, και στη σημερινή εποχή τίποτα δεν βοηθάει ώστε ο θεατής να αποχτά αυτή την οικείωση, από τη στιγμή που η κυρίαρχη γλώσσα είναι η γλώσσα της TV. Μ’ αυτήν τρέφονται οι νέες γενιές και όταν συνηθίζεις κάποια γλώσσα από μικρός η άλλη σου φαίνεται περίεργη, ακαταλαβίστικη, ακατανόητη. 

 

Ερώτηση: Από ποια σκοπιά γίνεται η κριτική που κάνετε στην Αριστερά;

 

Θ.Α.: Από τη σκοπιά ενός ανθρώπου που νοιάζεται για την πορεία της. Μ’ αυτή την έννοια και μ’ αυτό το δικαίωμα, ενός ανθρώπου που είναι δεμένος με την Αριστερά, κάνω την όποια κριτική. Που δεν αφορά άτομα, κοιτάζει περισσότερο τα πράγματα από την ιστορική τους προοπτική.

 

Ερώτηση: Μετά την μεταπολίτευση ο κόσμος περίμενε μια καλλιτεχνική έκρηξη, η οποία δεν έγινε. Τι έφταιξε σ’ αυτό, ιδιαίτερα στον κινηματογράφο; Ποιες είναι οι προβλέψεις σας για τον ελληνικό προοδευτικό κινηματογράφο;

 

Θ.Α.: Αυτή η έκρηξη δεν έγινε ίσως γιατί η λύση που δόθηκε ιστορικά, δηλαδή μεταπολίτευση με τον Καραμανλή, δεν ήταν η λύση που περίμενε ο κόσμος, ο οποίος μέσα στη δικτατορία μαχόταν. Ο “Θίασος”, που γυρίστηκε μισός στη διάρκεια της δικτατορίας, μισός μετά, τελειώνει με την επάνοδο του Παπάγου. Η δική μου πρόβλεψη εκείνη την εποχή για μετά τη δικτατορία ήταν μια δεξιά λύση. Αυτό και έγινε. Ήταν μια συναλλαγή και αυτή η συναλλαγή πέρασε μέσα στην ελληνική κοινωνία. Εγώ ανήκω σε μια γενιά που έζησε την περίοδο του Καραμανλή και της νεολαίας της ΕΡΕ, που έζησε το Λαμπράκη και τον Πέτρουλα, πως ήταν δυνατόν να δείχνω μετά απ’ αυτά τον Καραμανλή σαν σωτήρια λύση; Πως ήταν δυνατόν να δεχτούμε ότι αυτή ήταν η λύση; Δεν ήταν κάτι που μπορούσε να θρέψει εκείνο που ζητούσαμε!

Σήμερα οι όροι έχουν αλλάξει.

Όντως ο κινηματογράφος είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας και δεν έκανε τίποτα άλλο από το να κουβαλήσει, να μεταφέρει αυτή την πικρία, αυτή την δυσαρέσκεια. Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο λόγος που δεν άνθισε, όχι ο κινηματογράφος, η κοινωνία μας.  

 

Ερώτηση: Τα πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολα για το μέλλον. Θα συνεχιστεί το σκοτάδι;

 

Θ.Α.: Έχω παιδιά, δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα τους προτείνω το σκοτάδι σαν επόμενη φάση της ζωής τους. Θέλω να πιστεύω ότι περνάμε μια μεσοπερίοδο. Ότι η μεσοπερίοδος αυτή θα γεννήσει κάτι άλλο.

 

Ερώτηση: Τι απαίτηση μπορούμε να έχουμε από την τέχνη σ’ αυτές τις συνθήκες; Πως βλέπετε την κοινωνική λειτουργία του έργου τέχνης σήμερα;

 

Θ.Α.: Πιστεύω ότι η μεγάλη τέχνη είναι λυτρωτική. Είναι αυτή που μας συμφιλιώνει με τον κόσμο. Αυτή που μας κάνει να βρίσκουμε έναν ακόμη λόγο ύπαρξης. Είναι ηδονή. Για να φτάσει κανείς να γίνει γκουρού στην Ινδία περνά από διάφορα στάδια. Εγώ ονειρεύομαι έναν κόσμο γκουρού, δηλ. από ανθρώπους που θα είναι ταυτόχρονα αυτόνομοι και συμμετέχοντες. Όχι υποτελείς. Υπεύθυνοι 100% κι όχι υποκείμενα στο λόγο του ενός και του άλλου. Συμμετέχοντες με την έννοια του διαλόγου.

Μ’ αυτή την έννοια εκείνο που προσφέρει η υψηλή τέχνη είναι μια απόλαυση σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, το ξεπέρασμα του θανάτου.

Ο,τι έμεινε από την ιστορία της ανθρωπότητας είναι ξεπέρασμα του θανάτου. Είναι δικό μας, είναι απόλαυση. Μας ανήκει, είμαστε υποχρεωμένοι να το κατακτήσουμε. Δεν είναι  να μένουμε παθητικά περιμένοντας να μας δώσουν το πιάτο στο χέρι. Είναι να κατακτήσουμε αυτούς τους αναβαθμούς που είναι η τέχνη, η σκέψη, το προχώρημα προς τα μπρος.

 

Ερώτηση: Την προοπτική που εκφράζετε μέσα στα έργα σας, με ποιες δυνάμεις την βλέπετε συνδεδεμένη;

 

Θ.Α.: Συναισθηματικά θα απαντούσα με την Αριστερά. Θα ’θελα όμως να πάω πέρα από την Αριστερά, με όλους τους ανθρώπους που νοιάζονται, που αισθάνονται ότι η προσωπική τους μοίρα δεν είναι ξέχωρη, αλλά είναι συνδεδεμένη με τη μοίρα των άλλων, με τη μοίρα αυτού του τόπου, με τη μοίρα του κόσμου.

 

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟ ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΑΜΝΑΚΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ