ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

KOMMON

 

Με αφορμή την έκθεση με θέμα «Εικαστικές Τέχνες και Αντίσταση» που παρουσιάζει το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων ως τις 30 Νοέμβρη, αναδημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο του Γιάννη Στεφανίδη που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη το 2003.

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014 11:37

Φασισμός και κοινωνικές τάξεις

 

Η ταξική-κοινωνική σύνθεση του φασισμού-ναζισμού απασχόλησε και απασχολεί τους ερευνητές του φαινομένου. Ακριβώς διότι οι «εγχαράξεις» του φασισμού στο πεδίο του κοινωνικού είναι πιο βαθιές από ό,τι αφήνει να εννοηθεί η ευθύγραμμη και «γραμμική» του σύμφυση με το άρχον αστικό συγκρότημα εξουσίας. Του Σίμου Ανδρονίδη.

Ο πολιτικός χρόνος δεν είναι ένα ομοιογενές συνεχές εντός του οποίου δρούμε όπως πάντα και όπως συνήθως. Πυκνώνει και αραιώνει σε περιεχόμενο και δυναμική. Σε αυτές τις χρονικές στιγμές του κινδύνου και των ευκαιριών το υποκείμενο οφείλει να δρα και να αντιδρά ανάλογα. Του Αλέκου Αναγνωστάκη

Η μετάβαση στον κομουνισμό δεν ξεκινά με τα κουπόνια σίτισης του Ομπάμα ή του Τσίπρα ούτε με την «αυτοδιαχείριση» των ΚΟΙΝΣΕΠ. Δεν είναι η κοινωνική πρακτική στην πίσω αυλή που ανατρέπει τον καπιταλισμό. Του Δημήτρη Δημητούλη και του Παναγιώτη Φραντζή.

 

Αντί για άλλο σχόλιο σχετικά με τις δηλώσεις του υπουργού Πολιτισμού για τον τρόπο χρηματοδότησης των μουσείων, παραθέτουμε την παρακάτω ομιλία του Γιώργου Χουρμουζιάδη στη Βουλή το 2007.

 

Συνέντευξη Τύπου παραχώρησαν τα μέλη της ελληνικής αποστολής λίγες μέρες μετά την επιστροφή τους από τις εξεγερμένες περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας. Αρκετά αριστερά και εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης την παρακολούθησαν, ωστόσο και πάλι αδιαφορία επέδειξαν τα κυρίαρχα ΜΜΕ διατηρώντας το τείχος της σιωπής απέναντι στις εξελίξεις στο Ντονμπάς, καθ’ υποδειξη των κυβερνητικών δυνάμεων.

Και τα τέσσερα μέλη της αποστολής πήραν το λόγο περιγράφοντας τις εμπειρίες και τα πολιτικά συμπεράσματα από το ταξίδι τους, ενώ ακολούθησαν απαντήσεις στις ερωτήσεις των παρευρισκομένων.

Πρώτος πήρε το λόγο ο Κώστας Φουρίκος, που ενημέρωσε αναλυτικά για την αντιφασιστική καμπάνια στην Ελλάδα, τη σημαντική συμβολή της στην κοινή δράση αγωνιστών και οργανώσεων της Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου στο θέμα της διεθνιστικής αντιφασιστικής δράσης. Παρουσίασε την πρωτοβουλία του συγκροτήματος των Banda Bassotti για το καραβάνι στο Ντονμπάς και ανέφερε τις προηγούμενες δράσεις αλλά και αυτές κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στη Ρωσία και την Ανατολική Ουκρανία. Ιδιαίτερα συγκινητικές ήταν οι μαρτυρίες του από τις συναντήσεις με τους αντάρτες της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουγκάνσκ.

Στη συνέχεια μίλησε ο Θάνος Ανδρίτσος, ο οποίος περιέγραψε τις δικές του εμπειρίες από το Ντονιέτσκ όπου μπόρεσε να περάσει μαζί με δημοσιογραφική αντιπροσωπεία και να μείνει τέσσερεις μέρες. Εστίασε στα γεγονότα που έζησαν και τη διαστρέβλωσή τους από τον διεθνή Τύπο, ενώ αναφέρθηκε ειδικά στον τρόπο και το περιεχόμενο της αλληλεγγύης προς τον αγώνα του λαού του Ντονμπάς και την ελπίδα για βαθύτερη ριζοσπαστικοποίησή του.

Τρίτος τοποθετήθηκε ο δημοσιογράφος Άρης Χατζηστεφάνου, που συνόδευσε την αποστολή και έφτασε μέχρι το Ντονιέτσκ από το οποίο έστελνε ανταποκρίσεις σε ελληνικά Μέσα. Ξεκίνησε αναφερόμενος στις νεότερες εξελίξεις από την περιοχή, δίνοντας έμφαση στον τρόπο που καλύπτονται από τα ΜΜΕ τα όσα διαδραματίζονται στη Νοβορωσία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε στους ίδιους τους πολιτοφύλακες με τους οποίους συναντήθηκε αναγνωρίζοντας τη δυναμική που παρουσιάζουν αλλά και τις αντιφάσεις που τους διαπερνούν.

Στη συνέχεια οι ομιλητές απάντησαν σε ερωτήσεις που κατατέθηκαν. Ο Κώστας Γούσης, τέταρτος συμμετέχων στο καραβάνι, έκανε μια ομιλία ειδικά για τις αριστερές και κομμουνιστικές δυνάμεις στην περιοχή, τις πολιτικές επαφές που έλαβαν χώρα και τα κρίσιμα συμπεράσματα για τα σημαντικά καθήκοντα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης στην Ελλάδα.

 

..............................................................................................

 

Ανταπόκριση από το Ντονιέτσκ

του Θάνου Ανδρίτσου

 

Για τους δημοσιογράφους, δεν έχει ποτέ σημασία η δική τους ιστορία. Το μόνο που έχει σημασία είναι η είδηση» μου είπε ο Άρης όταν πατήσαμε σε ρώσικο έδαφος. Είχαν μόλις ολοκληρωθεί τέσσερεις μέρες με ένοπλους πολιτοφύλακες, συνεχή ήχο όλμων, γρήγορες διαδρομές μέσα σε άβολα βανάκια, προσπάθειες ύπνου σε ιατρικά κρεβάτια, περίεργα περάσματα συνοριογραμμών, ρώσικα ποιήματα, ζεστές σούπες σε αρχηγεία ή κρύα διεθνή πιάτα στο αγαπημένο στέκι (και άλλα που για να προσδώσουμε περισσότερο εντυπωσιασμό μπορούμε να λέμε ότι δεν γίνεται να τα πούμε).

 

Είναι καλοί δημοσιογράφοι ο Άρης Χατζηστεφάνου και ο Θανάσης Αυγερινός, που βρεθήκαμε μαζί στην αυτοανακηρυχθείσα Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονιέτσκ, και γι’ αυτό μένουν στην είδηση. Εγώ που δεν είμαι δημοσιογράφος, αλλά τον υποδύθηκα κατά το ήμισυ μαζί με το ρόλο του εκπροσώπου ενός αντιφασιστικού καραβανιού που δεν ήρθε ποτέ, επιτρέπεται να γράψω ένα συνδυασμό εμπειριών και πολιτικών εκτιμήσεων.

 

Στο κέντρο του Ντονιέτσκ φτάσαμε βράδυ κι ενώ στους δρόμους συναντούσες κυρίως άνδρες των πολιτοφυλακών επιφορτισμένους με την αποστολή της ανίχνευσης τυχόν ομάδων δολιοφθορέων. Στον τόπο διαμονής μας, ένα πρώην ξενοδοχείο, η σημαία της Ουκρανίας στη ρεσεψιόν είχε αντικατασταθεί από την καινούρια της Λαϊκής Δημοκρατίας, ωστόσο είχαν παραμείνει αναμνηστικά από μεγάλες διεθνείς ομάδες ποδοσφαίρου που διέμειναν εκεί σε παλαιότερες αναμετρήσεις με την τοπική ομάδα, τη Σαχτάρ. Ρώτησα για τον αγώνα με την Πόρτο δύο μέρες μετά, αλλά ένας από τους πολιτοφύλακες μου είπε ότι δεν τη στηρίζει ο λαός γιατί είναι ομάδα του προδότη του Αχμέτοφ, ο οποίος την πήρε και άλλαξε έδρα.

 

Μας υποδέχτηκε μια αντιπροσωπεία από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της πόλης, χαρούμενη που επιτέλους κάποιοι από την Ευρώπη θα πουν την αλήθεια για το τι συμβαίνει. Πιο χαρούμενος από όλους, ένας τεράστιος άνδρας που μας καλωσόρισε θερμά, ο Γκρεκ ο Έλληνας: ένας από τους ηγέτες των ανταρτών και συγκεκριμένα διοικητής της Μακίεφκα, μιας πόλης-προαστίου του Ντονιέτσκ. Θα φάμε και θα πιούμε μαζί σήμερα, μας είπε. Είναι η μόνη μέρα που θα πιούμε κάτι, γιατί απαγορεύεται.
 

Η πρώτη ερώτηση ήταν από αυτούς και όχι από εμάς. «Πώς και σηκωθήκατε και φύγατε για να έρθετε εδώ, σε μια εμπόλεμη περιοχή»; «Στην Ελλάδα ακούμε μόνο την εκδοχή του Κιέβου και θέλαμε να δούμε και τη δική σας πλευρά» ήρθε η δημοσιογραφική απάντηση. Δεν την έδωσα εγώ. Στη συνέχεια φάγαμε κονσέρβες, τυρί και ψωμί και τσουγκρίζαμε τα ποτήρια κάθε φορά πίνοντας σε κάτι. «Η τρίτη φορά, σε καιρούς ειρήνης, είναι για τον έρωτα. Σε καιρούς πολέμου είναι για τους χαμένους συντρόφους». Με τέτοια λόγια πήγαμε για ύπνο.

 

Έλεγαν ότι είναι σε πόλεμο, αλλά εμείς σκεφτόμασταν ότι τώρα δεν υπάρχει πρόβλημα γιατί λίγες βδομάδες πριν είχε υπογραφεί η εκεχειρία. Κι έτσι καθησυχάζαμε τον εαυτό μας. Έπρεπε να ξημερώσει για να καταλάβουμε ότι όλο και συχνότερα ακούγαμε ήχους όλμων. Οι δημοσιογράφοι έχουν ίσως αναπτύξει μια ψυχραιμία λόγω επαγγέλματος, ενώ οι μαχητές και οι κάτοικοι εμπόλεμων περιοχών έχουν συνηθίσει. Για μένα, η κατανόηση της προέλευσης των ήχων που ακούγονταν όλο και πιο συχνά και όλο και πιο δυνατά σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου αγωνίας και σφιγμένου στομαχιού, που χρειάστηκε πολλές μέρες για να τερματιστεί.
 

Θα κατανοούσαμε καλύτερα τι επιπτώσεις έχουν αυτοί οι ήχοι μερικές ώρες αργότερα. Πρώτα είχαμε να επισκεφτούμε το όρος Σαούρ Μαγκίλα. Είναι το ψηλότερο σημείο μιας επίπεδης περιοχής, που θεωρείται μνημείο ιστορικής σημασίας καθώς στο έδαφός της εκτυλίχθηκαν μερικές από τις σφοδρότερες μάχες τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Αυτά εδώ τα εδάφη είναι ιερά. Εκατοντάδες χιλιάδες σκοτώθηκαν πολεμώντας το φασισμό» μας έλεγε ο οδηγός μέχρι να φτάσουμε. Αυτές οι ατέλειωτες στέπες για τις οποίες έγραψαν οι συγγραφείς, όπου το χειμώνα όλα είναι παγωμένα. Πόσοι και πόσοι δεν χάθηκαν σε αυτά τα εδάφη με το όπλο στο χέρι; Και πώς τα έφερε η ιστορία, να σκοτώνονται και πάλι με τον ίδιο τρόπο…

 

Δεν είναι η δική μας εξιδανικευμένη εκτίμηση. Τέτοιες εκτιμήσεις αφήσαμε στην Ελλάδα. Ο αντιφασισμός, τουλάχιστον με τον τρόπο που τον ορίζουν, είναι το πιο ισχυρό ενοποιητικό χαρακτηριστικό των ανταρτών του Ντονμπάς. Γι’ αυτό και το βασικό διακριτικό είναι το πορτοκαλί και μαύρο σήμα του Αγίου Γεωργίου, σύμβολο του μεγάλου αντιφασιστικού αγώνα, γι’ αυτό και συνθήματα ενάντια στο φασισμό είναι γραμμένα σε όλα τα οδοφράγματα. Σχεδόν για το σύνολο των Νοβορώσων αλλά και των Ρώσων, η κληρονομιά του «μεγάλου πατριωτικού πολέμου» και του αντιναζισμού αποτελεί βασικό στοιχείο της ταυτότητάς τους. Η 9η του Μάη ήταν και παραμένει η βασική εθνική γιορτή της Ρωσίας. Και αν αυτό φαντάζει προφανές στους αριστερούς και τους κομμουνιστές - είτε τους πραγματικούς είτε όσους απλά διατηρούν τον τίτλο ενώ είναι κομμάτι του συστήματος του Πούτιν - προκαλεί εντύπωση ότι αυτή η κληρονομιά ενσωματώθηκε και σε μια νέα ιδιόμορφη εθνική αφήγηση την οποία ασπάζεται η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού. Μια αφήγηση που χωρά και τον τσάρο και τον Λένιν και την ορθοδοξία και τις σοβιετικές κατακτήσεις και τη σύγχρονη πολιτική της Ρωσίας.

 

«Πάρε αυτό σαν δώρο, είναι ένα κομμάτι από τα συντρίμμια του μνημείου» μου είπε μια γυναίκα που βρισκόταν δίπλα μου. Τα γλυπτά όπου αναγράφονταν τα ονόματα των νεκρών από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν ρωγμές από σφαίρες από την επίθεση του ουκρανικού στρατού. «Γιατί τα βάζετε με την ιστορία μας, οι γονείς και οι παππούδες μας πιστεύανε σ’ αυτόν» απορούσε ένας πολιτοφύλακας την επόμενη μέρα, έπειτα από την αποκαθήλωση του αγάλματος του Λένιν στο Χάρκοβο. Και ο διπλανός μου, που είχε μόλις έρθει από το Χάρκοβο με ανταλλαγή κρατουμένων, περιέγραφε οργισμένος ότι πήρε τηλέφωνο το δήμαρχο και του είπε πως, όταν πάρουν την πόλη, θα χτίσουν νέο μεγαλύτερο και θα σκοτώσουν τους προδότες. Δεν νομίζω κανείς από τους δύο να δήλωνε κομμουνιστής.

 

Ας γυρίσουμε όμως στους όλμους. Ήταν σε εξέλιξη η μάχη του αεροδρομίου, όπου ισχυρές δυνάμεις του Δεξιού Τομέα είχαν μείνει αποκλεισμένες. Δεν γνωρίζαμε όμως ότι, παρά την εκεχειρία, οι δυνάμεις αυτές αντί να παραδοθούν έβαλαν συχνά κατά κατοικημένων περιοχών. Βρεθήκαμε μαζί με την πολιτοφυλακή σε μια γειτονιά η οποία είχε μόλις χτυπηθεί. Εκεί γνωρίσαμε έναν άνδρα που θρηνούσε για την απώλεια της μητέρας του λίγη ώρα πριν. Ήμασταν στην πόλη την 1η του Οκτώβρη που χτυπήθηκε ένα σχολείο την πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς και μια στάση λεωφορείου, με αποτέλεσμα δώδεκα νεκρούς από τις δύο επιθέσεις. Και οργιστήκαμε όταν είδαμε τον διεθνή Τύπο να αναρωτιέται αν φταίνε οι αντάρτες που ελέγχουν το σύνολο της πόλης με τη στήριξη των κατοίκων ή οι φασίστες που βρίσκονται κλεισμένοι σε ένα άκρο της και στοχεύουν προς τις περιοχές που χτυπήθηκαν…

 

Λογικό είναι βέβαια. Το Κίεβο δεν δρα αυτοτελώς. Δρα υπό τις οδηγίες των ΗΠΑ και της ΕΕ, αξιοποιώντας διεθνείς στρατιωτικές ομάδες φασιστών και προετοιμάζοντας εμπλοκή του ΝΑΤΟ. Ποιους αντιμετωπίζει; Πάντως όχι ρώσους πράκτορες και στρατιώτες, πιόνια του Πούτιν και φανατικούς υπερκακούς. Δεν λέει κανείς ότι δεν εμπλέκονται τεράστια γεωπολιτικά συμφέροντα και δεν επηρεάζει η Ρωσία πολλαπλώς την έκβαση της μάχης. Ωστόσο εμείς γνωρίσαμε πρωταγωνιστές στις μάχες, που σκοτώνονται και νικούν, ανθρώπους οι οποίοι άφησαν τις δουλειές τους, οικοδόμοι, μανάβηδες ή ασφαλιστές και προγραμματιστές, όταν δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να πολεμήσουν, να γίνουν ειδικοί στα άρματα μάχης ή στα εκρηκτικά.

 

Μην περιμένετε από αυτούς να σηκώσουν πάνω τους το βάρος της ήττας και συντριβής της Αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος. Ποιος μπορεί να τους κουνήσει το δάχτυλο και να θέσει τόσο βαρύ φορτίο στους ώμους τους; Η Αριστερά των ίσων αποστάσεων έχει ξεκαθαρίσει πρώτον και κύριον αυτή ποια ήταν και είναι τα καθήκοντά της προτού δασκαλέψει έναν ένοπλο λαό; Αλλά μην υποτιμάτε και τη δυναμική των πραγμάτων. Η ακραία νεοφιλελεύθερη ατζέντα που φέρνει μαζί της η χούντα του Κιέβου οδηγεί και σε κοινωνικό ριζοσπαστισμό. «Θέλουν να μας σκοτώσουν εμάς τους συνταξιούχους» μας έλεγε μια ηλικιωμένη στο δρόμο. Και δεν εννοούσε τους φανατικούς δολοφόνους του Δεξιού Τομέα αλλά τους πιο φανατικούς οικονομικούς δολοφόνους του ΔΝΤ.

 

Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί. Ξέρουμε όμως ότι, αν κάτι θετικό είναι να έλθει γι’ αυτό τον δοκιμασμένο τόπο, σαν πρώτο βήμα έχει τη νίκη αυτών των ανδρών και γυναικών που παλεύουν. Εκτός από το να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας πρέπει να πάρουμε και δύναμη από αυτούς. Έτσι, αν με ρωτήσουν ξανά κάποιοι γιατί πήγαμε εκεί πέρα, θα απαντήσω: «Πήγα γι’ αυτούς. Αλλά περισσότερο πήγα για εμάς».

 

..............................................................................................

 

Οι εξεγερμένοι του Ντονμπάς και οι Αριστεροί του σωλήνα

του Κώστα Γούση

 

Το γεγονός ότι η Αριστερά σήμερα στην Ελλάδα και διεθνώς βρίσκεται στο ναδίρ από πλευράς αναλύσεων, θέσεων και πρωτοβουλιών φαίνεται ξεκάθαρα από το δεδομένο πως ήταν οι Banda Bassotti, μια πολιτικοποιημένη μουσική μπάντα από την Ιταλία, που έκαναν το στοιχειώδες και αυτονόητο αντιιμπεριαλιστικό, αντιφασιστικό και αντιπολεμικό καθήκον για τα κομμουνιστικά κόμματα και τα συνδικάτα. Γιατί όταν ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΤΟ στηρίζουν πραξικοπήματα και ενισχύουν - καλύπτουν την επίθεση του ουκρανικού στρατού, φασιστικών ταγμάτων και μισθοφόρων στο λαό της Αν. Ουκρανίας, είναι στοιχειώδες το γεγονός ότι απαιτούνται πρωτοβουλίες του μαζικού κινήματος σε κάθε χώρα και διεθνιστική αλληλεγγύη. Κάποιες λίγες συλλογικότητες έσωσαν την τιμή της Αριστεράς σηκώνοντας το γάντι από τον σκληρά δοκιμαζόμενο ευρωπαϊκό Νότο.

 

Στην Ελλάδα ανταποκρίθηκε η Αντιφασιστική Καμπάνια για την Ουκρανία, ένα ενωτικό εγχείρημα με συμμετοχή πολλών συλλογικοτήτων της Αριστεράς και ανένταχτων αγωνιστών, που λειτουργεί με ανοικτές διαδικασίες συνέλευσης κι έχει ήδη δώσει δείγματα γραφής στο δρόμο, σε εκδηλώσεις και πρωτοβουλίες. Για ποιο λόγο το ΚΚΕ, η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ορισμένες οργανώσεις της ευρύτερης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς δεν συμβάλλουν στη λειτουργία και δράση της Καμπάνιας ή δεν παίρνουν τουλάχιστον αυτοτελείς πρωτοβουλίες; Γιατί η ΚΝΕ δεν συμμετείχε στο Διεθνές Καραβάνι Αλληλεγγύης, όταν μάλιστα οργανώσεις με τις οποίες έχει άριστες σχέσεις σε διεθνές επίπεδο, όπως το FGC (Ιταλία) και το ΚΕΚΡ (Ρωσία), πρωταγωνίστησαν στη διεθνιστική - αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη; Γιατί το ανοικτό γράμμα με το οποίο η νΚΑ απευθύνθηκε στην ΚΝΕ και τη ν. ΣΥΡΙΖΑ για κοινή δράση πάνω σε αντιιμπεριαλιστικούς - αντιπολεμικούς στόχους έμεινε αναπάντητο;

 

Η ουσία της απάντησης σε τέτοια ερωτήματα βρίσκεται στη γραμμή των ίσων αποστάσεων που από διαφορετικές αφετηρίες και αναλύσεις έχει δυστυχώς ηγεμονεύσει στις κυρίαρχες εκφράσεις της Αριστεράς στην Ελλάδα και διεθνώς. Η ακραία φιλοΕΕ προσκόλληση του ΣΥΡΙΖΑ, οι όρκοι πίστης στο ΝΑΤΟ και το κυρίαρχο πλαίσιο του «πολιτισμένου δυτικού κόσμου» οδηγούν τις επίσημες φωνές-θέσεις του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε αόριστες επικλήσεις ανθρωπισμού, καλέσματα στην ΕΕ να ακολουθήσει φιλειρηνική πολιτική και στην υιοθέτηση του χαρακτηρισμού περί «φιλορώσων αποσχιστών», ξεκάθαρη ορολογία του Κιέβου και του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού.

 

Κι αν για τον ΣΥΡΙΖΑ μια τέτοια γραμμή και πρακτική απορρέει από τη φυσιογνωμία και τα συστημικά όρια των αναλύσεων και των στόχων του, ακόμη πιο θλιβερή είναι η γραμμή και πρακτική του ΚΚΕ, καθώς έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τις αντιμπεριαλιστικές παραδόσεις και τη δράση αυτού του κόμματος στο παρελθόν. Το ΚΚΕ σε πλήθος παρεμβάσεων, με πιο πρόσφατο κι ενδεικτικό το άρθρο του υπευθύνου του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ Ελισαίου Βαγενά, υποτιμά ξεκάθαρα τη λαϊκή δυναμική του αντιφασιστικού αγώνα βλέποντας τη σύγκρουση απλά και μόνο ως ενδοϊμπεριαλιστική. Κι αφού φτάνει σε κρεσέντο απλοϊκής και αντιδιαλεκτικής σκέψης χωρίς να αντλεί πείρα από τα διδάγματα της ιστορίας (π.χ. αναλογία ένοπλων ανταρτών / πληθυσμού), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το εργατικό - λαϊκό κίνημα πρέπει να απορρίψει το δίλημμα της επιλογής κάποιας από τις δύο μεριές της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης, χρεώνοντας στην πλευρά των εξεγερμένων του Ντονμπάς ανειλικρινή αντιφασισμό κι εθνικισμό.

 

Η θέση του ΚΚΕ, αναπαράγοντας λανθασμένες εκτιμήσεις προσφιλείς σε ορισμένες μερίδες του τροτσκιστικού και αναρχικού χώρου, αυτοεπιβεβαιώνεται γύρω από μια «καθαρή» απάντηση, τη στιγμή που έχει θέσει αφετηριακά το δίλημμα σε λάθος βάση, καθώς έχει εξοβελίσει απ’ την οπτική του τη δυνατότητα των λαών να ανατρέπουν ιμπεριαλιστικά σχέδια και να αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού. Η κατάσταση στα εξεγερμένα προλεταριακά κέντρα του Ντονμπάς είναι πράγματι εξόχως αντιφατική. Ερωτήματα όπως «πόσο δυνατή είναι η Αριστερά στο ένοπλο κίνημα, πόσο λαϊκές είναι οι λαϊκές δημοκρατίες, θα προχωρήσουν όντως σε εθνικοποιήσεις της περιουσίας των ολιγαρχών, υπάρχει κίνδυνος να ενσωματωθούν-υποταχθούν στα σχέδια της Ρωσίας, να οδηγηθούν σε γραμμή συμβιβασμού και συνδιαλλαγής με μερίδες ολιγαρχών;» είναι καίρια και οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Είναι δεδομένο ότι εντός αυτής της εξαιρετικά δυναμικής διαδικασίας, όπου ο λαός πολεμάει με τ’ όπλο στο χέρι το φασισμό, διεξάγεται μια εσωτερική διαπάλη για τις προοπτικές του αγώνα. Και σίγουρα υπάρχουν αντιδραστικές δυνάμεις συνδιαλλαγής, που έχουν αναρριχηθεί και σε καίριες πολιτικές θέσεις και μπορεί να οδηγήσουν στην ήττα και το συμβιβασμό. Άλλωστε η στάση του ΚΚ Ουκρανίας δεν βοηθάει καθόλου στη ριζοσπαστικοποίηση της διαδικασίας.

 

Ωστόσο υπάρχει μια αξιοσημείωτη ριζοσπαστικοποίηση στις τάξεις των λαϊκών πολιτοφυλακών και ορισμένων οπλαρχηγών (π.χ. Μοζγοβόι), ένα μένος ενάντια στην ολιγαρχία που αντανακλά την προλεταριακή σύνθεση της πλειοψηφίας του πληθυσμού και μια απόπειρα αυτοτελούς συγκρότησης των κομμουνιστικών δυνάμεων, ειδικά όσων αποχώρησαν ή διαγράφηκαν από το ΚΚ Ουκρανίας λόγω συμμετοχής στο ένοπλο αντάρτικο (ΚΚ Λουγκάνσκ – Εργατικό Μέτωπο). Όποια Αριστερά, με βάση αυτές τις πλευρές του αγώνα, αλλά και έχοντας πάντα κατά νου την επίθεση ΗΠΑ, ΕΕ, ΝΑΤΟ και φασιστών, δεν μπορεί ακόμη να ξεχωρίσει την ήρα απ’ το στάρι, να ορίσει τη διάταξη δυνάμεων, τις συνέπειες της νίκης τού ενός ή του άλλου στρατοπέδου και να πάρει θέση, είναι άξια χλεύης. Ο πόλεμος μαίνεται και οι μη ουσιαστικές συζητήσεις από ένα σημείο και μετά περιττεύουν.

 

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΠΡΙΝ

 

 

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

 

ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ-ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ- ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ

 

 

Εισαγωγή

Βρισκόμαστε σ’ ένα μεταίχμιο, μπροστά σε μια νέα ιστορική φάση, που εμφανίζεται μέσα από τις εθνικές και διεθνείς περιπλοκές της καπιταλιστικής κρίσης και της ταξικής πάλης και που θα κρίνει εάν θα σταθεροποιηθεί το αντεργατικό «μνημονιακό κεκτημένο» της επίθεσης του κεφαλαίου ή αν θα ξεκινήσει μια διαδικασία βαθύτερης ανατροπής του, ανοίγοντας το δρόμο στην επαναστατική προοπτική.

Αυτή τη νέα, συγκεκριμένη ιστορική φάση, τις τάσεις και τη δυναμική της, οφείλουμε να θέσουμε στο «μικροσκόπιο» για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στην αναγκαιότητα για μια αντίστοιχα νέα πολιτική γραμμή, ενταγμένη στη γενικότερη επαναστατική τακτική και στρατηγική.

 

Α. Από την εξεγερτική φάση στην υποχώρηση και ύφεση του λαϊκού κινήματος

 

Α.1. Καμιά εποχή του καπιταλισμού και καμιά ιστορική περίοδος δεν κινείται ευθύγραμμα και εξελικτικά, αλλά αναπτύσσεται με απότομες στροφές, συγκροτώντας αυτό που ονομάζουμε συγκεκριμένη ιστορική φάση. Κανένα πρόγραμμα, ρεύμα και κόμμα, όσο επαναστατικό και αν θεωρεί τον εαυτό του, δεν μπορεί να παρέμβει άμεσα και μαζικά, εάν βλέπει ένα «διαρκώς ανοδικό κίνημα που θα νικήσει» ή «μια διαρκή υποχώρηση», εάν κουρνιάζει με επάρκεια στις όποιες θεωρητικές, προγραμματικές και υλικές κατακτήσεις του. Άλλο τόσο σωστό είναι επίσης ότι κανείς δεν μπορεί να οικοδομήσει σταθερά άμεση αριστερή εργατική παρέμβαση, εάν δεν διαθέτει μια γενική γνώση και στρατηγική για την εποχή του, και, συνεπώς, εάν προσαρμόζεται οπορτουνιστικά σε κάθε «συγκυρία» που προκύπτει.

Μετά το πρώτο σοκ της κρίσης που ξέσπασε το 2008, την όξυνση των φαινομένων της και τα «αυθόρμητα» καταστροφικά αποτελέσματά της, οι αστικές τάξεις και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με όλες τις εντεινόμενες αντιθέσεις τους, κατέφυγαν σε μια συνειδητή ποιοτική κλιμάκωση της στρατηγικής επίθεσης τους, σε ένα νέο γύρο υπερεκμετάλλευσης και κατακερματισμού της εργατικής τάξης. Στην αντιδραστική εκμετάλλευση των νεότατων επιστημονικών ανακαλύψεων. Στη γιγάντωση των στρατιωτικών δαπανών.

Στο πλαίσιο αυτό, εντείνεται και ενισχύεται η σταθερή ροπή του σύγχρονου καπιταλισμού προς την αντιδημοκρατική επίθεση σε όλη τη γραμμή με στόχο το διαρκή έλεγχο, την επιτήρηση και τελικά τη συντριβή του εργατικού και κάθε ριζοσπαστικού κινήματος. Εκδηλώνεται σε ανώτερο επίπεδο η πολεμική επιθετικότητα σε βάρος των εργαζομένων και των λαών του κόσμου με τους υπερτοπικούς πόλεμους στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική και στην Ουκρανία, που οξύνουν τις ενδοϊμπεριαλιστικές γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις.

Η βαθιά, δομική κρίση και η επίθεση του κεφαλαίου γεννά, όμως, την τάση για μια νέα, σχετικά μακρόχρονη ιστορική περίοδο μόνιμης κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας, επαναστατικών και αντεπαναστατικών γεγονότων και καταστάσεων σε όλο τον κόσμο, με όλες τις πολυάριθμες εθνικές και τοπικές ιδιομορφίες. Εμβρυακά στοιχεία αυτής της τάσης εμφανίστηκαν με πολλαπλές ταχύτητες στην Αραβική Άνοιξη, στις συγκρούσεις σε Ισπανία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Τουρκία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Σλοβενία, ακόμη και μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ (Ουισκόνσιν, Φέργκιουσον), αλλά και στις πρόσφατες αναμετρήσεις στην Ουκρανία.

Ωστόσο, πουθενά στον κόσμο δεν οδήγησαν σε ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου ή σε σταθερή συγκρότηση ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου (εκτός από το αξιόλογο παράδειγμα του Εργατικού Μετώπου στην Αργεντινή). Την ίδια περίοδο υπήρξε στασιμότητα έως και υποχώρηση σε καπιταλιστικές μητροπόλεις, όπως στη Γαλλία και τη Γερμανία.

 

Α.2. Στην Ελλάδα η χρονική περίοδος μεταξύ Μαΐου 2010 και Φεβρουαρίου 2012 εμπεριέχει στοιχεία που της προσδίδουν το χαρακτήρα μιας ιδιαίτερης ιστορικής φάσης. Το πρώτο χαρακτηριστικό της είναι η οξύτητα της δομικής καπιταλιστικής κρίσης με τη μορφή του δημόσιου χρέους και του δημοσιονομικού ελλείμματος. Το δεύτερο είναι η συγκροτημένη, θυελλώδης αστική επιδρομή. Το τρίτο, η εμφάνιση της τάσης για επαναστατικές αλλά και αντεπαναστατικές καταστάσεις: Από τη μια πλευρά εμφανίστηκαν ρωγμές στους «επάνω» που «δεν μπορούσαν να κυβερνούν όπως παλιά» και η είσοδος στο ιστορικό προσκήνιο των εργατικών λαϊκών μαζών, «που δεν ήθελαν να κυβερνηθούν όπως πριν». Από την άλλη παρουσιάστηκε το καθεστώς οιονεί έκτακτης ανάγκης και κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, με τη βία, προβοκάτσια και καταστολή, με νέα, πρωτοφανή κατασταλτικά, μιντιακά και κοινοβουλευτικά μέσα και προετοιμασία για άμεση, ανοιχτή φασιστική τρομοκρατία κ.α. Οι εργατικοί λαϊκοί αγώνες, σε συνδυασμό με την εξέλιξη της κρίσης του καπιταλισμού, κλόνισαν πολιτικά την αστική ηγεμονία, κάτι που εκφράστηκε στην πτώση τριών κυβερνήσεων και στον κατακερματισμό του αστικού δικομματισμού.

Οι συνθήκες αυτές, χωρίς να συγκροτούν «επαναστατική κατάσταση», καθώς το κίνημα δεν είχε φτάσει ως αυτό το επίπεδο, έθεταν ανώτερα καθήκοντα στο εργατικό κίνημα.

Ωστόσο, οι βαθύτερες αδυναμίες του εργατικού λαϊκού κινήματος και της Αριστεράς στο σύνολό της, δεν κατάφεραν να μετασχηματίσουν την έκρηξη των αντιστάσεων σε συνειδητό, πολιτικό εργατικό λαϊκό κίνημα ανατροπής. Έτσι, επέτρεψαν στην αστική τάξη να μπαλώσει την κλονισμένη πολιτική και κοινοβουλευτική ηγεμονία της και να δείξει τα δόντια της με την άνοδο του νεοναζισμού.

 

Α.3. Από το 2012 και μετά την τελευταία έκρηξη του κινήματος, το Φλεβάρη, και κυρίως μετά τις διπλές εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου, η ταξική πάλη στη χώρα μας περνάει σε μια νέα φάση. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι το προσωρινό κλείσιμο των ρωγμών των «επάνω» με τις συγκυβερνήσεις (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, έπειτα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ), τη σχετική κοινοβουλευτική σταθεροποίηση, την προσωρινή ρύθμιση του χρέους, την υποχώρηση του μαζικού κινήματος, την κυβερνητική πολιτική «επιστράτευσης» και συντριβής των αγώνων, τη συνειδητοποίηση από τους εργαζόμενους του γεγονότος ότι η κρίση και η κανιβαλική αστική πολιτική που τη συνοδεύει «θα διαρκέσει πολύ». Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ενίσχυση και δράση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής, που συνιστά βαθύτερο κίνδυνο. Τέλος, ποιοτικό χαρακτηριστικό της νέας φάσης είναι η αλλαγή συσχετισμών εντός της Αριστεράς, υπέρ της πιο διαχειριστικής φιλοΕΕ πλευράς της και σε βάρος της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής και ανατρεπτικής.

Αυτές οι φάσεις και εναλλαγές, αυτές οι καμπές εντάσσονται στη νέα εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού που ανέτειλε σταδιακά μέσα από την δομική κρίση του 1970-75 και στο πλαίσιο μιας μακράς ιστορικής περιόδου που ξεκινά από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Πρόκειται για μια ιστορική περίοδο σφραγίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στην ανώτερη επαναστατική δυνατότητα που εμπεριέχει αυτή, η κατ’ εξοχήν, εργατική εποχή και στη δραματική υστέρηση ενός σύγχρονου εργατικού προγράμματος και πολιτικού υποκειμένου. Αντίθεση που επιδρά άμεσα στο εργατικό κίνημα, τις πρωτοπορίες του, στη δυναμική της σημερινής ιστορικής φάσης.

 

Α.4. Παρά την κοινωνική προώθηση των αντιδραστικών «μνημονιακών» καπιταλιστικών σχέσεων και την ιδεολογική κατεργασία, αυτές δεν έχουν εμπεδωθεί πλήρως πολιτικά, «δεν έχουν περάσει» καθολοκληρίαν στην ευρύτερη λαϊκή συνείδηση. Στις ευρωεκλογές του περασμένου Ιούνη η συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ βγήκε αποδυναμωμένη. Η εργατική και λαϊκή δυσαρέσκεια μεγάλωσε ακόμη περισσότερο με τον ΕΝΦΙΑ και το βάθεμα της φτώχειας. Η απαίτηση «να φύγουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα», παίρνει μεγάλες διαστάσεις. 

Σε αυτή την κατάσταση, η ελληνική και ξένη αστική τάξη αναζητούν νέους τρόπους πολιτικής διαχείρισης προκειμένου να διατηρήσουν και σταθεροποιήσουν την αντεργατική, αντιδημοκρατική ουσία του μνημονιακού «κεκτημένου» (εξ ου και οι «τίτλοι της ημέρας»: «βγαίνουμε από τα μνημόνια», «φεύγει η τρόικα» κ.α.). Αυτοί δεν είναι παρά το προπέτασμα καπνού για να κλιμακώσουν άμεσα την κοινωνική και πολιτική επίθεση, με παλιές αλλά και νέες, ακόμη πιο τρομοκρατικές μορφές, ενάντια στην εργατική τάξη και το λαό. Επιχειρούν ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να επιβάλουν και νέα μέτρα, να προσδέσουν βαθύτερα το λαό στο «ευρωπαϊκό υπερμνημόνιο» διαρκείας, της διαρκούς επιτήρησης και ευρωκυβέρνησης, επιδιώκοντας να αποφύγουν τις πρόωρες εκλογές, κι αν δεν το καταφέρουν, να περιορίσουν την ήττα των κυβερνητικών δυνάμεων ώστε να πολλαπλασιάσουν τις πολιτικές εξαρτήσεις μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ.

Σε κάθε περίπτωση η ταξική πάλη θα μπει σε μια νέα ιστορική φάση, όπου θα κριθεί εάν θα σταθεροποιηθεί - πάντα σχετικά και για ένα διάστημα - το αντεργατικό «μνημονιακό κεκτημένο» της επίθεσης του κεφαλαίου ή αν θα ξεκινήσει μια διαδικασία βαθύτερης ανατροπής του σε όφελος των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων. Η αντικαπιταλιστική επαναστατική Αριστερά πρέπει να προετοιμαστεί γι’ αυτήν.

 

Β. Η Αριστερά αντιμέτωπη με τις βαθύτερες αδυναμίες της

 

Β.1. Με βάση τον αρνητικό συσχετισμό, εθνικό και διεθνή, που κληροδότησε η πριν από το 2010 περίοδος, η Αριστερά και το εργατικό λαϊκό κίνημα δεν μπορούσαν να αποκρούσουν πλήρως την επίθεση. Αλλά, από τη σκοπιά της εργατικής πολιτικής, το κύριο είναι ότι μέσα από την εκτίναξη των πρώτων δυο χρόνων κι ενώ ήταν δυνατόν, δεν συγκροτήθηκε, έστω μειοψηφικά, ένα νέο εργατικό λαϊκό κίνημα και πολιτικό μέτωπο σε αντικαπιταλιστική δημοκρατική κατεύθυνση και μια νέα κομμουνιστική και επαναστατική πρωτοπορία με σχετικά μαζική επίδραση. Αυτή η αδυναμία είναι που επιδρά ασφυκτικά στη σημερινή κατάσταση. Η φασιστική κατοχή επιβλήθηκε μεν το 1941, αλλά ελπίδα, πίστη και αυτοπεποίθηση έδωσε η συγκρότηση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, η ανασυγκρότηση του ΚΚΕ και άλλων οργανώσεων, παρά την ιστορικά αποδειγμένη στρατηγική ανεπάρκειά τους που δεν επέτρεψε την τελική νίκη.

Δεν μπορούσε ίσως να αποτραπεί πλήρως το κλείσιμο της ΕΡΤ, η επιβολή των νέων σχέσεων στην Ελληνική Χαλυβουργία, οι νόμοι για το δημόσιο, τη μέση εκπαίδευση ή τη «μικρή ΔΕΗ», αλλά μπορούσε να αποτελέσει ο καθένας από αυτούς τους αγώνες εφαλτήριο για ένα ανεξάρτητο ταξικό αγωνιστικό μέτωπο σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Δεν είναι «αντικειμενική» η παραμονή του εργατικού συνδικαλισμού στα χέρια του Παναγόπουλου, των ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ και των παραφυάδων τους.

Πολύ περισσότερο δεν είναι αντικειμενική η μη χρήση της αριστερής πλειοψηφίας στο ΕΚΑ ως πυρήνα για μια κοινή αριστερή εξόρμηση ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος.

Δεν μπορούσαν ίσως να νικήσουν οι φοιτητές και οι μαθητές ενάντια στους νέους νόμους, αλλά θα μπορούσε να γεννηθεί ένα μόνιμο συντονιστικό των μαχόμενων φοιτητικών συλλόγων, ένα μετωπικό μαθητικό συντονιστικό. Δεν μπορούσε επίσης, να εκτιναχθεί εκλογικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν ήταν όμως και γραμμένο στη μοίρα της να επανέλθει στο 0,3%. Ούτε ήταν εκ των προτέρων προδιαγραμμένο η Χρυσή Αυγή να εκτιναχθεί κοντά στο 10% και μάλιστα σε φτωχογειτονιές.

Για όλα αυτά δεν ευθύνεται ο «αντικειμενικός συσχετισμός», αλλά τα όρια της πολιτικής της υπάρχουσας Αριστεράς.

 

Β.2. Η επαναστατική Αριστερά, το ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν ευθύνες άλλου τύπου και ποιότητας. Το 2010, εμφάνισαν μια καλύτερη, σε σχέση με τις άλλες αριστερές δυνάμεις, ανάλυση της περιόδου, και με στοιχεία επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής αλλά και μετωπικής γραμμής (συζήτηση στο 2ο Συνέδριο ΝΑΡ, «Κείμενο των έξι», Πανελλαδικά Σώματα για την Κρίση, Ιδρυτική Διακήρυξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.α.). Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με την πρόταση του προγράμματος της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και το αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής επέδρασε στην εμφάνιση, έστω και με πολλές αντιθέσεις, μετωπικών μορφών ανεξάρτητης αγωνιστικής ταξικής δράσης με μαζικούς όρους. Το Συντονισμό Πρωτοβάθμιων Σωματείων, τα «Τρία Δεν» και πολλά άλλα. Μαζί με τη δράση των μελών της, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για πρώτη φορά η αντικαπιταλιστική επαναστατική Αριστερά στην Ελλάδα απέκτησε στοιχεία πανελλαδικής αναγνώρισης, κατοχύρωσης και ανόδου (που αποτυπώθηκε στις περιφερειακές εκλογές του 2010 και 2014, βουλευτικές του 2012).

 

Β.3. Όμως, τα εκρηκτικά γεγονότα και οι διαδοχικές εναλλαγές των ιστορικών φάσεων έθεσαν το ΝΑΡ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (αλλά και γενικότερα την Αριστερά), αντιμέτωπους με τις βαθύτερες υποκειμενικές αδυναμίες τους, με τις θεωρητικές, προγραμματικές, πολιτικές ανεπάρκειες και αντιθέσεις τους, με την αδύναμη εργατική ταξική σύνθεσή τους. Έτσι, ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων αντί να αναπτυχθεί, αμφισβητήθηκε και τελικά διαλύθηκε, ενώ υποχώρησαν και όλες οι ανεξάρτητες μετωπικές μορφές. Τελικά η αντικαπιταλιστική Αριστερά οπισθοδρόμησε σε καρικατούρες συντονισμών και «κομματικών» μετώπων ή στην παλιά κατάσταση των επιμέρους εργατικών κινήσεων ανά κλάδο και σωματείο, χωρίς μια ενιαία ταξική πανελλαδική εργατική κίνηση.

Στο επίπεδο της πολιτικής η καθυστερημένη προσπάθεια για μια «μετωπική συμπόρευση» της ανατρεπτικής Αριστεράς απέτυχε. Απέτυχε όχι γιατί δεν ήταν δυνατόν να γίνει, αλλά γιατί δεν υπήρξε η αναγκαία κατανόηση των ιστορικών καμπών, η επαρκής σαφήνεια στο γενικό σχέδιο μετωπικής γραμμής και άρα η αντίστοιχη επαρκής πολιτική βούληση για μια πολιτική υποδοχής των χιλιάδων αγωνιστών που στρέφουν τα νώτα στην ΕΕ, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, χωρίς ακόμη να θέλουν ή να μπορούν να βγουν έξω από το πλαίσιο του συστήματος. Απέτυχε γιατί έλειπε το ουσιαστικό κριτήριο για τη συγκρότηση μιας αντικαπιταλιστικής μετωπικής πολιτικής, που πρέπει να είναι, όχι η τάδε ή δείνα «κόκκινη γραμμή», αλλά η συνολική πολιτική κατεύθυνση του προγράμματός της, με στόχους που μπορούν να επικοινωνούν με τις αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζομένων και με σταθερή επιδίωξη το μετασχηματισμό τους σε συνειδητή εργατική πολιτική αντίστασης, διεκδίκησης και ανατροπής της πολιτικής του κεφαλαίου.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιδίωξε τη συμπόρευση, παρ’ όλο που ένα μέρος της την καταπολέμησε. Την επιδίωξε όμως, είτε με βάση κυρίως ένα «ακίνητο» πρόγραμμα είτε, μειοψηφικές δυνάμεις, με ένα πρόγραμμα που κινούνταν προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Το Σχέδιο Β΄ έκανε υποχωρήσεις, αλλά δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του και τις αυταπάτες του σχετικά με την ΕΕ. Όχι σπάνια δε, ο ένας αντιμετώπιζε τον άλλο υπό το πρίσμα των «ανταγωνιστικών σχεδίων» και όχι των δυνητικών συμμάχων.

Το ΝΑΡ, στην πλειοψηφία του, επιδίωξε τη «συμπόρευση» δίχως όμως να κατανοεί την ανάγκη «να κάνει ένα βήμα πίσω για να πάμε όλοι δυο βήματα μπροστά». Κινήθηκε με βάση την κλασσική, κληρονομημένη πολιτική που προσβλέπει αποκλειστικά στις συμφωνίες των επιτελείων (πίσω από τις οποίες θα στοιχίζονται οι μάζες), δίχως να κατανοεί το πρωτόγνωρο φαινόμενο των μαζικών και αντιφατικών αυθόρμητων μετατοπίσεων συνειδήσεων, που απαιτούν αντικειμενικά σύγχρονους πολιτικούς δρόμους, αποφασιστικές πολιτικές που θα απελευθερώσουν τη λαϊκή αγανάκτηση και το θυμό, θα μετουσιώσουν το αυθόρμητο σε συνειδητό, «θα μετατοπίζουν διαρκώς και όχι μονομιάς» προς τα αριστερά. Γι’ αυτό στις κρίσιμες στιγμές εμφάνισε ταλάντευση, έλλειψη ενιαίας πολιτικής βούλησης, αποφασιστικότητας και ευελιξίας. Ταλάντευση που σχετίζεται με το ανεπαρκές επίπεδο ενότητας αντίληψης και ενιαίας δράσης πάνω σε ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα στρατηγικής, τακτικής και μετωπικής γραμμής, αλλά και με διαφορετικά ρεύματα απόψεων, που είτε υποτιμούν το πολιτικό μέτωπο αναπαράγοντας τον «αυθόρμητο κινηματισμό» είτε αντιμετωπίζουν στην πράξη το «κόμμα» περίπου ως μηχανισμό παλαιού τύπου.

 

Β.4. Τελικά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την προηγούμενη περίοδο, έχασε τις ευκαιρίες ανάδειξής της σε ισχυρή πολιτική και κοινωνική δύναμη, πράγμα το οποίο αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά και στα αποτελέσματα των κεντρικών εκλογών. Μετά μάλιστα και το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του 2014, τα πολιτικά προβλήματα στη χάραξη μιας αποτελεσματικής πολιτικής παίρνουν οξυμένο χαρακτήρα.

Τα πράγματα αντικειμενικά αναζητούν μια νέα αρχή. Η «νέα ελπίδα» αναζητά τους δημιουργούς της.

Για όσους κατανοούν την κρισιμότητα των στιγμών καθίσταται αναγκαία μια νέα πολιτική πρόταση για το εργατικό λαϊκό κίνημα και την ανατρεπτική Αριστερά που θα ενώνει σε ανώτερο επίπεδο. Η αντικαπιταλιστική επαναστατική Αριστερά, το ΝΑΡ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορούν να αναστρέψουν το βέλος μόνον εάν δουν κατάματα τη νέα πραγματικότητα, τους κινδύνους αλλά και τις δυνατότητες, και επομένως, εάν δουν με νέα ματιά το πρόγραμμα της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και την ιεράρχησή του, καθώς και τη μετωπική πολιτική τους. Έχοντας επίγνωση πως σε αυτή τη φάση τα πάντα συμπυκνώνονται στην οργάνωση και παρέμβαση της εργατικής τάξης και του λαού, πως η «πολιτική της πολιτικής» είναι η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος σε όλες του τις εκφράσεις.

 

Γ. Εργατική αντικαπιταλιστική ανατροπή

ή αριστερή διαχείριση του μνημονιακού «κεκτημένου»;

 

Γ.1. Η πορεία των γεγονότων οδήγησε, τελικά, παρά τα εμπόδια που προέβαλαν οι αγώνες, στην επιβολή των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με τους πάνω από 400 μνημονιακούς νόμους. Πρόκειται για μια νέα, ποιοτικά πιο δύσκολη για την εργατική τάξη και το λαό, οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, που πήρε διάφορα ονόματα. Τι συγκροτεί αυτή τη νέα πραγματικότητα;

α) Πρώτα από όλα, η νέα σχέση μισθών - κερδών υπέρ των κερδών και η απόλυτη εξαθλίωση, που εκφράζεται με το 1,5 εκατομμύριο ανέργων, την αύξηση των ωρών εργασίας για όσους εργάζονται, την όξυνση της κοινωνικής ανισότητας και τη φτώχεια των δύο τρίτων του πληθυσμού, τις νέες γενικευμένες ελαστικές εργασιακές παραγωγικές σχέσεις, τον κατακερματισμό - γκετοποίηση των τμημάτων της εργασίας, την υπερφορολόγηση των λαϊκών στρωμάτων. Αλλά και με τις ποιοτικές αντιδραστικές αλλαγές στα πεδία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (νέοι ταξικοί φραγμοί στην εκπαίδευση, νόμος-πλαίσιο στην τριτοβάθμια, εμπορευματοποίηση στην Υγεία, Παιδεία, κατοικία, κ.α.).

β) Οι αλλαγές στις σχέσεις ιδιοκτησίας και ανταγωνισμού, που εκφράζονται με ένα άλμα στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση των πολυκλαδικών πολυεθνικών μονοπωλίων, με την καταστροφή μεγάλων τμημάτων της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας, τις αλλαγές στις σχέσεις ιδιωτικού - δημόσιου τομέα, την περαιτέρω μείωση του δευτερογενούς βιομηχανικού τομέα υπέρ της «νέας βιομηχανίας» των υπηρεσιών, την καταλυτική κυριαρχία των τραπεζών, την αλλαγή στη σχέση ελληνικού - ξένου κεφαλαίου υπέρ του δεύτερου.

γ) Η ένταξη του ελληνικού κεφαλαίου βαθύτερα στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, η βαθύτερη εμπλοκή σε πολεμικά σχέδια και επεμβάσεις, η συνειδητή παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας στην ΕΕ και στο ΔΝΤ (δανειακές συμβάσεις, άμεση εποπτεία και επικυριαρχία της τρόικας, «task force» του Ράιχενμπαχ, ΤΧΣ, ομάδα Φούχτελ κ.α) προκειμένου από κοινού να επιτεθούν στον εχθρό λαό για να περάσουν τα πρωτοφανή αντιλαϊκά μέτρα και την αντιδραστική ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού.

δ) Οι νέες αντιδραστικές μορφές στο πεδίο της δημοκρατίας, των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων, με τα διαρκή πραξικοπήματα του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, την εμφάνιση και χρήση της νεοφασιστικής τρομοκρατίας, το επιχειρηματικό μιντιακό «υπερκράτος», το αντιδημοκρατικό νομικό και υλικό κατασταλτικό πλαίσιο (ειδικά κρατικά σώματα και όπλα καταστολής πλήθους, επιτήρησης και παρακολούθησης), η ποινική σωφρονιστική σκλήρυνση και η ενίσχυση του κατασταλτικού ρόλου του δικαστικού συστήματος. Πάνω από όλα, η ενίσχυση της εργοδοτικής δεσποτείας, που επιδιώκει να ολοκληρωθεί με το νέο «συνδικαλιστικό νόμο» και το λοκ άουτ, που τσακίζουν τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες.

ε) Οι νέες μορφές ιδεολογικής και πολιτιστικής ηγεμονίας, με τον ιδιαίτερο επιτελικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης, τους πολιτιστικούς μαικήνες και χορηγούς, πλάι στην εκπαίδευση και την εκκλησία, που ενισχύουν όλα τα αστικά ιδεολογικά δόγματα, τον ατομικιστικό τρόπο ζωής, τον διαχωρισμό και τον κανιβαλισμό μεταξύ των εργαζομένων (ιδιωτικοί-δημόσιοι, εργαζόμενοι-άνεργοι κλπ), τον ανορθολογισμό, το θρησκευτικό σκοταδισμό, τον κοινωνικό εκφασισμό, το ρατσισμό και σεξισμό.

 Όλα τα παραπάνω αποτελούσαν βασικά στοιχεία της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά η κρίση χρησιμοποιήθηκε σαν άλλοθι και εργαλείο για την επιτάχυνση της εφαρμογής τους, για να οικοδομηθεί ένα μόνιμο αντεργατικό, αντιδημοκρατικό καθεστώς με μνημονιακή συσκευασία. Επομένως, στην ουσία του, αυτό το «αντεργατικό αντιδημοκρατικό μνημονιακό καθεστώς» αποτελεί ιδιαίτερη μορφή περάσματος του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού στην καρδιά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού της εποχής μας και γενικευμένης εμπέδωσης των νέων παραγωγικών, κοινωνικών, πολιτικών, πολιτιστικών και διεθνών σχέσεων.

Όμως, στη συνείδηση των ευρύτερων μαζών, αυτές οι σχέσεις εμφανίζονται με την εξωτερική «μνημονιακή» μορφή τους. Όποιος δεν βλέπει την ιδιαίτερη «μνημονιακή» μορφή, όπως το ΚΚΕ και τμήματα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τις εμπειρίες των μαζών και να ανατρέψει την ουσία της αστικής επίθεσης. Όποιος χάνει την ουσία της, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλοι, προσαρμόζεται αναγκαστικά και στο πλαίσιο της μορφής της.

Από αυτή τη σκοπιά, η ουσία της αντικαπιταλιστικής ανατροπής σήμερα είναι η ανατροπή της ουσίας του αντιδραστικού μνημονιακού «κεκτημένου», δηλαδή η επιβολή βαθύτερων τακτικών ρηγμάτων στις νέες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και σχέσεις. Σε τελική ανάλυση, το δίλημμα για το εργατικό λαϊκό κίνημα είναι «αντικαπιταλιστική δημοκρατική ανατροπή της επίθεσης ή αριστερή διαχείριση του μνημονιακού κεκτημένου».

 

Γ.2. Ο προσανατολισμός της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ σε μια κυρίως κοινοβουλευτική και «επικοινωνιακή» αναμέτρηση με τη συγκυβέρνηση, με τις αυταπάτες για ένα «νέο συμβόλαιο διαταξικής συνεργασίας»
με το κεφάλαιο, τους δανειστές, την ΕΕ και την Μέρκελ, δεν εγγυάται καθόλου την ανατροπή της συγκυβέρνησης. Το ενδεχόμενο ωστόσο μη εκλογής Προέδρου, πρόωρων εκλογών και «κυβέρνησης σωτηρίας» με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και με συντηρητικές δυνάμεις, είναι πιθανό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από αριστερό μικροαστικό κόμμα της ρεφορμιστικής διαχείρισης εντός του καπιταλισμού, έχει περάσει πλέον σε μια «αριστερή» διαχείριση εντός του μνημονιακού κεκτημένου, του νεοφιλελευθερισμού, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Η πορεία του, πλέον, μοιάζει περισσότερο με αυτήν του Ολάντ. Πρόκειται για μια πολιτική που αποβάλλει τον όποιο ριζοσπαστισμό της και οδηγείται αντικειμενικά σε αντίθεση με τις ανάγκες της εργατικής και λαϊκής εκλογικής και πολιτικής βάσης την οποία απέκτησε μετά το 2012. Από αυτή τη σκοπιά, η κυβερνητική προοπτική του, ακόμη και με αυτοδυναμία, δεν εγγυάται καθόλου την επιβολή έστω και των πρόσφατων φιλολαϊκών εξαγγελιών του. Η ενδεχόμενη και πιθανή, μάλιστα, κυβερνητική συνεργασία με το αστικό εθνικιστικό «αντιμνημονιακό» κόμμα των ΑΝΕΛ, με το καθαρά επιχειρηματικό «μιντιακό» μόρφωμα του «Ποταμιού», την κυβερνώσα ΔΗΜΑΡ, με ένα «άλλο» ΠΑΣΟΚ ή τμήματά του, σημαίνει κυβέρνηση δεμένη χειροπόδαρα στο αμερικανονατοϊκό, ευρωπαϊκό και αστικό πλαίσιο.

Εάν τα παραπάνω συγκροτούν την κυρίαρχη πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει και η εργατική-λαϊκή βάση του, καθώς και η δευτερεύουσα - μειοψηφική πλευρά μιας αριστερής ριζοσπαστικής πολιτικής στο πλαίσιό του, που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάπτυξη αγωνιστικών κινημάτων και δράσης. Η τελευταία, όμως παρά κάποιες μαχητικές αντιδράσεις, υποτάσσεται επικίνδυνα το τελευταίο διάστημα στην κυρίαρχη πολιτική της συμβιβασμένης ηγεσίας και, αν δεν αλλάξει στάση, κινδυνεύει να αποκοπεί πλήρως από το ριζοσπαστισμό των λαϊκών αναγκών, να συμβάλει στον ευνουχισμό του μαζικού κινήματος.

Αυτή η πολιτική», γιατί κυριαρχεί ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά στο κόμμα, δεν αλλάζει «από τα μέσα» όπως δείχνει η αρνητική πείρα στην ιστορία της Αριστεράς.

Το ελληνικό και ξένο κεφάλαιο δεν έχει αυταπάτες «διαταξικής συνεργασίας». Μπροστά σε μια ανεξάρτητη άνοδο του λαϊκού κινήματος που θα αγωνιστεί για να επιβάλει στην κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ μέτρα τα οποία θίγουν το μνημονιακό κεκτημένο, θα ενεργοποιήσει όλους τους άλλους «εξωκοινοβουλευτικούς» μηχανισμούς του κράτους και του αστικού συνασπισμού εξουσίας (κέντρα σε μυστικές υπηρεσίες, αστυνομία, στρατό, μιντιακό «υπερκράτος», επιχειρηματικά κέντρα εξουσίας, τραπεζικό σύστημα, δικαστικός μηχανισμός, εκκλησία, ελεγχόμενα συνδικάτα κ.α.), καθώς και τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς (εκβιασμοί «αγορών» και δανειστών, διεθνής διπλωματία, πολεμικές απειλές κ.α.).

Εάν το εργατικό λαϊκό κίνημα ενσωματωθεί στην κυρίαρχη συμβιβαστική πολιτική διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο δεν θα γκρεμίσει το αντιδραστικό μνημονιακό κεκτημένο, αλλά κινδυνεύει να γνωρίσει νέες και ίσως, πολύ πιο οδυνηρές ήττες από τις ρεβανσιστικές διαθέσεις του κεφαλαίου.

 

Γ.3. To KKE αδυνατεί να κατανοήσει τις σύγχρονες εξελίξεις στον καπιταλισμό και την κρίση του και δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις στις ζωτικές ανάγκες του σήμερα. Απορρίπτει τη διαλεκτική σχέση της επαναστατικής τακτικής με τη στρατηγική και για αυτό αντιμετωπίζει τους αντικαπιταλιστικούς στόχους πάλης που πηγάζουν από την άμεση αναγκαιότητα των εργατικών συμφερόντων ως «ανέφικτους λόγω αρνητικών συσχετισμών» και απραγματοποίητους, έστω σχετικά και ανολοκλήρωτα, χωρίς την κατάληψη της εξουσίας. Στην εποχή ακριβώς που απαιτείται περισσότερο από ποτέ η χάραξη μιας μετωπικής πολιτικής, στερείται μετωπικής πολιτικής. Λειτουργεί ως φορέας σεχταριστικών αντιλήψεων που περιχαρακώνονται στο όνομα μιας ανέξοδης «επαναστατικής λογοκοπίας» ανακαλύπτοντας παντού αντιπάλους και συνωμότες. Χωρίς αυτοκριτική, με διαρκώς «δικαιούμενες» αντιφάσκουσες γραμμές στην ιστορία του, ταλαντώνεται ανάμεσα στον οπορτουνισμό και το σεχταρισμό. Μετά το 18ο συνέδριο εγκλωβίζεται σε ένα πρόγραμμα που φαντάζει μάξιμουμ, και το οποίο υπόσχεται και διεκδικεί τελικά «την ενδυνάμωση του κόμματος».

Συνέπεια των παραπάνω είναι να μετατρέπει, ανεξάρτητα προθέσεων και διακηρύξεων, τα κεντρικά κυρίως αιτήματα σε αιτήματα ζύμωσης, να υποκαθιστά τους συντονισμένους πανεργατικούς-παλλαϊκούς αγώνες δια του συντονισμού των σχημάτων που ελέγχει το ίδιο (ΠΑΜΕ, ΠΑΣΥ, ΜΑΣ κ.λ.π.) και τελικά να οδηγεί στην αποσυσπείρωση αντί της συσπείρωσης ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων και της Αριστεράς, στην αντιπαλότητα προς ό,τι κινείται αριστερά του, στην ανύψωση τείχους απέναντι σε διεργασίες που δεν ελέγχει απόλυτα.

Ωστόσο, η δευτερεύουσα πλευρά του, οι αναφορές στην επαναστατική ιστορία, τον κομμουνισμό, το μαρξισμό, το λενινισμό και η εργατική-λαϊκή βάση του, δίνουν δυνατότητες για μια συμβολή σε ένα αγωνιστικό μέτωπο πάλης και αντεπίθεσης, ανεξάρτητα από τη στρατηγική και τακτική του, με την προϋπόθεση μιας στροφής σε μετωπικές πρακτικές στο μαζικό κίνημα.

 

Δ. Εργατική Λαϊκή Αντεπίθεση για Δουλειά - Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία

 

Δ.1. Στη βάση όλων των παραπάνω, η τακτική της αντικαπιταλιστική ανατροπής για να μετατραπεί από σύνθημα - ιδέα σε πολιτική με σχετικά μαζική επίδραση, σε πολιτική μαζών, απαιτείται να πάρει υπόψη της τα βασικά στοιχεία της νέας φάσης που περιγράψαμε, πρωτίστως τη βαρβαρότητα της επίθεσης, την εξαθλίωση, τη φτώχεια, την ανεργία, τα πάνω από τριάμισι εκατομμύρια εργάτες και πληττόμενα μεσαία στρώματα που αποδεσμεύονται από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, και αναζητούν πολιτική έκφραση. Απαιτείται να ανταποκριθεί επομένως στις ανάγκες επιβίωσης και στη χάραξη μιας αγωνιστικής, μαζικής και πολιτικής υποδοχής και μετασχηματισμού αυτών των δυνάμεων και όχι να συμβιβαστεί με την παράδοσή τους από πριν στο «Ποτάμι», τη Χρυσή Αυγή, τους ΑΝΕΛ ή σε μορφές «αριστερής» διαχείρισης του μνημονιακού κεκτημένου.

Σήμερα είναι αναγκαία μια νέα πολιτική γραμμή, η πολιτική της «Εργατικής Λαϊκής Αντεπίθεσης» με κεντρικό πολιτικό σύνθημα, «δουλειά - ψωμί - παιδεία - ελευθερία».

Με στόχο μια βαθιά κοινωνική και πολιτική ανατροπή η οποία θα σπάζει όχι μόνο το κέλυφος του μνημονιακού καθεστώτος, αλλά θα ξηλώνει το αντιδραστικό κοινωνικό περιεχόμενό του και θα επιβάλει νίκες και τακτικά ρήγματα σε όλη την επίθεση του κεφαλαίου. Από αυτή τη σκοπιά, η Εργατική Λαϊκή Αντεπίθεση δεν υποκαθιστά, ούτε κομματιάζει τη γενικότερη επαναστατική τακτική, αλλά της δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο και μορφή, που ανταποκρίνεται στη σημερινή φάση και τη δυναμική της, στις λαϊκές συνειδήσεις και ανάγκες.

Παρά τα θετικά της σημεία, η Εισήγηση της ΠΕ του ΝΑΡ στο Πανελλαδικό Σώμα, δεν κατανοεί πλήρως τη νέα ιστορική φάση και δεν ολοκληρώνει τις αναζητήσεις της με την αναγκαία τόλμη αυτοκριτικής σε μια σαφή κατεύθυνση νέας πολιτικής γραμμής.

 

Δ. 2. Η Εργατική Λαϊκή Αντεπίθεση και η λογική του προγράμματός της

 

α) Το πρόγραμμα πρέπει να συγκρούεται με το μνημονιακό κεκτημένο, με τις κυβερνήσεις τους, με την ΕΕ και το ΔΝΤ, με τη στρατηγική του κεφαλαίου, αλλά δεν μπορεί να προωθείται με ένα «αιώνιο κλισέ πέντε αξόνων». Σε κάθε φάση απαιτείται η επιβεβαίωση και η επανιεράρχησή του.

Η Εργατική Λαϊκή Αντεπίθεση ιεραρχεί σαν πρώτο ζήτημα και έχει ως θεμελιώδες κριτήριο τη σωτηρία του λαού από τη φτώχεια και την ανεργία. Θέτει στην πρώτη γραμμή της πάλης τη διεκδίκηση στόχων και την επιβολή κατακτήσεων για τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων. Επιδιώκει την αντιστροφή της σχέσης μισθών-κερδών σε βάρος των κερδών του κεφαλαίου, για την ουσιαστική βελτίωση της θέσης τους, ειδικά με τα πολιτικά αιτήματα διεκδικεί το χρόνο που απελευθερώνει η σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία και το χρόνο που απελευθερώνει την ίδια την εργασία, για ριζική μείωση του χρόνου εργασίας, για ουσιαστική αύξηση των μισθών και για σταθερές σχέσεις εργασίας.

Στη νέα φάση θέτει επίσης ψηλά τα ζητήματα της δημοκρατίας και της αντιφασιστικής πάλης. Θεωρεί ειδικά, τη σύγχρονη επανακατάκτηση και κατοχύρωση του δικαιώματος του εργατικού αγώνα στους χώρους δουλειάς ως ύψιστο δημοκρατικό δικαίωμα.

Θέτει επίσης, ψηλά τα ζητήματα της αποτροπής του πολέμου, ειδικά με την έξοδο από το ΝΑΤΟ και το κλείσιμο των αμερικανονατοϊκών βάσεων.

β) Η σταθερή επιδίωξη του εργατικού κινήματος για τη διάλυση και αντικαπιταλιστική διεθνιστική αποδέσμευση από την ΕΕ, αποκτά σήμερα πρωτεύουσα σημασία. Στην εποχή μας τίθεται εκ νέου ζήτημα εθνικής αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας των λαών απέναντι στις καπιταλιστικές ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις και τους διεθνείς μηχανισμούς, τις επιτροπείες και τα προτεκτοράτα, τις επεμβάσεις και τις οικονομικές «αποικίες χρέους». Αποκτά βαθύτερο εργατικό, αντικαπιταλιστικό και επαναστατικό περιεχόμενο. Όποιος παραβλέπει την εθνική μορφή που παίρνει το ταξικό πρόβλημα, κινδυνεύει να υπηρετεί τις ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Και όποιος υποτάσσει το ταξικό στο εθνικό κινδυνεύει να βρεθεί στην ουρά της «δικής του» αστικής τάξης.

γ) Στο εργατικό λαϊκό κίνημα, η αντίληψη πως δεν μπορεί να κατακτήσει με σκληρούς αγώνες αύξηση στο μεροκάματο αν από τα πριν δεν διαγραφεί το χρέος και δεν φύγουμε από την ΕΕ είναι λαθεμένη. Ηχεί ως επαναστατική, όμως στην ουσία φαντάζει στα μάτια των μαχόμενων αγωνιστών ως στενή κομματική επιδίωξη κάποιων τίμιων επαναστατών, επιθυμητή μεν, ακατόρθωτη δε. Έτσι καλλιεργείται η σύγχυση, η αμφιταλάντευση και η απογοήτευση.

δ) Η εξελισσόμενη διεθνής καπιταλιστική κρίση δημιουργεί σημαντικές ανακατατάξεις στις κοινωνικές τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα. Τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού καταποντίζονται και οδηγούνται στις γραμμές της εργατικής τάξης κουβαλώντας όλες τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες που έχουν για τη θέση τους μέσα στον καπιταλισμό. Η εργατική τάξη μετατρέπεται για πρώτη φορά σε πλειοψηφική δύναμη, αλλάζοντας εσωτερικά και η ίδια καθώς αλλάζει τρόπο ζωής, «ανακατώνεται» με τα εκατομμύρια των μεταναστών. Αυτός ο «πολυκόσμος» δεν μπορεί παρά να εκφράζεται, αντικειμενικά, με διαφορετικά πολιτικά κόμματα εργατικής αναφοράς ή και κομμουνιστικής στόχευσης. Η οικοδόμηση ενός δυναμικού και εξελισσόμενου κοινωνικοπολιτικού μετώπου αποτελεί επομένως μια στρατηγικής σημασίας επιλογή, έναν μονόδρομο και όχι μια σημαία ευκαιρίας για να σωθούμε από την εκλογική συντριβή που μας απειλεί κάθε φορά.

Αυτό που τίθεται στην ημερήσια διάταξη, είναι η συγκέντρωση ταξικών δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα, στο μαζικό πρωτίστως κίνημα, στην πολιτική και στη θεωρία, πάνω στο πολιτικό πρόγραμμα που αναχαιτίζει, προκαλεί ρήγματα και ανατρέπει τη βάρβαρη επιδρομή του κεφαλαίου.

ε) Το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην κυβέρνηση, την επαναστατική διαδικασία και την εργατική εξουσία αποτελεί καίριο θεωρητικό ζήτημα της στρατηγικής, όπου έχουν αναδειχθεί σημαντικές διαφορές που απαιτούν βαθύτερο διάλογο. Οι σημαντικές αυτές διαφορές στρατηγικού χαρακτήρα, όμως, δεν πρέπει να εμποδίζουν την τακτική συμμαχία της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς με δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές που έχουν διαφορετική αντίληψη για το ζήτημα της κυβέρνησης και της εξουσίας, αρκεί να συμφωνούν ότι στη σημερινή περίοδο το κύριο άμεσο ζήτημα που τίθεται είναι η συγκρότηση ενός εργατικού-λαϊκού κινήματος και μετώπου ανατροπής με αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, το οποίο θα παίξει καθοριστικό πολιτικό ρόλο στις εξελίξεις και στην ανατροπή της επίθεσης. Και δεύτερο, να συμφωνούν ότι το πρόγραμμα της «αριστερής» ή «αντιμνημονιακής κυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μια διαχειριστική γραμμή στο πλαίσιο του μνημονιακού «κεκτημένου», της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που δεν μπορεί να στηριχθεί από αυτές τις δυνάμεις.

 

Δ.3. Οι βασικοί άξονες του προγράμματος:

 

Οι βασικοί άξονες του προγράμματος δείχνουν την κατεύθυνση, χρειάζονται πάντα βαθύτερη και πιο συγκεκριμένη επεξεργασία και φυσικά, το «τελικό» πρόγραμμα θα συνδιαμορφωθεί από τις δυνάμεις που θα πάρουν μέρος στον αγώνα για μια Εργατική Λαϊκή Αντεπίθεση, από τους ίδιους τους μαζικούς αγώνες.

Στο ζήτημα της ανεργίας, της φτώχειας, και της σχέσης μισθών - κερδών, διεκδικούμε: Άμεσα, επίδομα ανεργίας, διαγραφή των χρεών, δωρεάν συγκοινωνία και υγεία για όλους τους ανέργους, χωρίς προϋποθέσεις και για όσο χρόνο παραμένουν στην ανεργία. Για να δημιουργηθούν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις αξιοπρεπούς εργασίας, χρειάζεται, με νομοθετική εφαρμογή, ριζική μείωση του χρόνου εργασίας. Αυξήσεις μισθών και συντάξεων πάνω από τα όρια της παραγωγικότητας, του πληθωρισμού και της αύξησης του ΑΕΠ. Μόνιμη και σταθερή εργασία, με κατάργηση όλων των ελαστικών σχέσεων εργασίας, επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων. Μαζικές προσλήψεις στο δημόσιο, σε Υγεία Παιδεία, Πρόνοια, με διαφανή κριτήρια. Νομιμοποίηση των μεταναστών με πλήρη ισότιμα εργασιακά, συνδικαλιστικά και πολιτικά δικαιώματα.

Εθνικοποίηση-κρατικοποίηση βασικών μονάδων στην ενέργεια, στις συγκοινωνίες, στις επικοινωνίες, χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο, δημόσια δωρεάν Υγεία και Παιδεία ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και την εμπορευματοποίηση. Για να επιβληθούν στοιχεία κοινωνικού ανασχεδιασμού της παραγωγής και της κατανάλωσης σε όφελος των εργαζομένων και του λαού, για φτηνό ρεύμα, βενζίνη και πετρέλαιο, για δωρεάν φάρμακα και υγιεινή διατροφή, για φτηνά τρένα και μεταφορές σε καλούς δρόμους χωρίς διόδια, για καθαρές πόλεις και περιβάλλον.

Πλήρης κατοχύρωση του δικαιώματος της συνδικαλιστικής δράσης στους τόπους δουλειάς και κατάργηση των νόμων που περιορίζουν μέχρι εξαφάνισης το δικαίωμα της απεργίας. Κατάργηση όλων των ειδικών σωμάτων καταστολής που στρέφονται εναντίον του «εχθρού Λαού». Αντιφασιστική πάλη και εργατική λαϊκή περιφρούρηση ενάντια στη νεοφασιστική τρομοκρατία.

Παύση πληρωμών στους δανειστές, μη αναγνώριση και μονομερής διαγραφή του χρέους, εθνικό νόμισμα και απαγόρευση φυγής κεφαλαίων στο εξωτερικό, φορολόγηση του κεφαλαίου, εθνικοποίηση των τραπεζών χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο. Για να σωθεί η λαϊκή κατοικία από τους πλειστηριασμούς, να διαγραφούν και να μειωθούν τα δάνεια για τους φτωχούς και τους εργαζόμενους, να δοθούν φτηνά δάνεια στους αυτοαπασχολούμενους, τους μικροαγρότες και τους μικρομεσαίους, να μειωθεί η φορολογία για το λαό.

Απειθαρχία στις ευρωσυνθήκες, ρήξη από το ευρώ και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για μια ανεξάρτητη, εθνική νομισματική, δημοσιονομική και οικονομική πολιτική σε όφελος των εργαζομένων και του λαού της χώρας.

Οι παραπάνω στόχοι, για να μπορέσουν να στεριώσουν στην συνείδηση του εργαζόμενου λαού και να μπορεί να τους υπερασπιστεί με αποφασιστικούς ταξικούς αγώνες, απαιτείται η διαρκής, ενωτική, αποφασιστική προώθηση από το πολιτικό μέτωπο, η επιδίωξη υιοθέτησης από πλατιά εργατικά στρώματα, των στόχων:

Έξοδος από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ και κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία. Καμιά συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές πολεμικές επεμβάσεις. Εθνική αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία του λαού μας για μια πολυδιάστατη και ειρηνική εξωτερική πολιτική, για διεθνή οικονομική συνεργασία και αλληλεγγύη.

Αγώνας για μια ανώτερη, νέου τύπου δημοκρατκή κατάκτηση, όπου ο λαός θα έχει το δικαίωμα να αγωνίζεται ελεύθερα, να δημιουργεί και να κατοχυρώνει τα δικά του ανεξάρτητα, συνδικαλιστικά, πολιτικά και πολιτιστικά όργανα πάλης, μέχρι τη δική του λαϊκή, συντακτική συνέλευση, τη δική του «Κάτω Βουλή», με αιρετούς κι ανακλητούς εκπροσώπους.

 

Δ.4. Η Εργατική Λαϊκή Αντεπίθεση στο κοινωνικό επίπεδο, στην εργατική τάξη και τα πληττόμενα μεσαία αυτοαπασχολούμενα στρώματα, προωθεί την αγωνιστική κοινή δράση των μαχόμενων δυνάμεων του μαζικού κινήματος.

Συνεπώς, απευθύνεται πρώτα από όλα στο οργανωμένο εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα με στόχο την αναζωογόνηση και ταξική ανασυγκρότησή του, μέσα από νέες εργατικές αγωνιστικές συσπειρώσεις και λαϊκές επιτροπές κοινής δράσης για την αντίσταση και τη ματαίωση νέων μέτρων, την αποτροπή του κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος και την πτώση της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ από τα κάτω και αριστερά. Για να μετατραπεί το εργατικό λαϊκό κίνημα σε καθοριστικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων και της ανατροπής.

Η πολιτική της Εργατικής Λαϊκής Αντεπίθεσης, συγκεκριμένα, απευθύνει κάλεσμα κοινής δράσης, μέσα στο μαζικό κίνημα, στη βάση και την ηγεσία του ΚΚΕ, στη βάση και τις μαχόμενες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, σε όλα τα αγωνιστικά, ταξικά, ανατρεπτικά ρεύματα, δυνάμεις και ανένταχτους μαχητές, που παίρνει συγκεκριμένο περιεχόμενο και οργανωτικές δομές. Ενισχύει τη ενωτική πολιτική αρχών ενάντια στο διαλυτικό σεχταρισμό και κατακερματισμό, αλλά και ενάντια στον προγραμματικό οπορτουνισμό.

Αγωνίζεται για κατακτήσεις που συμβαδίζουν με την απαίτηση του κόσμου να επιβιώσει και να ανασάνει από την κανιβαλική πολιτική. Επιδιώκει ουσιαστικές κατακτήσεις ώστε να μεταβούμε από τους σημερινούς αρνητικούς συσχετισμούς δύναμης σε μια νέα περίοδο με τους συσχετισμούς υπέρ της εργατικής πολιτικής

      

Ε. Αριστερή Μαχητική Συμμαχία Ανατροπής

 

Ε.1. Πέρα από το κοινωνικό πεδίο, η Εργατική Λαϊκή Αντεπίθεση προωθείται και στο σχετικά αυτοτελές πεδίο της πολιτικής με την Αριστερή Μαχητική Συμμαχία Ανατροπής, με κοινό πολιτικό στόχο και δέσμευση την ανατροπή της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το ξήλωμα και ανατροπή του πλαισίου που επέβαλαν η ΕΕ, το ΔΝΤ, οι δανειακές συμβάσεις, τα μνημόνια και οι εφαρμοστικοί νόμοι την ανατροπή της συγκυβέρνησης ΝΔ- ΠΑΣΟΚ, στη βάση του προτεινόμενου προγράμματος.

Η Αριστερή Μαχητική Συμμαχία Ανατροπής αποτελεί συμμαχία με προωθητικό πρόγραμμα τακτικού χαρακτήρα. Δεν μπορεί επομένως να συγκροτηθεί βάζοντας σαν προϋπόθεση την πλήρη συμφωνία με το συνολικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή με τη λογική του μέγιστου «κομματικού» κοινού διαιρέτη, αλλά ούτε και του ελάχιστου «δεξιού» παρανομαστή της οπορτουνιστικής λογικής. Θα γίνει ανοιχτά και δημόσια με σαφείς στόχους, πολιτικές δεσμεύσεις και με ορατή τη δυναμική που περικλείει. Θα έχει προγραμματικές, αλλά και πρακτικές δεσμεύσεις, θα δρα συμμαχικά, και κάθε πολιτική δύναμη θα διατηρεί την οργανωτική της αυτοτέλεια και τη δυνατότητα να παλεύει και να προβάλλει αυτοτελώς το δικό της συνολικό πολιτικό πρόγραμμα.

Μια τέτοια συμμαχία αφήνει ανοιχτές όλες τις δυνατότητες για την υπέρβαση της σε ανώτερο επίπεδο των υπαρχόντων σχημάτων και μετώπων, ώστε να προκύψει η συγκρότηση ενός νέου μετώπου. 

Προετοιμάζεται και δίνει τη δυνατότητα για μαχητική παρέμβαση στους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες αλλά και συμμετοχή στις εκλογικές μάχες με διάφορες συνεργασίες διεκδικώντας την εκπροσώπηση των εργατικών λαϊκών συμφερόντων στο κοινοβούλιο. Ανταποκρίνεται στο λαϊκό αίτημα να φύγει η συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ. Σε ενδεχόμενη κυβέρνηση με «κορμό» τον ΣΥΡΙΖΑ και «άλλες αντιμνημονιακές δυνάμεις» δυσπιστεί απέναντι της, δεν τη στηρίζει, δεν συμμετέχει σε αυτήν, αποκαλύπτει τον διαχειριστικό ρόλο της. Προβάλλει κυρίως και αυτοτελώς ολόκληρο το πρόγραμμά της, οργανώνει την ανεξάρτητη, εργατική και λαϊκή αντεπίθεση για ριζικές κατακτήσεις που θα αμφισβητούν και θα υπερβαίνουν τα όρια του κοινοβουλίου, του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Καταπολεμά αποφασιστικά κάθε μέτρο υπέρ του κεφαλαίου, της ΕΕ και των δανειστών. Στηρίζει κάθε μέτρο υπέρ των εργατικών λαϊκών συμφερόντων. Αποκρούει κάθε υπαναχώρηση και συμβιβασμό. Αναλαμβάνει εν ολίγοις το ρόλο της πολιτικής, αριστερής, ανατρεπτικής αντιπολίτευσης.

Η Αριστερή Μαχητική Συμμαχία Ανατροπής κινείται στη γραμμή της απειθαρχίας στις ευρωσυνθήκες, της ρήξης και της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, αλλά επιδιώκει να συσπειρώσει και εκείνες τις δυνάμεις οι οποίες έχουν σε διαφορετικό βαθμό κατανοήσει αυτή την αναγκαιότητα κατοχυρώνοντας την αυτοτελή τους έκφραση.

 

Ε.2. Για να πετύχει η Αριστερή Μαχητική Συμμαχία Ανατροπής εκεί που απέτυχε η «μετωπική συμπόρευση» χρειάζεται τόσο «να σηκωθούμε όλοι ψηλότερα» από την κομματική αυτάρκεια όσο και να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους όλοι εκείνοι που αγωνιούν για την υπόθεση. Σε αυτήν μπορούν να συμπεριληφθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές που με διάφορους τρόπους αγωνίζονται για την ανατροπή της επίθεσης υπέρ των εργατικών λαϊκών συμφερόντων, έχουν αριστερή αναφορά, κινούνται από διαφορετική ιδεολογική - στρατηγική σκοπιά κατά του καπιταλιστικού συστήματος και έχουν μετωπική λογική. Συγκεκριμένα: Πρώτα από όλα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι δυνάμεις και αγωνιστές της, αναπτύσσοντας ουσιαστικά το περιεχόμενο και τη δράση της. Όλες οι δυνάμεις και αγωνιστές που συμμετείχαν στις διαδικασίες της «μετωπικής συμπόρευσης» (Σχέδιο Β΄, Σύλλογος Γ. Κορδάτος, ΚΟΑ, ΕΕΚ, ΟΚΔΕ, Όμιλος Επαναστατικής Θεωρίας, κίνηση «Μετωπική Συμπόρευση»). Η «Πρωτοβουλία των 1.000». Ο Εργατικός Αγώνας. Ρεύματα και αγωνιστές που συμμετείχαν στις αντικαπιταλιστικές και ανατρεπτικές περιφερειακές και δημοτικές κινήσεις. Ρεύματα και αγωνιστές που απεγκλωβίζονται προς τα αριστερά από την κυρίαρχη πολιτική του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Η πρόταση για τη «Συμμαχία» διερευνά τη δυνατότητα σε αυτή την κατεύθυνση προς το ΕΠΑΜ και ορισμένα οικολογικά ρεύματα καθώς και προς το ΚΚΕ (μ-λ) και το ΜΛ ΚΚΕ. Στην παράθεση αυτή δεν πρέπει να παραλείψουμε πως η σημερινή εικόνα πολλών από αυτές τις οργανώσεις είναι αποκαρδιωτική. Επικρατούν λογικές «κομματικού πατριωτισμού» που θέτουν μεγάλα εμπόδια στη συγκρότηση της Συμμαχίας. Ωστόσο πρέπει να δούμε όλες τις διεργασίες και τις διαφοροποιήσεις που ωριμάζουν στις νέες συνθήκες, τη δυναμική που μπορεί να αναπτυχθεί με την ανάπτυξη του κινήματος, το ότι η πρόταση μπορεί να συμβάλλει στην απελευθέρωση δυνάμεων και στη μορφοποίηση κάποιων συλλογικοτήτων, να αλλάξει εν γένει τα δεδομένα. 

- Η Αριστερή Μαχητική Συμμαχία Ανατροπής συμβάλλει στη δημιουργία ή την ενίσχυση των ιδιαίτερων μαζικών πολιτικών κινήσεων στα διάφορα μέτωπα πάλης, όπως στην αναγκαία ανεξάρτητη, πανελλαδική ταξική εργατική κίνηση, στο δημοκρατικό αντιφασιστικό πεδίο, σε μια Κίνηση κατά της ΕΕ, για το ζήτημα του χρέους ή της πόλης και του περιβάλλοντος, του πολέμου κ.α.

 

Στ. Για το εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα

 

Στ.1. Στη βάση όλων των παραπάνω, η γραμμή, το περιεχόμενο και οι μορφές της Εργατικής Λαϊκής Αντιπολίτευσης για Δουλειά-Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία προσανατολίζουν και βοηθούν αποφασιστικά το εργατικό κίνημα ώστε να μετασχηματιστεί σε κινητήριο μοχλό των πολιτικών εξελίξεων, ωθούν τους σημερινούς επιμέρους σημαντικούς αγώνες και ξεσπάσματα ώστε να ενοποιηθούν προγραμματικά, υπερβαίνοντας αποφασιστικά τις νέες δυσκολίες, τους αρνητικούς συσχετισμούς, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Με αυτή την κατεύθυνση, οι δυνάμεις του ΝΑΡ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της Αριστερής Μαχητικής Συμμαχίας για την Ανατροπή μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά ώστε το πρόγραμμα πάλης, όχι με τη «ζυγαριά του φαρμακοποιού», αλλά κυρίως με την ανατρεπτική κατεύθυνση που περιγράψαμε, να κατακτά πλειοψηφίες στις εργατικές συνελεύσεις, στις επιτροπές αγώνα, στη δράση των εργατών και εργαζομένων, αλλά και σε ολόκληρα συνδικάτα. Αλλά και μέσα από αυτή τη διαδικασία να οικοδομείται το νέο ταξικό εργατικό κίνημα ανατροπής και χειραφέτησης που έχει ανάγκη η εποχή μας, το οποίο θα πάρει στα χέρια του αυτό το πρόγραμμα, θα το ανεβάσει σε νέο επίπεδο, θα το αλλάξει και θα το διορθώσει μέσα από την ίδια τα συμμετοχή και εμπειρία της δράσης των εργατών.

Πρόκειται για ένα νέο εργατικό πρόγραμμα και κίνημα που χρειάζεται να βαθύνει στις νέες ραγδαίες αλλαγές στις σχέσεις της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας και εκμετάλλευσης στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, στις σχέσεις της αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης και της μισθωτής εργασίας που μπαίνουν σε βαθύτερη κρίση, να βαθύνει στο χαρακτήρα της καινούριας εργατικής τάξης, στο νέο επιστημονικό, τεχνικά ειδικευμένο και μισοχειρωνακτικό προλεταριάτο, στη μεταναστευτική εργασία, στο νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας κ.α. Θα θέτει, άρα, τα αντίστοιχα αιτήματα που θα συγκλονίσουν την εργατική πάλη της εποχής μας, όπως τα «τρία οχτώ» στην εποχή του Ένγκελς. Για όλους αυτούς τους λόγους χρειάζεται η αξιοποίηση της μαχόμενης, ριζοσπαστικής και πάνω από όλα, της μαρξιστικής διανόησης, με την οποία θα οικοδομηθούν νέες σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού και αλληλοβοήθειας.

 

Στ.2. Στη βάση αυτή και στις νέες συνθήκες, χρειάζεται άμεσα μια καινούρια προσπάθεια διαλόγου και δράσης για μια νέα ανεξάρτητη αγωνιστική συσπείρωση των σωματείων που συμφωνούν στην αναγκαιότητα της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος σε περιεχόμενο, δομή και μορφές αγώνα, σε διαχωρισμό από την πολιτική του αστικοποιημένου, κομματικού και γραφειοκρατικού συνδικαλισμού των ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και των περισσότερων ομοσπονδιών. Μια τέτοια συσπείρωση απαιτείται για να αναγεννηθεί ο ταξικός συνδικαλισμός, πολύ περισσότερο που η αστική προπαγάνδα προσπαθεί να τον εντάσσει στη γενική κατηγορία των ανυπόληπτων «συνδικαλιστών». Πάνω από όλα, μπορεί, σε κρίσιμες στιγμές, να αποτελέσει μάχιμο κέντρο αγώνα και ριζοσπαστικής πολιτικοποίησης του εργατικού κινήματος, εάν αποτελεί αυθεντική συσπείρωση σωματείων -και όχι ενότητας ή διαχωρισμού κομματικών πρωτοποριών όπως κατέληξε να είναι ο «Συντονισμός» (πρωτοπορίες που είναι αναγκαίο να δρουν αλλά με σεβασμό στην αυτοτέλεια των σωματείων). Αυτή η νέα συσπείρωση έχει σαν περιεχόμενο το πρόγραμμα των διεκδικήσεων για το μισθό, το χρόνο εργασίας, τις εργασιακές σχέσεις και το εισόδημα των εργαζομένων, αλλά προβάλει και πολιτικές διεκδικήσεις στη λογική που έχουμε ήδη αναπτύξει. Είναι μαχητική στις μορφές πάλης χωρίς να πέφτει στο φετιχισμό της «απεργίας διαρκείας». Οι εργατικές δυνάμεις αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης χρησιμοποιούν τις θέσεις που κατέκτησαν για μια προγραμματική αγωνιστική συγκρότηση των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων προεδρείων, αναλαμβάνοντας και τις δικές τους ευθύνες, ώστε να μην παραλύουν τα συνδικάτα, χρησιμοποιώντας τη συγκρότηση για το κύριο: την ταξική αγωνιστική ενότητα και την ανεξάρτητη συσπείρωση και πάλη των μαχόμενων σωματείων στη βάση τους. Επίσης, σταθερή πρέπει να είναι η επιδίωξη για κοινή δράση με τα σωματεία και ομοσπονδίες του ΠΑΜΕ.

- Η προσπάθεια αυτή άμεσα μπορεί να συμβάλει ή να ξεκινήσει μέσα από μια εργατική - δημοκρατική συσπείρωση σωματείων για τη ματαίωση ειδικά του σχεδιαζόμενου, νέου αντισυνδικαλιστικού αντιδημοκρατικού νόμου και του λοκ άουτ, από τη σκοπιά, όχι στενά της υπεράσπισης του ν. 1264 του 1982, αλλά των νέων εργατικών αναγκών και δικαιωμάτων.

- Στο πλαίσιο της ίδιας λογικής να ενισχυθούν όλες οι προσπάθειες για ένα σχετικά αυτοτελές, μαζικό πολιτικό κίνημα των ανέργων σε συμμαχία με το εργατικό λαϊκό κίνημα, που θα αγωνίζεται για μέτρα ουσιαστικής ανακούφισης των ανέργων και, κυρίως για μαζικές θέσεις εργασίας μέσα από τη ριζική μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των μισθών και μέσα από ένα μεγάλο πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων στην παραγωγή, υπέρ των εργατικών λαϊκών αναγκών, με σεβασμό στο περιβάλλον.

 

Στ.3. Στη βάση όλων των παραπάνω, ήρθε η ώρα για μια πανελλαδική, πολιτικοσυνδικαλιστική Ταξική Κίνηση για την Εργατική Ανατροπή και Χειραφέτηση, για μια πραγματική αγωνιστική ταξική ενότητα «φυσικών προσώπων» εργατών και εργαζομένων, αντίστοιχης των μεγάλων αναγκών αλλά και των μεγάλων δυνατοτήτων για ένα πρωτοπόρο εργατικό κίνημα της εποχής μας. Μια Κίνηση που θα είναι ανεξάρτητη από την αστική πολιτική και τις παρατάξεις της στο εργατικό κίνημα (ΔΑΚΕ, νέες μορφές), αλλά και με τις αριστερές εργατικές «παρατάξεις» που αναπαράγουν τη γραφειοκρατική ιεραρχική αντίληψη «κόμμα - παράταξη - συνδικάτο» (ΠΑΜΕ, ΜΕΤΑ κ.α.). Κίνηση η οποία θα προωθήσει την αλληλεπίδραση και το σεβασμό στην αυτοτέλεια των πρωτοποριών και στο εργατικό κίνημα και όχι τις σχέσεις «δι’ αντιπροσώπων» ή καθ’ υπαγόρευσιν ή «μέσω των συνιστωσών».

Μια τέτοια Κίνηση θα ασχολείται και θα προωθεί τη συνδικαλιστική πάλη, την οργάνωση των συνδικαλιστικών οικονομικών αγώνων, την ίδρυση νέων σωματείων ειδικά στον ιδιωτικό τομέα, θα ωθήσει τον ταξικό προσανατολισμό τους, τη συνένωσή τους, πάντα στα χέρια των ίδιων των εργατών, για μια νέα Εργατική Αντεπίθεση.

Μια τέτοια Πανελλαδική Κίνηση θα δώσει νέα ώθηση στις πολιτικοσυνδικαλιστικές ταξικές συσπειρώσεις στα σωματεία και τους κλάδους, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα, για να αποκτούν μαζικά χαρακτηριστικά, να κατακτούν την πλειοψηφία των εργατών, να ενοποιούνται μέσα από την αναγκαία πολυμορφία τους.

Σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να βοηθήσει η δεκάχρονη εμπειρία της Πρωτοβουλίας για μια Πανελλαδική Ανεξάρτητη Εργατική Κίνηση που έχει δώσει δείγματα γραφής από το 2005, να συμβάλουν πρωτοπόροι αγωνιστές από τις εργατικές συσπειρώσεις και σχήματα, οι εργατικές δυνάμεις του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μεγάλη ώθηση μπορεί να δώσει η ίδια η συγκρότηση και οι εργατικές δυνάμεις της Αριστερής Μαχητικής Συνεργασίας για την Ανατροπή.

 

Στ.4. Στις γειτονιές και γενικότερα στο λαϊκό κίνημα, η γραμμή της Εργατικής Λαϊκής Αντεπίθεσης μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη αγώνων για τα λαϊκά δημοκρατικά προβλήματα και την αντιφασιστική πάλη, να συμβάλει αποφασιστικά στην ενοποίηση των κατακερματισμένων και στενά «κομματικών» αγώνων, μέσα από ενωτικούς Λαϊκούς Συλλόγους και Επιτροπές Ανατροπής, μέσα από τη δημιουργία Λαϊκών Συντονιστικών Αγώνα σε γειτονιές, δήμους και πόλεις, σε στενή σύνδεση με τα εργατικά σωματεία.

 

Στ.5. Ξεχωρίζουμε την ανάγκη να δοθεί προσοχή και βοήθεια ειδικά στο κίνημα της νεολαίας που υστερεί και δυσκολεύεται να βρει αγωνιστικούς δρόμους μέσα στο ζοφερό τοπίο της ανεργίας, της φτώχειας στη λαϊκή οικογένεια, των διακρίσεων ενάντια στους νέους εργαζόμενους, της καταστολής (ειδικά στα σχολεία, τώρα και στα πανεπιστήμια), της νέας μετανάστευσης, της «πάλης των γενεών» και του ατομισμού που αναπτύσσεται, της προσωπικής ματαίωσης Τονίζουμε την ανάγκη στροφής στη νεολαία εργατικής καταγωγής και προοπτικής που σπουδάζει στην τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση, δημόσια αλλά και ιδιωτική, την οποία ολόκληρη η Αριστερά υποτιμά.

 

Ζ. Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη συσπείρωση των δυνάμεων σύγχρονης κομμουνιστικής αναζήτησης

 

Ζ.1. Οι νέες συνθήκες και η πρόταση για την Εργατική Λαϊκή Αντεπίθεση θέτει με αυξημένες απαιτήσεις το ζήτημα της ηγεμονίας μιας σύγχρονης εργατικής πολιτικής. Η απαίτηση αυτή κάνει ακόμη πιο απαραίτητη την ανάπτυξη και προβολή της τακτικής της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης και της στρατηγικής της κοινωνικής επανάστασης, συνολικά αλλά και σε κάθε πεδίο της ταξικής πάλης. Κάνει επομένως ακόμη πιο απαραίτητη την ενίσχυση της προγραμματικής ενότητας, της μετωπικής λειτουργίας και της εσωτερικής δημοκρατίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Κάνει ακόμη πιο απαραίτητη την αυτοτέλειά της. Για αυτό μας βρίσκουν αντίθετους προσπάθειες βιαστικής υπέρβασής της, διχασμού και υποβάθμισής της είτε σε ένα «μαζικό ακροατήριο για το κόμμα» είτε σε μια «χαλαρή εκλογική συνεργασία».

 

Ζ.2. Καθώς μάλιστα η ταξική πάλη θα εξελίσσεται, καθώς «το δράμα θα βαίνει στην κορύφωση του», το ζήτημα της δημιουργίας του υποκειμένου της εργατικής πολιτικής με την ευρεία του έννοια, δηλαδή το στρατηγικά ανασυγκροτημένο μαζικό εργατικό κόμμα ως το πρωταρχικό, το εξελισσόμενο πολιτικό μέτωπο ως το αποφασιστικό και το αναγεννημένο εργατικό κίνημα ως το καθοριστικό θα απαιτεί ολοένα και ισχυρότερα έμπρακτη απάντηση. Οι όποιες μάλιστα, με σκληρούς εργατικούς αγώνες, αποσπώμενες φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις θα συγκρούονται με την ουσία του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Για αυτό και θα αποτελέσουν πεδίο σφοδρότατης και γρήγορης διαφιλονίκησης. Η κατάκτηση ακόμη και των άμεσων αιτημάτων και στόχων απαιτούν σκληρούς εργατικούς αγώνες. Επομένως το πρόγραμμα και οι τακτικοί στόχοι της Εργατικής Λαϊκής Αντεπίθεσης βρίσκονται αντικειμενικά όλο και πιο κοντά στις στρατηγικές επιδιώξεις. Φέρνουν το εργατικό κίνημα αντίθετο τελικά με το σύγχρονο καπιταλισμό κι όχι με τον μεμονωμένο καπιταλιστή. Το γεγονός αυτό επιφορτίζει τις δυνάμεις που προσδοκούν την επιβολή νικών και την αντικαπιταλιστική ανατροπή της εφαρμοζόμενης πολιτικής να είναι σε θέση να μεταλλάσσουν γρήγορα τα αιτήματα, τους στόχους και τις μορφές πάλης, ανοίγοντας το δρόμο για τη μεγάλη αναμέτρηση. Οφείλουμε λοιπόν από τώρα, σύντομα αλλά καθαρά να υπηρετήσουμε την αναγκαιότητα να τεθεί «στο τιμόνι» το επαναστατικό κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας και η αντίστοιχη συσπείρωση δυνάμεων, καλώντας εκείνους που προσδοκούν να χαράξουν μια νέα κομμουνιστική πορεία, συλλογικότητες, ομάδες ή άτομα, να προχωρήσουν τολμηρά στο διάλογο και την αναζήτηση με έπαθλο την συγκρότηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της εποχής μας.

 

 

Φωτιάδη Ελένη         

Σκαμνάκης Θανάσης

Τσίτκανος Δημήτρης      

Πράσσος Στέφανος

Μάρκου Κώστας             

Κωστόπουλος Κώστας

Κοσμάς Πάνος

Καυκιάς Χρήστος

Γουρλάς Νίκος

Βατικιώτης Λεωνίδας

Αναγνωστάκης Αλέκος

                                                                                               

                                                                                               

 

Αθήνα, Οκτώβρης 2014

 

 

Απόσπασμα από άρθρο του Φιντέλ Κάστρο που δημοσιεύτηκε στη Granma

Τρίτη, 07 Οκτωβρίου 2014 09:02

Ήρωες ντυμένοι στα λευκά

 

Της Leticia Martínez Hernández, από τη Granma

 

Αυτό το απόγευμα, δύο άνθρωποι γιόρταζαν τα γενέθλιά τους. Δεν ξέρω πόσο χρονών γίνονταν, και ούτε έπαιζε κάποιο ρόλο, καθώς σε λίγες στιγμές θα έφταναν εκεί που κανείς δεν θα ήθελε να βρίσκεται. Στον τάπητα του διεθνούς αεροδρομίου Χοσέ Μαρτί επιβιβάστηκαν στην πτήση IL-96 που θα τους πήγαινε στη Σιέρα Λεόνε.

 

Οι δύο αυτοί άνθρωποι είναι οι γιατροί Eldys Rodríguez και Roberto Ponce, που πριν ακριβώς επιβιβαστούν στο αεροπλάνο δέχθηκαν ευχές για τα γενέθλια τους από εκατοντάδες συναδέλφους τους του κουβανικού συστήματος υγείας. Οι ίδιοι είχαν πει αμέσως το «ναι» όταν ρωτήθηκαν για ένα ενδεχόμενο ταξίδι στην Αφρική. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να είχαν αρνηθεί, όταν από την πρώτη στιγμή που παρακολούθησαν την ιατρική επιστήμη στο πανεπιστήμιο, διδάχθηκαν να έχουν σαν ανώτερη αξία το να σώζουν ζωές.

 

Ο δόκτωρ Rodríguez μόλις αγκάλιασε την οικογένειά του. Τους καθησύχασε. «Το ξέρουν ότι πρέπει να πάω. Είναι μια ιστορική στιγμή που πρέπει να ζήσω. Τώρα, καθώς το αεροπλάνο είναι έτοιμο να φύγει, είμαι γεμάτος ευτυχία, νοσταλγία, συναισθηματισμό για την Επανάσταση, αποφασιστικότητα να προχωρήσουμε μπροστά, να αποτρέψουμε την εξάπλωση της αρρώστιας, να την αποτρέψουμε να έρθει στη χώρα μας. Αυτό είναι μια ακόμα δοκιμασία της ζωής, την ημέρα των γενεθλίων μου. Θα πρέπει να είναι καλός οιωνός!»

 

Ελπίζω να μην σε πειράζει να ρωτήσω, αλλά δεν φοβάσαι;

 

«Όχι, μόνο θέλει προσοχή», απάντησε χαμογελώντας.

 

Δίπλα του στέκεται ο δόκτωρ Roberto Ponce, ένας ψηλός αποφασισμένος άντρας, που έχει επίσης αφιερώσει τη ζωή του στην ιατρική. Ειδικεύεται στην περιεκτική οικογενειακή ιατρική, που είναι εντατική θεραπεία-νοσηλεία, με δίπλωμα στην εντατική θεραπεία και μάστερ στις Ιατρικές επιστήμες. Η Σιέρα Λεόνε μπορεί να καυχιέται ότι έχει τους καλύτερους εξειδικευμένους γιατρούς στη μάχη κατά του Έμπολα.

 

Υποψιάζομαι ότι ο Ponce έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από μία ηρωικές προσπάθειες. Και είχα δίκιο. «Ήμουν στη Σρι Λάνκα, όταν τη χτύπησε το τσουνάμι το 2004. Και από το 2005 ως το 2007 εργάστηκα στο Λεσότο στη Νότια Αφρική. Αυτή είναι η τρίτη μου αποστολή». Σχετικά με την επιστροφή του στις περιοχές της Αφρικής, παραδέχεται ότι «Η αποστολή θα είναι δύσκολη». Αλλά δείχνει ήρεμος. Η προετοιμασία των προηγούμενων εβδομάδων τον έχει εφοδιάσει με όλα τα απαραίτητα μέτρα και τις απαιτούμενες γνώσεις. Μάλιστα μου εξομολογείται και κάτι επιπλέον:

 

«Οι αρρώστιες δεν με φοβίζουν, πιο πολύ φοβάμαι αυτό το αεροπλάνο εδώ πέρα!». Προσπαθώ να ζυγίσω αυτούς τους άντρες, Ήρωες με σάρκα και οστά, με ένδοξα κατορθώματα και άλλα που αξίζουν να μνημονευτούν, με χαρές και με φόβους. Άνθρωποι που αποφάσισαν, παρόλα τα ρίσκα, να αφιερώσουν τη ζωή τους σε άλλους.

 

Ο κουβανός πρόεδρος Raul Castro Ruz σφίγγει το χέρι καθενός από αυτούς πριν ανέβουν στο αεροπλάνο. Τους εύχεται καλό ταξίδι και γρήγορη επιστροφή, να προσέχουν τους εαυτούς τους. Αυτοί ανταπαντάνε να έχει εμπιστοσύνη στην αποστολή και ανταποδίδουν με έναν εναγκαλισμό. Μερικοί στέκονται προσοχή μπροστά στον πρόεδρο, άλλοι με τα χέρια στο ύψος της καρδιάς τους...

 

Έτσι η Κούβα τιμά την ομάδα των 165 αλληλέγγυων διεθνιστών, που αποτελείται από 63 γιατρούς και 102 νοσοκόμες από όλη τη χώρα, με περισσότερα από 15 χρόνια πρακτικής προϋπηρεσίας και με το 81% από αυτούς να έχει συμμετάσχει ξανά σε διεθνείς αποστολές.

 

Χαιρετάνε για λίγο τη χώρα τους, επιβεβαιώνοντας το αναμφίβολο γεγονός ότι η Κούβα δε δίνει ό,τι έχει περισσέψει, αλλά ό,τι καλύτερο διαθέτει, το πιο πολύτιμο δυναμικό: τα παιδιά της, τους ήρωες με τις λευκές στολές.

 

 

 

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014 11:31

Η εύθραυστη εκεχειρία διχάζει το Κίεβο

 

Δύο εβδομάδες μετά τη συμφωνία του Μινσκ, που οδήγησε σε αισθητή αποκλιμάκωση των συγκρούσεων στην Ανατολική Ουκρανία, οι συνεχιζόμενες, έστω και σποραδικά, εχθροπραξίες θέτουν εν αμφιβόλω το μέλλον της εύθραυστης εκεχειρίας. Παράλληλα, ένας δεύτερος αποσταθεροποιητικός παράγοντας αρχίζει να αναδύεται στην επιφάνεια: ο έντονος διχασμός του Κιέβου έναντι του ενδεχόμενου «ιστορικού συμβιβασμού» με το Κρεμλίνο.

 

«Την επομένη της εκεχειρίας διαμορφώθηκαν δύο στρατόπεδα», έγραφαν την περασμένη Τρίτη οι Financial Times: «Το "κόμμα της ειρήνης" γύρω από τον πρόεδρο Πέτρο Ποροσένκο και το "κόμμα του πολέμου", που συνδέεται με τον πρωθυπουργό Αρσένι Γιάτσενιουκ και την πρώην πρωθυπουργό Γιούλια Τιμοσένκο».

 

Δεν είχε προλάβει να στεγνώσει το μελάνι των υπογραφών κάτω από τη συμφωνία του Μινσκ, και ο Γιάτσενιουκ έριξε λάδι στη φωτιά ζητώντας από το Κοινοβούλιο να ξεκινήσει τη διαδικασία ένταξης της Ουκρανίας του ΝΑΤΟ – μια κίνηση που δεν φαίνεται να έχει την έγκριση του Ποροσένκο. Αλλωστε, οι δύο άνδρες θα βρεθούν σε αντίπαλα στρατόπεδα στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Οκτωβρίου. Ο Ποροσένκο υποστηρίζει τον συνδυασμό του γερμανόφιλου πρώην πρωταθλητή της πυγμαχίας Βιτάλι Κλίτσκο, ενώ ο Γιάτσενιουκ σχημάτισε τη δική του λίστα, «Λαϊκό Μέτωπο», στην οποία συμμετέχουν και ακροδεξιοί ηγέτες πολιτοφυλακών που μάχονται τους αυτονομιστές.

 

Οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο στρατοπέδων εκδηλώθηκαν και στο επίμαχο ζήτημα της συμφωνίας τελωνειακής σύνδεσης Ε.Ε. - Ουκρανίας, η οποία επικυρώθηκε την περασμένη Τρίτη. Νωρίτερα, ο Ποροσένκο, με τη στήριξη της Γερμανίας, είχε προχωρήσει σε μια σημαντική υποχώρηση έναντι της Μόσχας, αναστέλλοντας την εφαρμογή της συμφωνίας μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2016 (χρονικό διάστημα το οποίο, με τα σημερινά πολιτικά δεδομένα, μπορεί να θεωρηθεί πρακτικό ισοδύναμο της αιωνιότητας). Οπαδοί του Γιάτσενιουκ κατηγόρησαν τον Ποροσένκο για ενδοτισμό, ο υφυπουργός Εξωτερικών παραιτήθηκε και ο αντικυβερνήτης του Δνειπεροπετρόφσκ τον απείλησε ότι θα έχει την τύχη του φιλορώσου προκατόχου του, Βίκτορ Γιανουκόβιτς.

 

Σε πείσμα όλων αυτών, ο Ποροσένκο πραγματοποίησε ένα μεγάλο βήμα συμβιβασμού με τους αυτονομιστές και το Κρεμλίνο. Με εισήγησή του, το ουκρανικό Κοινοβούλιο ενέκρινε κεκλεισμένων των θυρών, την περασμένη Τρίτη, νόμο που θεσπίζει «ειδικό καθεστώς» αυτονομίας στο Ντονέτσκ και το Λουγκάνσκ. Οι δύο περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ρωσόφωνων ανταρτών θα εκλέξουν τις δικές τους, αυτόνομες από το Κίεβο, διοικήσεις στις 9 Δεκεμβρίου, θα δημιουργήσουν τη δική τους αστυνομία και θα ορίζουν οι ίδιες τους δικαστές τους. Παράλληλα, προσφέρεται αμνηστία σε όσους συμμετείχαν στην ένοπλη εξέγερση και κατοχυρώνεται η δυνατότητα του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ «να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν» τις σχέσεις τους με τη γειτονική Ρωσία.

 

Προβλέψιμα, η κίνηση αυτή του Ποροσένκο τον μετέτρεψε σε αλεξικέραυνο βίαιων επιθέσεων. «Θεωρώ απολύτως εσφαλμένο να ψηφίζουμε υπέρ της συνθηκολόγησης υπό το βάρος μεγάλων απωλειών στο πεδίο της μάχης», δήλωσε ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος «Ελευθερία», Ολέγκ Τιαγκνιμπόκ. Δεν αποκλείεται και ο επόμενος χειμώνας να αποδειχθεί θερμός για το Κίεβο...

 

• Εξι ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη –ανάμεσα στα οποία και βομβαρδιστικά μεγάλου βεληνεκούς– αναχαίτισε η πολεμική αεροπορία του Καναδά και των ΗΠΑ πάνω από τη δυτική ακτή της Αλάσκας. Τα ρωσικά αεροσκάφη δεν εισήλθαν στον εναέριο χώρο των ΗΠΑ ή του Καναδά, αλλά στη Ζώνη Αναγνώρισης Αεράμυνας, που εκτείνεται 321 χλμ. από την ακτογραμμή.

 

 

Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014.

 

 

Σελίδα 70 από 74

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.