Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας, του Θανάση Σκαμνάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020 12:09 Συντάκτης:

Οι Πολωνοί μετά την “πτώση του κομμουνισμού”, όπως το λένε, αποφάσισαν να αναμορφώσουν την πρωτεύουσά τους (και όλη τη χώρα φαντάζομαι). Το πρώτο ήταν η ακροδεξιά κυβέρνηση και πολιτική. Το δεύτερο, που αποτελεί αισθητική και κοινωνική συνέπεια του πρώτου, είναι να χτίσουν μερικούς ουρανοξύστες, τα γνωστά αρχιτεκτονικά εκτρώματα τύπου Βωβού, για πολυεθνικές κυρίως, τα οποία παρουσιάζουν στους τουρίστες ως μνημεία του σύγχρονου πνεύματος, ενώ στην είσοδο της παλιάς πόλης (που κάηκε ολοσχερώς από του Γερμανούς στον πόλεμο και ανοικοδομήθηκε “επί κομμουνισμού” ακριβώς όπως ήταν) τοποθέτησαν το νέο σύμβολο της πόλης, έναν φοίνικα. Κι επειδή η Βαρσοβία βρίσκεται πολύ κοντά στον Αρκτικό κύκλο και φοίνικας κανονικός δεν μπορεί να βλαστήσει (όπως βλαστάνει στις ζαρντινιέρες της Αθήνας, ας πούμε;), τοποθέτησαν έναν πλαστικό. (Στη σημερινή Πολωνία δεν είναι το μόνο φέικ, μπορείτε π.χ. να επισκεφθείτε το σπίτι-μουσείο του Σοπέν, στο οποίο όμως δεν γεννήθηκε ο Σοπέν, έμεινε ίσως κανά δυό χρόνια, το πιάνο που εκτίθεται δεν είναι εκείνο του Σοπέν αλλά είναι σαν εκείνο του Σοπέν, γενικώς ο Σοπέν υπάρχει ως αναφορά αλλά απουσιάζει ως πραγματικότητα).  

 

Στην Αθήνα του 2020, την μετά τον “κομμουνισμό του ΣΥΡΙΖΑ” η κληρονομημένη δεξιά και οι γόνοι-κληρονόμοι της, κατασκευάζουν την νέα εικόνα της πόλης, πάνω στην ίδια …μετα-σύγχρονη συνταγή. Ο ένας γόνος της οικογενείας απαγορεύει με νόμο τις συναθροίσεις. Ο άλλος, ο ακόμα νεώτερος, φυτεύει φοίνικες σε γλάστρες, βάφει πεζόδρομους σε εντυπωσιακά άσχημα χρώματα, καταργεί δρόμους αναγκαίους στην κυκλοφορία της πόλης, καταργεί παγκάκια για να μην καταφεύγουν εκεί οι άστεγοι κ.λ.π. Είναι μια εικόνα της μεταμοντέρνας ζωής μας.

 

[Μια εμφανής προσπάθεια να εξαιρεθεί ο ζωντανός ιστός της πόλης από την ίδια την πόλη, να διαθέτουν πλέον την πόλη οι νέοι κάτοχοι, διαχειριστές του ριαλ εστέιτ και οι τουρίστες (ποιοι τουρίστες πια;), και οι πραγματικοί κάτοικοι να εξωθηθούν στις μη ορατές πλευρές της (το 1996 στην Ατλάντα, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων, οι χάρτες της πόλης για τους επισκέπτες δεν περιελάμβαναν καθόλου τις περιοχές των μαύρων και τα υποβαθμισμένα προάστια, εδώ σε μας το πράγμα προσαρμόζεται αναλόγως). ]

 

Ένα πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Παλιό όσο και σημερινό.

Με όλα τα θεάματα, με ακροβάτες, τσαρλατάνους, ισορροπιστές, πορτοφολάδες, χαροκλέφτες και φιλόδοξους απατεώνες, αγροίκους που παριστάνουν τους σπουδαίους, άφρονες που κηρύσσουν ηθική, αμόρφωτους που κατέχουν αξιώματα και ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, σπήκερ, που λέγαμε παλιά, οι οποίοι μιλούν δύσκολα τη ελληνική γλώσσα αλλά χρησιμοποιούν το όργανο κατάλληλα για άλλες εποικοδομητικές και ωφέλιμες, για τους ίδιους, δουλειές…  Με φαντασμαγορίες, εντυπωσιακά πυροτεχνήματα, κενότητα και επίδειξη της αυτοπεποίθησης που παράγει η άγνοια. Με αρκουδιάρηδες που μετακινούνται από κόμμα σε κόμμα καταλήγοντας, κάθε φορά, σε εκείνο που νικάει, που οικτίρουν όσους δεν καταλαβαίνουν το πνεύμα της εποχής. Παρευρίσκονται στις δεξιώσεις, εκδράμουν σε σωστά μέρη και συναναστρέφονται την ανάλογη ενδιαφέρουσα κενότητα αναπαράγοντας την κοινοτοπία, ανταλλάσσουν φιλιά που κατευθύνονται στο ίδιο κενό, του μυαλού και της ατμόσφαιρας, τα δημοσιεύουν στα μέσα και κάνουν ντόρο - ο ντόρος είναι το παν…  

 

Οι άνθρωποι τρων και πίνουν, ερωτοτροπούν η παρατάν τα ταίρια τους, γελούν και το αντίθετο, καπνίζουν, κλέβουν, καυγαδίζουν, χορεύουν: οι νταήδες ενοχλούν τον κόσμο, οι λιμοκοντόροι τρων με τα μάτια τις γυναίκες, οι κατεργαραίοι εξαπατούν τους νοικοκυραίους, οι αστυνόμοι παραμονεύουν, οι τσαρλατάνοι διαλαλούν την  πραμάτεια τους, οι χωρικοί κοιτάζουν σαν χάνοι τις φανταχτερές χορεύτριες και τις δύστυχες, γριές, μπογιατισμένες ακροβάτιδες ενώ κάποιοι αετονύχηδες τους ξαλαφρώνουν τις τσέπες. Ναι, αυτό είναι το ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ: σίγουρα όχι τόπος ηθικός, μήτε χαρούμενος, αν και πολύ θορυβώδης… Ένας στοχαστικός άνθρωπος που περιδιαβάζει σε τέτοιο χώρο δε θα μελαγχολήσει, πιστεύω, με την ευθυμία των άλλων ανθρώπων ή τη δική του. Ένα αστείο ή ένα καλοσυνάτο περιστατικό τον συγκινεί και τον διασκεδάζει: το παιδάκι που κοιτά με λαχτάρα τα ζαχαρωτά, η χαριτωμένη κοπέλα που κοκκινίζει καθώς ο αγαπημένος της διαλέγει ένα δώρο… Η γενική όμως εντύπωση δεν είναι κεφιού αλλά θλίψης”.   

 

Αυτή είναι η εικόνα στο Πανηγύρι της Ματαιοδοξίας των αρχών του 19ου αιώνα, όπως το παρατηρεί ο Ουίλιαμ Θακερέι, στο ομώνυμο μυθιστόρημά του.

 

Από τότε έχουν περάσει δυό αιώνες. Η εποχή της παρακμάζουσας αριστοκρατίας, η οποία επιμένει να διατηρεί την εξουσία και τον πρώτο λόγο στο πανηγύρι του Θακερέι, έχει παρέλθει, βέβαια. Η εποχή εκείνη όπου η ανερχόμενη νέα τάξη, η αστική, ζήλευε, μιμούνταν και υπέφερε για την ανωτερότητα της αριστοκρατίας και αποζητούσε με έλεος και αγωνία μερικά μερίδια από τα σαλόνια της αριστοκρατικής ματαιοδοξίας.

 

Σήμερα το πανηγύρι της ματαιοδοξίας έχει άλλους πρωταγωνιστές, αλλά την ίδια παρακμή. Τα θεάματα επίσης έχουν αλλάξει, αλλά όχι οι σαλτιμπάγκοι. Μια τάξη που κανονικά έπρεπε να υποχωρεί, γαντζώνεται στο προσκήνιο του πανηγυριού, την ηθική, πολιτική και αισθητική παρακμή της και οι μιμητές σπεύδουν να δηλώσουν την πίστη τους, αποζητώντας εναγωνίως, έναντι του γνωστού τιμήματος, μια πρόσκληση στο χορό της ματαιοδοξίας.

Και βουλιάζουν μαζί της, ενώ νομίζουν πως διασώζονται.   

 

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.