ΟΡΓΕΩΝΕΣ ΚΑΙ ΘΙΑΣΩΤΕΣ (1), του Σαράντου Φράγκου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη, 05 Φεβρουαρίου 2020 18:48 Συντάκτης:

  Ήταν ένα βαρύ και κρύο  πρωινό το 561 π.χ. Η χαρακιά του χειμώνα πάνω στα πελιδνά πρόσωπα ίδια με την ανελέητη στέρηση. Όμως  η πρωτόχνωτη ομίχλη λες και σήκωνε ανθρώπους και ζωντανά  προς τα πάνω προς τον ουρανό.  Εκεί στα έσχατα όρια της Αττικής με την  πάχνη  απλωμένη στα κακοτράχαλα  υψώματα  μαζί  με το πεισματικό  αλλά μάταιο  χερομάχημα  που κόπιαζε να τα κάνει  καρποφόρα. Έστω για μια φορά  γόνιμα μπας και ξεγελαστεί η πείνα και η ανέχεια. Πως όμως να ημερέψει ο βράχος, πως να προκόψει το λιγοστό και άνυδρο  χώμα;

  Μέσα στην αντάρα άρχισαν να ξεχωρίζουν σιγά-σιγά οι σκιές. Έπαιρναν θέση στο πιο μεγάλο ξέφωτο η μια δίπλα στην άλλη. Όλα τα προηγούμενα βράδια είχαν γίνει συζητήσεις, ανταλλαγές γνωμών και προτάσεων στα περισσότερα καλυβόσπιτα. Είχαν εκτιμηθεί και ζυγιαστεί καλά οι προηγούμενες ατυχείς προσπάθειες. Είχε συνεκτιμηθεί ο χρόνος και ο τρόπος. Είχαν αποφασίσει.

  Ο πιο γηραιός πήρε το λόγο πρώτος  εκεί στο ξέφωτο ανάμεσα σε φωνές, επευφημίες και σχόλια. Όσο μιλούσε, τόσο τα λόγια του τα επαναλάμβαναν και όλοι οι άλλοι, έτσι που κάποια στιγμή  εκείνος ο απόκοσμος όχλος μιλούσε και τραγουδούσε ταυτόχρονα με στεντόρεια φωνή, με ανείπωτη οργή.  Και τον άκουγαν οι δισταχτικοί, οι φοβισμένοι και οι άτολμοι. Και οι μακάριοι καμπίσιοι  με τη μοχθηρή ανωτερότητα  που κατείχαν την εύφορη γη.

  '' Κλείστε τ' αφτιά σας στα χιλιοειπομένα περί υποκινητών και καπελωμάτων. Θέλουν να επαναφέρουν τη διάσπαση και το διαχωρισμό σε μπλε, κόκκινα και πράσινα δικράνια... Αντίπαλοί μας δεν είσαστε 'σεις, που είστε ίδιοι με μας, αλλά οι μεγαλοχτηματίες του κάμπου, οι μεγαλέμποροι της Αθήνας και του Πειραιά, οι τοκογλύφοι και τα τσιράκια τους που μας απομυζούν και κερδοσκοπούν σε βάρος μας...

  Αυτά που θέλουμε, αυτά που ζητάμε αφορούν την επιβίωσή μας, το αύριο των παιδιών μας. Τα αποφασίζουμε  μέσα από πλατειές διαδικασίες διαλόγου που είναι ανοιχτές στον καθένα από σας.

  Έχουμε δίκιο. Δικαιούμαστε και μεις από μια σπιθαμή γόνιμου κάμπου που χρόνια τώρα τον λυμαίνονται οι ''ιππείς''. Είμαστε άκληροι, θήτες, ζευγίτες, είμαστε δούλοι, παίγνια στις ορέξεις των πλουσίων. Ως εδώ οι ''νεκρές ψυχές'' μας, ως εδώ το σκλαβοπάζαρο...

  Όσοι κάθονται και περιμένουν άπραγοι μπροστά στο τζάκι  πάνω στις προβιές, να ξέρουν πως στο τέλος θα τους πάρουν και την προβιά και το καλύβι  μιας και δεν θα 'χουν να πληρώσουν τη φοροληστεία και τους τόκους.

  Γι΄αυτό λοιπόν ή πολεμήστε ή σωπάστε....''

  Είπαν κι άλλα πολλά, όμως ο κουρνιαχτός, οι φωνές και οι κατάρες , τα κλάματα των μικρών παιδιών τα έκαναν ένα. Ένα με την απόλυτη θέλησή τους να προχωρήσουν.

  Έτσι αποφάσισαν και ξεκίνησαν  οι'' ακρινοί'' (οι βουνίσιοι μικροαγρότες  της άγονης Αττικής γης ).  Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχε προηγηθεί η εξέγερση του 630 π.χ., που παρ' ότι πέτυχε, προδόθηκε. Είχαν προηγηθεί  πολλές που βάφτηκαν στο αίμα.

  Τώρα όμως το  δίλημμα  ήταν ακέραιο, βογκούσε.- Ή όλα ή τίποτα. Ήταν οι πολλοί, οι αδικημένοι που φυτοζωούσαν στα άγονα και κακοτράχαλα εδάφη, χωρίς κλήρο, δίχως αύριο. Είχαν απέναντί τους τους λίγους και παραχορτάτους.

  Είχαν μαζί τους το γυναικομάνι και το παιδομάνι, σκλάβοι κι αυτοί για μια χούφτα κριθάρι.

  Είχαν μαζί τους το  Διόνυσο, το δικό τους ''θεό'', τη δική τους πίστη, τη δική τους μέθεξη που τους είχε απαγορεύσει ο Δράκοντας.

  Είχαν μαζί τους τον ''τύραννο'' Πεισίστρατο, όχι διαπραγματευτή  μα συναγωνιστή.

  Απ' τα χαράματα έστησαν τα μπλόκα με τα σώματά τους. Με αξινάρια, με δικράνια και πέτρες  αντί  για δόρατα και βέλη. Με διονυσιακούς χορούς αντί για θούρια και πολεμικά εμβατήρια.

  Είχαν απέναντί τους την εξουσία της Αθήνας, την εξουσία του Ολυμπιακού δωδεκάθεου, την αριστοκρατία. Μόλις το σύνθημα δόθηκε σχημάτισαν αλυσίδες. Κραδαίνοντας αξινάρια και γιδοπροβιές, με τα ξόανα του Διόνυσου στον ώμο, κατέβαιναν αποφασισμένοι και ψύχραιμοι. Ήταν η μεγάλη ώρα  η στιγμή του άλματος, η ζωή ολόκληρη που μέσα σε κλάσματα αλλάζει.

  Τα ήθελαν όλα. Όχι μόνο μια σπιθαμή παχιάς γης του Αττικού κάμπου, όχι μόνο ένα δεύτερο καυκί κριθαριού. Και τα πήραν όλα. Πάτησαν τα δόρατα και τις επίλεκτες δυνάμεις του εχθρού, πάτησαν τα ιερά των μοσχοπροσκυνημένων Ολυμπιακών θεών, πάτησαν την εξουσία. Ύψωσαν τα ματωμένα ξόανα του Διόνυσου στο κυβερνείο, στην αγορά, στα χωράφια και νομοθέτησαν την επίσημη λατρεία του  που την είχαν απαγορεύσει οι επιβήτορες του  κάμπου.

  Αν δεν νικούσαν τότε  οι ''ακρινοί'', εκείνοι οι ''οπισθοδρομικοί'' και ''αντιδραστικοί'',  οι ''τύραννοι'', όπως τους αποκαλούσαν οι αντίπαλοί τους, δε θα έσβηναν μόνο αυτοί στα σκλαβοπάζαρα  μα και ο Διόνυσος. Θα έσβηνε ο διθύραμβος, εκείνο το λατρευτικό λαϊκό άσμα προς τιμήν του. Που το τραγουδούσαν και το χόρευαν οι μασκαρεμένοι ακόλουθοί του, οι σάτυροι, οι σειληνοί, οι βάκχες. Που υμνούσε την αναπαραγωγή και τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπων, των ζώων και των καρπών της γης. Θα ακυρωνόταν η μετεξέλιξή του σε τέχνη, όπως η τραγωδία και η κωμωδία. Ο Πεισίστρατος, ο αρχηγός τους τους δικαίωσε. Έστησε το πρώτο διονυσιακό θέατρο στην καρδιά της Αθήνας και αγιογράφησε  στο κέντρο της ορχήστρας το διονυσιακό βωμό, τη θυμέλη, σύμβολο και αρχή της ιδεολογικής τους ηγεμονίας, σύμβολο και απαρχή της μεγάλης τέχνης.

  Σ' αυτούς τους τραγόμορφους και αλογόμορφους ακόλουθους του Διόνυσου με τις ''οργιαστικές'' τελετουργίες τους, σε 'κείνες τις βακχίδες που δεν δίσταζαν να σμίγουν με το θεό, οφείλουμε την τέχνη της ζωής  και  τη ζωή της  τέχνης  όπως τη γνωρίσαμε από τα κλασικά χρόνια.

  Κάθε μουντό και κρύο μεσοχείμωνο που ο Θεσσαλικός  κάμπος ζεσταίνεται από τα τρακτέρ των αγροτών, εκείνων των καταχρεωμένων που έχουν απομείνει από τη λαίλαπα του ξεκληρίσματος,  το 561 π.χ. ξανάρχεται.

 Έχουν δίκιο, πρέπει να ζήσουν. Έχουν δίκιο, πρέπει να καλλιεργήσουν με αφορολόγητο πετρέλαιο  όπως απολαμβάνουν οι εφοπλιστές. Έχουν δίκιο, πρέπει να έχουν εγγυημένες τιμές και μια ''σεισάχθεια'' που θα διαγράψει τα χρέη τους στους τοκογλύφους. Ένα πράγμα ίσως να τους λείπει. Ο σύγχρονος Διόνυσος με τη θυμέλη του. Αξίζει να τον βρουν και θα νικήσουν. Γιατί χωρίς ''θρησκεία'' ο ναός απομένει έρημος.

  Όλοι μας, λίγο ως πολύ, από έναν αγρότη πατέρα ή παππού κρατάμε, από ένα αλέτρι που ζευγάριζε στίχους.

     ''Πατέρα μου αγρότη

       πως τα ήξερες όλα

       Ν' ανασταίνεις παιδιά

        να φυτεύεις να σπέρνεις

        να ποτίζεις τη γη να μιλάς

         με τ' αρνιά με τα δέντρα

          ν' ακούς την ανάσα του χόρτου

           να γυρνάς

            φορτωμένος τα βράδια στο σπίτι

            να σκορπάς τη χαρά και το γέλιο

             Δεν έγραφες στίχους εσύ

              Και ποτέ μου

               δε θ' άλλαζα εγώ

                με τ' αλέτρι την πέννα

                 Μ' απ' τους δυο μας πατέρα

                  ποιητής μόνο εσύ 'σουν.''

                                 Ηλίας Σιμόπουλος  '' Ιερή Μνήμη''

 


(1)  Οργεώνες και θιασώτες, ονομαζόταν τα μέλη ομάδων που σχηματίζονταν με σκοπό τη λατρευτική δραστηριότητα τη σχετική με ήρωες ή ελάσσονες θεούς. (π.χ. τον Ηρακλή ή το Διόνυσο). Η δράση τους όμως συχνά ξέφευγε από το καθαρά λατρευτικό στο καθαρά πολιτικό. Συμμετείχαν  μαζικά σε συνωμοσίες, σε στάσεις και εξεγέρσεις. Επίσης η αλληλεγγύη μεταξύ τους ήταν ισχυρή  καθώς διοργάνωναν κοινά συσσίτια και άλλα σχετικά που βοηθούσαν στην επιβίωση των ομάδων τους.  Ήταν συλλογικότητες, τα πρώτα'' συνδικάτα'' της αρχαίας εποχής.  

               

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.