Στέλιος Καζαντζίδης. Η φωνή των «κάτω» που δεν σίγησε ποτέ, του Νίκου Γουρλά

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020 08:16 Συντάκτης:
Στέλιος Καζαντζίδης. Η φωνή των «κάτω» που δεν σίγησε ποτέ, του Νίκου Γουρλά

 

Σαν σήμερα 14 Σεπτέμβρη του 2001 έφυγε από την ζωή ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ο Καζαντζίδης ήταν όχι μόνο η μεγάλη φωνή του λαϊκού τραγουδιού, αλλά και ο κατεξοχήν εκπρόσωπος μιας εποχής που έχει κάποιες αναλογίες με τη σημερινή. Τα τραγούδια του συνδέθηκαν με την  μεταπολεμική ιστορία, εκφράζοντας πολύ πλατιά λαϊκά στρώματα.

Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως ο Στέλιος Καζαντζίδης έκφρασε με τον πιο χαρακτηριστικό και αυθεντικό τρόπο την πίκρα, τον πόνο, τον καημό  της ήττας του λαϊκού κινήματος μετά τον Εμφύλιο. Και μάλιστα μέσα από μια φωνή με τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες και λαϊκή «ρίζα». Μ' αυτή την έννοια, ήταν ένας αυθεντικός και ανεπανάληπτος λαϊκός τραγουδιστής.

Γεννημένος από πρόσφυγες γονείς στην Νέα Ιωνία, βιώνει από τα πρώτα του χρόνια την κοινωνική αδικία και την φτώχια. Ζει την κατοχή και την φασιστική τρομοκρατία, αφού ο οικοδόμος πατέρας του βασανίζεται από γερμανοτσολιάδες στην κατοχή και πεθαίνει λίγο μετά την απελευθέρωση. Ο Στέλιος Καζαντζίδης αναγκάζεται να κάνει τότε πολλές δουλειές για να επιβιώσει αυτός και  η οικογένεια του. Παράνομος μικροπωλητής, οικοδόμος, εργάτης σε εργοστάσιο κ.λπ. Φαντάρο, μετά τον Εμφύλιο, τον στέλνουν στην Μακρόνησο, όπου γνωρίζει τη φρίκη της “διαπαιδαγώγησης” του νέου ελληνικού κράτους. Τα βιώματα αυτά  αντανακλώνται στα τραγούδια του. Κανένας άλλος καλλιτέχνης δεν έχει ερμηνεύσει τόσο μεγάλο αριθμό τραγουδιών  που να μιλάνε για τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και την εκμετάλλευση.

H εμφάνισή του στο λαϊκό τραγούδι (1952) γίνεται σε μια περίοδο που οι μνήμες από την τραγωδία της φασιστικής κατοχής και της αντίστασης, αλλά και  του ένοπλου αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού,  είναι ακόμα νωπές, ενώ οι συνέπειες της ήττας του εργατικού και λαϊκού κινήματος επιδρούν και στην τελευταία πτυχή της ζωής των ανθρώπων. Η ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού σηματοδότησε και τον τερματισμό μιας εποχής ηρωικών και ελπιδοφόρων αγώνων ενός λαού που είχε αποτολμήσει με όρους μαζικού λαϊκού κινήματος, αλλά και ενόπλου αγώνα, να πάρει τις τύχες του στα χέρια του, παλεύοντας για το όραμα της «λαοκρατίας»

Οι δυνάμεις  της αστικής τάξης έβγαιναν νικηφόρες  από μια ταξική αναμέτρηση, αφού είδαν τον χάρο με τα ματιά τους,  γεμίζοντας τα ξερονήσια με αγωνιστές, τρομοκρατώντας την ύπαιθρο με τα ΤΕΑ, και εκτελώντας, μέχρι το 1955, κομμουνιστές. Όσοι είχαν και την παραμικρή σχέση με το ΕΑΜ φακελώνονται και θεωρούνται «μιάσματα», ενώ κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, των πιστοποιητικών “κοινωνικών φρονημάτων” κ.λπ.

Όλα αυτά και σε συνδυασμό με το ότι ο εργαζόμενος λαϊκός κόσμος ζούσε μέσα σε μεγάλη ανέχεια, αφού ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 η ανεργία έτρεχε στο 25%, ενώ τα μεροκάματα ήταν τόσο άθλια που δεν έφταναν καν για να ξεπληρώνουν τα βερεσέδια στον μπακάλη. Στα εργοστάσια και στους τόπους δουλειάς  βασιλεύει η εργοδοτική αυθαιρεσία, ενώ το συνδικαλιστικό κίνημα ελέγχεται από την Ασφάλεια  με τους έμμισθους αντικομουνιστές εργατοπατέρες. Όλα αυτά και πολλά άλλα συμπληρώνουν την εικόνα της ζωής που βίωνε η εργατική τάξη.

Σε αυτές της συνθήκες προβάλει το είδος εκείνο του τραγουδιού που καθιέρωσε τον Καζαντζίδη, με στίχους που αποπνέουν την αίσθηση της κοινωνικής αδικίας, της ατομικής και συλλογικής απελπισίας. Ο Στέλιος Καζαντζίδης αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν ερμηνευτή αυτού του τραγουδιού όχι τυχαία, καθώς και ο ίδιος προέρχεται και παραμένει δεμένος με τον κόσμο που εκφράζει. Η μεγάλη αποδοχή που έχει στην εργατική τάξη το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού, είναι αντανάκλαση της σκληρής καθημερινότητας που βιώνει ο λαϊκός κόσμος, η οποία  συντρίβει τα οράματα και της ιδέες της απελευθέρωσης. Αυτός ο χτυπημένος κόσμος δεν μπορεί πια  να τραγουδήσει  τα επαναστατικά τραγούδα της εαμικής Αντίστασης, όπως έκανε στα χρόνια της κατοχής και του δεύτερου αντάρτικου.

Ούτε, όμως, από την άλλη, μπορούσε να τραγουδήσει τα ανάλαφρα τραγουδάκια που αναφέρονταν στις χαρές της ζωής των μικροαστών, τους ρομαντικούς έρωτες. Τραγουδούσε Καζαντζίδη, γιατί είχε συνείδηση της κατάστασης που βίωνε. Το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη παρακολουθούσε βήμα-βήμα τη διαμόρφωση αυτής της συνείδησης,  γι’ αυτό διατήρησε και αυτή τη σχέση με την εργατική τάξη επί δεκαετίες.

Στα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη κυριαρχεί η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας, με τρόπο μερικές φορές αφελή.  Όμως, η δική του διαμαρτυρία είναι άμεση και αυθόρμητη διαμαρτυρία της ψυχής. Μιλάει την γλώσσα του κόσμου απ’ όπου προέρχεται, εκφράζοντας το επίπεδο της εργατικής και λαϊκής συνείδησης σε συνθήκες ήττας και διάψευσης των ελπίδων. Αυτός είναι ο λόγος που η εργατική τάξη της εποχής αγκαλιάζει τα τραγούδια του.  Αυτό το πρωτόγνωρο είδος τραγουδιού η Αριστερά  αρχικά θα το αγνοήσει, στην συνέχεια την δεκαετία του ’60 θα το απορρίψει, χαρακτηρίζοντας το μοιρολατρικό, άρα εμπόδιο στην ταξική συνειδητοποίηση.

Τραγούδι απελπισίας και απόγνωσης το «σήμερα χειρότερο από το χτες» το 1956. Τραγούδι μισοαισιόδοξο στα τέλη της δεκαετίας του ‘50  το «μια καινούργια κοινωνία θα να χτίσω κι απ’ τον κόσμο φτώχια και άδικο να σβήσω». Θα ακολουθήσει και πάλι την έξαρση του κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του ‘60  που θα ακουστούν «τα μουτζουρωμένα χέρια και η φόρμα η παλιά κρύβουν χρήμα και αξία και μια τίμια καρδιά», ύμνος των απανταχού μουτζούρηδων των μηχανουργείων  του Πειραιά και της Ζώνης του Περάματος. Μετά από τα γεγονότα του ’65, όταν  οι οικοδόμοι είναι η ψυχή της εξέγερσης, ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδά το «οικοδόμοι παλληκάρια με περήφανη ψυχή».

Μπαίνουμε, λοιπόν, στην περίοδο των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του ‘60. Με την εργατική τάξη να τραγουδά αυτά τα “μοιρολατρικά” τραγούδια του Στέλιου. Οι εργάτες, η εργαζομένη νεολαία, οι οικοδόμοι που κατέβαιναν στα μαχητικά συλλαλητήρια, που υποχρέωναν τους μπάτσους σε άτακτη φυγή, «ξηλώνοντας τα πεζοδρόμια». Στις σκαλωσιές  και  στα μηχανουργεία, στα κλωστοϋφαντουργεία του «ΜΟΥΖΑΚΗ» στο Αιγάλεω  και της Νέας Ιωνίας, τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη  τραγουδούσαν την ώρα της δουλειάς, αλλά και στα γλέντια και τις παρέες τους. Και όπως αποδείχτηκε, κάθε άλλο παρά ανασταλτικά λειτούργησαν στην ταξική συνειδητοποίησή τους.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης  θα εκφράσει όσο κανένας άλλος τον πόνο της ξενιτιάς. Χιλιάδες εργάτες φεύγουν καθημερινά μετανάστες  «στις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές».  Και τώρα το άμεσο ταξικά αισθητήριο θα καταστήσει τον Καζαντζίδη τραγουδιστή της μετανάστευσης, εκφραστή του πόνου του εργάτη που παίρνει «το τραίνο Γερμανίας-Αθηνών στην τρίτη θέση σε μιαν άκρη καθισμένος».

Φυσικά, ο Καζαντζίδη δεν θα είχε εξελιχθεί σε αυτό που γνωρίσαμε  αν δεν είχε επιλέξει να πει τραγούδια συνθετών όπως ο  Δερβενιώτης, ο Κολοκοτρώνης  ο  Μπακάλης που σε συνδυασμό με τους στίχους του Κώστα Βίρβου έδιναν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτοί και οι μετά απ’  αυτούς, όπως ο Πυθαγόρας, ήταν στην πλειοψηφία τους αριστεροί.

 

Ο Στέλιος Καζαντζίδης θα αποσυρθεί από το πάλκο το 1965, όταν η αστική τάξη ανακαλύπτει τα «μπουζούκια», και, όπως εξομολογούνταν ο ίδιος, ενοχλείται αφάνταστα από τους νεόπλουτους και βολεμένους, «που ήθελαν να κάνουν επιδείξεις, που σκορπάνε το χρήμα τους  γιατί το ‘χουν βγάλει χωρίς κόπο».  Θα συνεχίσει, όμως, να επικοινωνεί με την εργατιά μέσα από τους δίσκους του, μέχρι που κι αυτός ο δίαυλος επικοινωνίας κλείνει με τα γνωστά προβλήματα με τον Μάτσα.

Στέλιος Καζαντζίδης και Αριστερά.

«Αυτό που διαχωρίζει το λαϊκό τραγούδι, μέσα στη γενική εικόνα ενός έθνους και της κουλτούρας του, δεν είναι το καλλιτεχνικό γεγονός, ούτε η ιστορική καταγωγή, αλλά ο τρόπος που έχει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την ζωή, σε αντίθεση με τις ισχύουσες αντιλήψεις της κοινωνίας»

Αντόνιο Γκράμσι

Αυτή την εκτίμηση του Γκράμσι η Αριστερά αρχικά μάλλον την αγνόησε στην περίπτωση του Καζαντζίδη, αλλά και προηγούμενα  στην περίπτωση του ρεμπέτικου την δεκαετία του τριάντα. Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι είναι η ίδια αριστερά που θέτει πρώτη το ζήτημα για το ρεμπέτικο τραγούδι με το άρθρο του Φ. Ανωγειανάκη στον Ριζοσπάστη τον Γενάρη του 47.  Με εκείνο το κείμενο και τον μικρό διάλογο που ακολούθησε ( έγραψαν απάντηση οι Α. Ξένος και Ν. Πολίτης), ανοίγει η συζήτηση για το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι που μέχρι τότε ήταν καταδικασμένο από την ηγεσία και τη διανόηση του ΚΚΕ. Δεν πρόλαβε, όμως, να αναπτυχθεί παραπέρα, αφού ο Ριζοσπάστης κλείνει τον Οκτώβριο  του ’47. Ακολουθεί η ομιλία του Χατζιδάκι το ’49 που  συνέχισε την συζήτηση και έβγαλε οριστικά το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι από το κοινωνικό και καλλιτεχνικό περιθώριο.

Κατά ένα περίεργο τρόπο, ένα μεγάλο μέρος  της αριστερής διανόησης με λίγες εξαιρέσεις, όπως αυτή του Φ. Ανωγειανάκη και του  Τ. Βουρνά, ταυτιζόταν με τους εκπρόσωπους της αστικής ιδεολογίας από διαφορετικές φυσικά αφετηρίες,  που θεωρούσε το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι ανατολίτικο, ξενόφερτο, παρακμιακό.

 Αυτό έχει να κάνει με τις λαθεμένες αναγνώσεις που έκανε η Αριστερά, στην προσπάθεια της να καθορίσει  τη στάση της απέναντι σε λαϊκά φαινόμενα και σχετιζόταν με την ίδια την γενική πολιτική της γραμμή, και εκείνη σε θέματα αισθητικής και πολιτισμού. 

Αυτό που δεν καταλάβαινε η τότε ηγεσία της Αριστεράς είναι ότι η εργατική τάξη εκείνης της εποχής δεν θα μπορούσε να είναι επαναστατικά αισιόδοξη. Η ήττα λειτούργησε συντριπτικά στις συνειδήσεις του κόσμου, ακριβώς γιατί αποτέλεσε της διάψευση της δυνατότητας να ανατρέψει το σύστημα της κοινωνικής ανισότητας και εκμετάλλευσης.

 Τομή που αλλάζει την σχέση της Αριστεράς με το λαϊκό τραγούδι είναι η  νέα ενορχήστρωση από τον  Μ. Θεοδωράκη του “Επιτάφιου” του Γ. Ρίτσου με την λαϊκή ορχήστρα του Μ. Χιώτη, που ξεσήκωσε θύελλα στους κύκλους της αριστερής διανόησης μέσα από τις σελίδες της “Επιθεώρησης Τέχνης”. Αυτή η τομή θεμελιώνεται  στις περιφρονημένες  από την Αριστερά βάσεις του λαϊκού τραγουδιού. Ο Θεοδωράκης μέσα από την  φωνή του Σ. Καζαντζίδη βρίσκει τον τρόπο να απευθυνθεί απευθείας στην εργατική τάξη χωρίς άλλες διαμεσολαβήσεις. Ο Καζαντζίδης θα ερμηνεύσει, μεταξύ πολλών άλλων, το «βράχο βράχο τον καημό μου», κόλαφος στο καραμανλικό καθεστώς που συνεχίζει να κρατά στα ξερονήσια  εκατοντάδες λαϊκούς αγωνιστές. Θα αντιλαλήσουν οι εργατογειτονιές του Αιγάλεω και του Περιστερίου από το «Σαββατόβραδο» και το «Τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου».

Ήδη από τα μέσα τις δεκαετίας του ’60, στις νέες γενιές των αριστερών διανοουμένων, σε εκείνη την περίφημη πολιτιστική άνοιξη, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι γίνεται κεντρικό σημείο αναφοράς. 

Στην περίοδο της δικτατορίας το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι συνδέθηκε στενά με το αντιδικτατορικό κίνημα, ιδιαίτερα τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη. Είναι τα τραγούδια που τραγουδάνε οι παρέες με νόημα και συνενώνονται στις ταβέρνες, για να συναντηθούν έπειτα στις σκληρές διαδηλώσεις.

Έτσι, στη μεταπολίτευση, μαζί με το νόμιμο Θεοδωράκη, “νομιμοποιείται” μαζικά στη συνείδηση των ανθρώπων της Αριστεράς το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι. Χωρίς αντιδράσεις; Όχι.

Δεν έχουν οριστικά εκλείψει απόψεις που λένε πως αυτό το είδος μουσικής δεν καλλιεργεί το αγωνιστικό πνεύμα, δίνοντας έμφαση στα “χασικλίδικα” και τα “μηδενιστικά” τραγούδια. Ωστόσο, η άποψη αυτή σαρώνεται. Χαρακτηριστική και κορυφαία εκδήλωση είναι τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εκδήλωση το ’86 για το κοινωνικό και λαϊκό τραγούδι που έγινε στο ΣΕΦ.

Η σημερινή εποχή της μαζικής ανεργίας, της απότομης φτωχοποίησης, της μαζικής εξαθλίωσης, της διάψευσης των προσδοκιών της νεολαίας για μια ζωή καλύτερη από αυτή των γονιών τους, αλλά και της μεγάλης της οπισθοχώρησης του εργατικού κινήματος, φέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα αν θα μπορέσει  να υπάρξει συνέχεια του λαϊκού τραγουδιού. Αυτό, που μας δίδαξε εκείνη η εποχή είναι ότι και στο λαϊκό τραγούδι αλλά και εν γένει στον πολιτισμό, αντανακλάται, με όλες τις αντιφάσεις της που είναι και αντιφάσεις του ίδιου του λαϊκού πολιτισμού,  η πραγματική συνείδηση της εργατικής τάξη.  Στις μέρες μας αυτό είναι δύσκολο να ανιχνευτεί. Το ποια θα είναι η συνέχεια σε αυτό που ονομάζουμε  λαϊκό τραγούδι είναι δύσκολο να το απαντήσει κανείς.  Όπως όμως και να έχει, σε μια εποχή που κυριαρχούν οι ατομικότητες και οι κατακερματισμοί, που οι λαϊκές τάξεις  βρίσκονται οικονομικά και πολιτιστικά στο περιθώριο, έχει πολύ περισσότερες δυσκολίες να εκφραστεί η σύγχρονη μορφή του.

Βιβλιογραφία:

Γιώργου Αλεξάτου: «Το τραγούδι των ηττημένων. Κοινωνικές αντιθέσεις και λαϊκό τραγούδι στη μεταπολεμική Ελλάδα», εκδόσεις Κουκκίδα.

Γιώργου Αλεξάτου:  «Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η ελληνική μεταπολεμική πραγματικότητα», περιοδικό «Λαϊκό τραγούδι».

Πάνου Γεραμάνη: «Στέλιος Καζαντζίδης. Όταν η φωνή φτάνει το θρύλο», εκδόσεις  Άγκυρα.

Θωμά Κοροβίνη: «Στέλιος Καζαντζίδης. Αφιέρωμα», εκδόσεις Οδός Πανός.

Κώστα  Μπαλαχούτη: «Και όσο υπάρχεις θα υπάρχω», εκδόσεις Ατραπός

Γκέιλ Χολστ: «Δρόμοι για το ρεμπέτικο (άρθρα για το ρεμπέτικο τραγούδι (1947-1976)», Αγγλοελληνικές εκδόσεις.

 

 

 

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.