ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΑΜΝΑΚΗΣ

Λάβετε θέσεις, έτοιμοι… Σήμερα, αύριο, το πολύ το άλλο Σάββατο, δίδεται η εκκίνηση του αγωνίσματος της καλοκαιρινής απόδρασης. Οι όροι δεν είναι οι συνηθισμένοι. Καιροφυλακτεί επικίνδυνος ιός. Αλλά τι στην παραλία τι στην πόλη. Καιροφυλακτεί οικονομική κατάρρευση. Αλλά ας βγάλουμε το κεφάλι για μια βαθειά ανάσα. Καιροφυλακτεί η οικογένεια της απειλής, άλλος ως πρωθυπουργός, άλλος ως δήμαρχος και ένας με περίεργους πολιτικούς δεσμούς, ως σερίφης στη χώρα. Αλλά ας αναβάλουμε για Σεπτέμβρη τις αναμετρήσεις.

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020 18:04

Μάλτα γιοκ, του Θανάση Σκαμνάκη

Ο μύθος λέει πως ο Τούρκος σουλτάνος σχεδίαζε να καταλάβει τη Μάλτα, κάπου στον 16ο-17ο αιώνα. Και είτε ο καπετάνιος ήταν πονηρός καθώς η επιχείρηση φαινόταν εξαιρετικά δύσκολη, οπότε έσταξε κερί πάνω στο χάρτη εξαφανίζοντας τη Μάλτα, είτε, κατ’ άλλη εκδοχή, ήταν άσχετος, πήγε ως εκεί αλλά δεν βρήκε το νησί. Και στη μια περίπτωση και στην άλλη, έδωσε μήνυμα στο σουλτάνο, “Μάλτα γιοκ”. Και έκτοτε η φράση έμεινε να υπογραμμίζει την έλλειψη διάθεσης ή νου, για να αναζητηθεί και να κατακτηθεί κάποιος στόχος. Κάτι ανάμεσα στην ατζαμοσύνη και την απόκρυψη.

Οι Πολωνοί μετά την “πτώση του κομμουνισμού”, όπως το λένε, αποφάσισαν να αναμορφώσουν την πρωτεύουσά τους (και όλη τη χώρα φαντάζομαι). Το πρώτο ήταν η ακροδεξιά κυβέρνηση και πολιτική. Το δεύτερο, που αποτελεί αισθητική και κοινωνική συνέπεια του πρώτου, είναι να χτίσουν μερικούς ουρανοξύστες, τα γνωστά αρχιτεκτονικά εκτρώματα τύπου Βωβού, για πολυεθνικές κυρίως, τα οποία παρουσιάζουν στους τουρίστες ως μνημεία του σύγχρονου πνεύματος, ενώ στην είσοδο της παλιάς πόλης (που κάηκε ολοσχερώς από του Γερμανούς στον πόλεμο και ανοικοδομήθηκε “επί κομμουνισμού” ακριβώς όπως ήταν) τοποθέτησαν το νέο σύμβολο της πόλης, έναν φοίνικα. Κι επειδή η Βαρσοβία βρίσκεται πολύ κοντά στον Αρκτικό κύκλο και φοίνικας κανονικός δεν μπορεί να βλαστήσει (όπως βλαστάνει στις ζαρντινιέρες της Αθήνας, ας πούμε;), τοποθέτησαν έναν πλαστικό. (Στη σημερινή Πολωνία δεν είναι το μόνο φέικ, μπορείτε π.χ. να επισκεφθείτε το σπίτι-μουσείο του Σοπέν, στο οποίο όμως δεν γεννήθηκε ο Σοπέν, έμεινε ίσως κανά δυό χρόνια, το πιάνο που εκτίθεται δεν είναι εκείνο του Σοπέν αλλά είναι σαν εκείνο του Σοπέν, γενικώς ο Σοπέν υπάρχει ως αναφορά αλλά απουσιάζει ως πραγματικότητα).  

Ανταπόκριση από τις πρώτες γραμμές του μετώπου του Ιουλίου.

Όχι του κρίσιμου και βασικού μετώπου, εκείνου της πρωτεύουσας όπου ο Κούλης και ο Χρυσοχοϊδης δουλεύουν το νεοφιλελευθερισμό στις ακραίες εκδοχές του με δάνεια, όχι μόνο συμβολικά, από χούντα.

Αλλά του άλλου, εκείνου της θαλάσσιας χώρας και των διακοπών.

Και μια που πήραμε το λόγο περί δημοκρατίας, ας ακούσουμε προσεκτικά τους αγωνιούντες και τους προτείνοντες.

Καθένας δεν έχει το δικαίωμα; Το οφείλει, μάλιστα. 

Όταν διαβάζεις έκκληση υπέρ της απειλούμενης δημοκρατίας στον πλανήτη, την οποία  υπογράφουν, η Μαντλίν Ολμπράιτ (θυμάστε, την υπουργό Εξωτερικών της προεδρίας Κλίντον, εκείνην με την γλυκειά προσφώνηση “Αλέξη”, στον δικό της συμπατριώτη μας), ή ο Λεχ Βαλέσα, καταλαβαίνεις ότι ή τα πράγματα είναι πολύ άσχημα ή ότι έχει χαθεί η ντροπή, που μπορεί να είναι ακόμη χειρότερο.  

Το μεγάλο κύμα που ξέσπασε στην Αμερική και στον κόσμο υποχωρεί. Το νερό αποσύρεται στα συνήθη όρια του. Όχι ακριβώς. Η δύναμη του κάποια μέτρα γη τα έχει διαβρώσει. Όταν αποτραβιέται φεύγει με την υπόσχεση της επιστροφής. Και εν τω μεταξύ αφήνει τα σημάδια, ή σήματά του, κοχύλια, σπασμένες πέτρες, γυαλιά, ψάρια που δεν πρόλαβαν να ξαναφύγουν προς τα μέσα και θρυμματισμένα ξύλα από σκαριά που δεν επέπλευσαν, και ανθρώπινα μέλη από σχέδια που δεν ευοδώθηκαν. Έτσι είναι με τις φουσκονεριές. Ενθουσιάζουν όταν εξεγείρονται και απογοητεύουν στην απόσυρση. Αιώνες τώρα αυτό τα συνεχές παιχνίδι.

Κι ωστόσο η κάθε φορά είναι η υπόσχεση της καλύτερης επόμενης.

To 1909 ο Τζακ Λόντον στο διήγημά του “Κάτω από τις ράγες” ξεκινάει έτσι: “Το παλιό Σαν Φραντσίσκο πριν από το Σεισμό, χωριζόταν στη μέση από δυο σιδερένιες ράγες που διασχίζανε σ’ όλο το μήκος της Μάρκετ στρίτ. Ανάμεσα στην κίνηση και τους θορύβους του δρόμου ξεχώριζε ο διαπεραστικός θόρυβος από το αδιάκοπο πηγαινέλα των τραμ πάνω στις ράγες. Πάνω από τις ράγες, στα βορινά, ήταν τα θέατρα, τα ξενοδοχεία, τα καλά μαγαζιά, οι τράπεζες, οι σοβαροί αξιοσέβαστοι επιχειρηματικοί οίκοι. Κάτω από τις ράγες, στα νότια, ήταν συγκεντρωμένα τα εργοστάσια, τα χαμόσπιτα, τα πλυντήρια, τα συνεργεία, τα μηχανουργεία, οι εργατικές κατοικίες. Οι ράγες ήταν το σύνορο που χώριζε, με μεταφορική σημασία βέβαια, την κοινωνία του Σαν Φραντσίσκο σε τάξεις…” (Οι ευνοούμενοι του Μίδα, εκδ. Νέα Σύνορα, μετ. Αγγελική Φιλιππάτου)     

Υπάρχει μια παλιά μικρή ιστορία, και δεν θυμάμαι που τι διάβασα πρόσφατα: Έδεσαν ένα μικρό ελεφαντάκι στο δέντρο με αλυσίδα. Το ελεφαντάκι χτύπησε, τράβηξε, προσπάθησε, δεν κατάφερε τίποτα περισσότερο από το να τραυματιστεί. Το πήρε απόφαση. Πέρασε ο καιρός και τα χρόνια το ελεφαντάκι έγινε κοτζάμ ελέφαντας, πιο μεγάλος και πιο δυνατός από το δέντρο. Μια να του ’δινε θα το ξερίζωνε. Όμως έμεινε εκεί. Δεν προσπάθησε ποτέ πια. 

Ας κάνουμε τα γεγονότα εικόνες.

Ο λευκός αστυνομικός που πατάει με το γόνατο και τελικά πνίγει έναν άοπλο μαύρο, τον Τζορτζ Φλόιντ, στη Μινεάπολη των ΗΠΑ, είναι εικόνα ανάλογη με εκείνη από το Βιετνάμ, το κοριτσάκι που γυμνό και καμένο από τις ναπάλμ της αμερικάνικης “βοήθειας” τρέχει έντρομο στο δρόμο. 

Σελίδα 1 από 15

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.