ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΚΟΥ

 

Αποχωρώντας από το Λευκό Οίκο και προετοιμαζόμενος για να επανέλθει «με διάφορους τρόπους», ο Ντόναλντ Τραμπ διαφημίζει τον εαυτό του ως «το μόνο πρόεδρο που δεν έκανε πόλεμο». Η  επιχειρηματολογία του βασίζεται σε μια επιδερμική διαπίστωση: επί προεδρίας του δεν υπήρξε εισβολή των ΗΠΑ εναντίον ξένης χώρας.

 

 

Ο Λουκάς Αναστασόπουλος, μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ, σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 20-21 Ιουνίου 2020[1], ασχολείται με θέσεις που αναπτύσσει το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο στο κείμενο Εκτιμήσεις και Πρόγραμμα Πάλης για την Επιδημική και Οικονομική Κρίση[2], όπως και με τις θέσεις που παρουσιάζουν άλλες συλλογικότητες με επαναστατική και κομμουνιστική αναφορά (ΝΑΡ, Σύλλογος Κορδάτος κ.α.).

 

Η κριτική, ακόμη και η θεωρητική πολεμική, είναι ευπρόσδεκτη, γόνιμη και χρήσιμη για το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Ο διάλογος και η κριτική αποτελούν πρακτικές που απορρέουν ως ανάγκη από την πραγματικότητα του εργατικού κινήματος και ταυτόχρονα την αλλάζουν, την ωθούν σε ανώτερες, θετικές σφαίρες.

 

Η ενασχόληση του Λ. Αναστασόπουλου και γενικότερα του ΚΚΕ, με τις θέσεις των άλλων αριστερών και κομμουνιστικών ρευμάτων δεν έχει όμως καμία σχέση με τη γόνιμη κριτική, ούτε καν με μια προωθητική θεωρητική πολεμική. Διότι τα ρεύματα αυτά αντιμετωπίζονται ως εχθροί, ως εξαρτήματα της αστικής τάξης και όχι ως ρεύματα του εργατικού κινήματος, της κρίσης και της δυνατότητας υπέρβασής της.

 

Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος του άρθρου: «Οπορτουνιστικό ρεύμα: Πολύτιμος βοηθός στα σχέδια της αστικής τάξης». Στο οποίο, κατά τον συντάκτη, τον Ριζοσπάστη και την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, ανήκουν συλλήβδην οι προαναφερθείσες δυνάμεις. Και σε αυτό, προφανώς, δεν ανήκει το ΚΚΕ.

 

Έτσι, η κριτική του ξεπέφτει σε απαράδεκτους και αντισυντροφικούς χαρακτηρισμούς, σε θεωρητικές ακροβασίες και σε διαστρεβλώσεις, με δυο επιδιώξεις:

 

Η πρώτη είναι η ακύρωση της ανάγκης για μια ουσιαστική, συνεπή και συνεχή, αποτελεσματική και με αρχές, κοινή δράση στο μαζικό κίνημα, ενάντια στον αντίπαλο, στην αστική τάξη, για νίκες που θα ενισχύουν την αυτοπεποίθηση του μαζικού κινήματος και των αριστερών αγωνιστών.

 

Η δεύτερη είναι η μόνιμη «αυτοδικαίωση του Κόμματος», η έλλειψη έγκαιρης ουσιαστικής αυτοκριτικής, η οποία για το ΚΚΕ έχει έννοια μόνον μετά από τουλάχιστον μια 20ετία, όταν οι πρωταγωνιστές των προηγούμενων «λαθών» έχουν αποδημήσει, όπως ο Γιώργης Σιάντος για τη Βάρκιζα, ο Νίκος Ζαχαριάδης για τη στάση του απέναντι στον Βελουχιώτη και ο Χαρίλαος Φλωράκης για τη συγκυβέρνηση με Μητσοτάκη, Κύρκο και Ανδρέα Παπανδρέου. Άρα, χωρίς τη δυνατότητα να αμυνθούν και κυρίως, χωρίς τη δυνατότητα να διορθωθούν στην ώρα τους, ενώ οι ζώντες δικαιώνονται και παραμένουν ακλόνητοι στη θέση τους, παρά το γεγονός ότι συντάχθηκαν με αυτές τις αποφάσεις, όταν κρίνονταν.

 

Δεν θα αναφερθούμε εδώ στην επίθεση στις άλλες δυνάμεις. Η απάντηση είναι έργο δικό τους. Σημειώνουμε μόνον, ότι ορισμένες διαφωνίες ή διαφορετικές αντιλήψεις που έχουμε με αυτές, δεν μας εμποδίζουν από τη συντροφική υπεράσπισή τους, κάτω από τη διαπίστωση της οφθαλμοφανούς διαστρέβλωσης των θέσεών τους από τον αρθρογράφο του Ριζοσπάστη.

 

Ούτε θα ασχοληθούμε με το σύνολο των ζητημάτων που θέτει το άρθρο του Λ. Αναστασόπουλου, όπως για το ζήτημα του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, των ΑΟΖ, της στάσης απέναντι στην «ιμπεριαλιστική ειρήνη» και τον «ιμπεριαλιστικό πόλεμο», την έξοδο από την ΕΕ κ.α. Χρειάζονται ξεχωριστή αντιμετώπιση.

 

Θα ασχοληθούμε μόνο με το ζήτημα της κρατικοποίησης επιχειρήσεων. Γιατί το ζήτημα της ιδιοκτησίας των μεγάλων επιχειρήσεων και της εργατικής πολιτικής σε σχέση με αυτό, είναι και θα γίνει πολύ πιο οξύ, ενόψει της βαθιάς ύφεσης που έρχεται, ενόψει των χρεοκοπιών που αναμένονται και του κινδύνου να βρεθούν στο δρόμο εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, ενώ η πολιτική του ιδιωτικού ξεπουλήματος δημόσιων επιχειρήσεων, όπως η ΕΥΔΑΠ και άλλες, είναι στην ημερήσια διάταξη.

 

Οι κρατικοποιήσεις και το εργατικό κίνημα

 

Το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο, στο πρόγραμμα πάλης που εξέδωσε, υποστηρίζει

 

        Όποια μεγάλη και κοινωνικά χρήσιμη επιχείρηση χρεοκοπεί πρέπει να σώζεται, περνώντας στο δημόσιο χωρίς αποζημίωση, αντί να σώζονται τα αφεντικά τους με δάνεια και επιδοτήσεις που κοστίζουν                      δισεκατομμύρια ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό και οδηγούν σε νέο δανεισμό    

Και παρακάτω

        Η τέταρτη προϋπόθεση είναι ο κοινωνικός, εργατικός και δημοκρατικός έλεγχος των επιχειρήσεων και της πολιτικής από αυτούς που παράγουν τον πλούτο

 

Εδώ εννοείται η αναγκαιότητα να ελέγχουν οι εργαζόμενοι και η κοινωνία τις μεγάλες επιχειρήσεις γενικά και ειδικά αυτές που περνούν στο δημόσιο, δηλαδή, στο κράτος.

 

Αντίστοιχες ή παραπλήσιες απόψεις έχουν εκφράσει ο Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων, το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ΔΕΑ, με άλλο τρόπο η ΛΑΕ, η
«Συνάντηση» κ.α., παρά τις διαφορές που υπάρχουν ως προς τον τρόπο προώθησης τέτοιων πολιτικών και κοινωνικών διεκδικήσεων, ως προς τη σχέση τους με τη στρατηγική, την τακτική κ.λπ.

 

Ο  Λ. Αναστασόπουλος αναφέρεται σε μια αποκομμένη διατύπωση του Σύγχρονου Κομμουνιστικού Σχεδίου στο προαναφερθέν κείμενο, προσθέτοντας εκτιμήσεις πάνω σε διατυπώσεις που δεν περιλαμβάνονται σε αυτό. Γράφει ότι τα «οπορτουνιστικά ρεύματα»

 

              Υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπάρξει «ένα αριστερό, ριζοσπαστικό και ρεαλιστικό πρόγραμμα εργατικής και λαϊκής διεξόδου από την κρίση» το οποίο στις διάφορες διακηρύξεις του περιλαμβάνει μέτρα                    εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, κρατικό έλεγχο επιχειρήσεων, εθνικοποίηση των τραπεζών, έξοδο από την ΕΕ, «αναπτυξιακή και κοινωνικά δίκαιη αναθεώρηση χρεών»[3] κ.ά. […]

 

             Εξάλλου, πρόγραμμα διαχείρισης της κρίσης δήθεν υπέρ των εργαζομένων έχει εξαγγείλει και ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και το ΚΙΝΑΛ, πολιτική εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης στην οικονομία ακολουθεί αυτήν                 την περίοδο και η ΝΔ, ενώ κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων εφαρμόζουν και κυβερνήσεις σε χώρες της ΕΕ, μετακυλίοντας τις ζημιές στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων

 

Δεν μπορεί να διαφεύγει από το ΚΚΕ, ότι τουλάχιστον ακόμη, η κυρίαρχη αστική πολιτική είναι αυτή των νεοφιλελεύθερων ιδιωτικοποιήσεων, ειδικά με τη μορφή των ΣΔΙΤ, όπως την προωθεί η κυβέρνηση της ΝΔ. Όπως και το γεγονός, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε την κλασική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, ενώ ως αντιπολίτευση σήμερα, βαθιά αστικοποιημένος, αδυνατεί να ψελλίσει μια στοιχειωδώς άλλη πολιτική. 

 

Η δε αστική, «εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στην οικονομία» διαφέρει ουσιαστικά από την αστική κρατικοποίηση επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, κρατική παρέμβαση είναι η χρηματοδότηση επιχειρήσεων χωρίς αλλαγή της ιδιοκτησίας, όπως έγινε παλιότερα με τις τράπεζες, όπως γίνεται τώρα με την Aegean ή με τη σωτηρία της Lufthansa με 9 δισ. ευρώ στη Γερμανία.

 

Ταυτόχρονα, η κρατικοποίηση μεγάλων επιχειρήσεων με χρηματοδότηση - εξαγορά από τον κρατικό προϋπολογισμό διαφέρει ριζικά από την κρατικοποίηση «χωρίς αποζημίωση», όπως ο καθένας καταλαβαίνει. Στην πρώτη περίπτωση, ο λαός πληρώνει τα σπασμένα της κρίσης, την άναρχη λειτουργία της αγοράς και το περίφημο «επιχειρηματικό ρίσκο» των αφεντικών, μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.

 

Το αίτημα του «περάσματος στο δημόσιο», επιχειρήσεων που παράγουν «δημόσια αγαθά», σχετίζεται με τη θέση του Μαρξ για «έλεγχο των τυφλών νόμων της αγοράς»[4] από το εργατικό κίνημα, όσο ακόμη αυτό δεν μπορεί να πάρει όλη την εξουσία και να καταργήσει την ιδιοκτησία. Έχει τη σημασία των τακτικών ρηγμάτων στους κοινωνικούς νόμους του κεφαλαίου, που ανοίγουν τους δρόμους για την επαναστατική προοπτική, όταν τίθεται σε κρίση η αστική ηγεμονία και κυριαρχία.

 

Πολύ περισσότερο, ο «κοινωνικός, εργατικός και δημοκρατικός έλεγχος των επιχειρήσεων» αποτελεί ποιοτικό βήμα στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εργατικής τάξης: Χωρίς να κατέχει την ιδιοκτησία επιχειρήσεων, το κίνημά της μπορεί έτσι να προασπίζει την εργατική τάξη από τη φθορά στον εργασιακό χώρο και από την ασύδοτη ελαστικότητα της «ελεύθερης αγοράς εργασίας», να αποτρέπει ή να δυσκολεύει απολύσεις, να έχει λόγο και να οικοδομεί λαϊκές συμμαχίες με την πολιτική για την τιμή των προϊόντων έξω από τις άμεσες διακυμάνσεις της αγοράς και των χρηματιστηρίων (π.χ. «Ρεύμα φτηνό – ΔΕΗ για το λαό») κ.α.

 

Κυρίως, μπορεί έτσι να διαπαιδαγωγείται έμπρακτα η εργατική τάξη για τη δυνατότητα να πάρει όλη την παραγωγή και την εξουσία στα χέρια της. Διότι, τίποτε από όλα αυτά δεν μπορεί να μείνει σταθερό ή να εφαρμοστεί ολοκληρωτικά, χωρίς την επαναστατική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Από αυτή τη σκοπιά, ο Μαρξ υποστήριξε το κίνημα του Όουεν στην εποχή του και εμείς σήμερα το «πείραμα» της ΒΙΟΜΕΤ, γνωρίζοντας τη μερικότητά τους.

 

Ο «εργατικός, κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος» διαφέρει ριζικά από την κλασική, κεϊνσιανή και σοσιαλδημοκρατική πολιτική της «εργατικής συμμετοχής», όπως θα δείξουμε παρακάτω. Είναι η ασφαλιστική δικλείδα για να αντιμετωπίζεται η εξαγορά και ενσωμάτωση των εργατικών αντιπροσώπων από το κεφάλαιο και η εκτεταμένη διαφθορά στις κρατικές επιχειρήσεις, όπως έγινε στις πασοκικές ΔΕΚΟ.

 

Ο «εργατικός, κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος» είναι η προβολή στο σήμερα, του στρατηγικού και επίκαιρου πολιτικού αιτήματος για την «κοινωνικοποίηση» των βασικών μέσων παραγωγής. Είναι, επίσης, η ασφαλιστική δικλείδα για να μην επαναληφθεί ξανά αυτό που έγινε στις μετεπαναστατικές μεταβατικές κοινωνίες που εκφυλίστηκαν και κατέρρευσαν, στην ΕΣΣΔ και τις Λαïκές Δημοκρατίες: ο σφετερισμός της ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων από το διευθυντικό στρώμα και της εργατικής εξουσίας από την κρατική και κομματική γραφειοκρατία.

 

Είναι το πρώτο βήμα για να περάσουμε από την εργατικού τύπου κρατικοποίηση στη δημοκρατική εργατική αυτοδιεύθυνση των επιχειρήσεων και της παραγωγής και από εδώ, στο δημοκρατικό πανκοινωνικό σχέδιο. Δηλαδή στο σοσιαλισμό, στην πρώιμη βαθμίδα του κομμουνισμού, το οποίο δεν κατακτήθηκε από αυτές τις κοινωνίες.

 

Υπό αυτό το πρίσμα και αφαιρετικά, στο δίλημμα «αστική ιδιωτικοποίηση ή κρατικοποίηση», ένα νέο κομμουνιστικό εργατικό κίνημα απαντά: «κοινωνικοποίηση, με πρώτο ρήγμα την κρατικοποίηση κάτω από εργατικό, δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο».

Οι κρατικοποιήσεις και το ΚΚΕ

Ας εξετάσουμε τώρα ποιες είναι οι θέσεις του ΚΚΕ για το ζήτημα των κρατικοποιήσεων, για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το ποιος ανήκει ή όχι στο «οπορτουνιστικό ρεύμα».

Υπάρχουν πολλές αναφορές, αλλά επιλέγουμε μια εξαιρετικά εύγλωττη. Σε συνέντευξη που αναδημοσιεύεται στο Ριζοσπάστη της 5ης Οκτωβρίου 2018, ο Δημ. Κουτσούμπας ερωτάται

 

-- Πάμε σε κάτι διαφορετικό. Το οικονομικό μοντέλο που προτείνετε εσείς, η έξοδος από την κρίση είναι ποια; Εχετε μιλήσει για κρατικοποιήσεις στο παρελθόν. Κρατικοποιήσεις πού και με ποιον τρόπο;

 

Και ο γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής απαντά:

 

      Κρατικοποιήσεις με βάση τη σημερινή οικονομία και κοινωνία, που λέγεται καπιταλιστική, δεν είναι κρατικοποιήσεις σε όφελος των εργαζομένων που δουλεύουν σε αυτές τις επιχειρήσεις. Ούτε είναι σε όφελος        των υπόλοιπων εργαζομένων που θα έχουν υποτίθεται «κέρδος» ή εξυπηρετούνται ως υπηρεσίες, λέω αν αναφερόμαστε στην Ενέργεια ή στο νερό, στην ύδρευση. Μια καπιταλιστική κρατικοποίηση είναι το            κρατικό μονοπώλιο, όπου επίσης γίνεται κερδοφορία και κερδοσκοπία με τον ιδρώτα των εργαζομένων, που δουλεύουν εκεί και αντλώντας, ματώνοντας, ιδρώνοντας τον υπόλοιπο λαό για να βγάζει απ' την            τσέπη του να πληρώσει το κάθε νοικοκυριό, είτε το ρεύμα είτε το φως είτε το ένα είτε το άλλο. Εμείς μιλάμε όχι ακριβώς για κρατικοποίηση, αυτό που λέμε κρατικό, μιλάμε για κοινωνικοποίηση, να ανήκει              στην κοινωνία. Η πιο ορθή λέξη, κατά την άποψή μας, όχι λέξη αλλά και ουσία βέβαια, είναι η κοινωνικοποίηση. Κι αυτό βέβαια προϋποθέτει άλλη διακυβέρνηση, άλλους συσχετισμούς δυνάμεων,             προϋποθέτει   αυτό που λέμε εργατική τάξη, εργαζόμενος λαός, τα λαϊκά στρώματα να βρίσκονται πραγματικά στην εξουσία

Εδώ, στο γενικό, ο γενικός γραμματέας και το μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ συμφωνούν. Είναι και οι δυο εχθροί των κρατικοποιήσεων. Δεν τους ενδιαφέρει εάν η ΔΕΗ και η ΕΥΔΑΠ ανήκουν στους ιδιώτες ή στο κράτος. Εμφανίζονται ως οπαδοί της κοινωνικοποίησης.

Γίνονται σωστές γενικές επισημάνσεις, για το χαρακτήρα της αστικής κρατικοποιημένης επιχείρησης. Όμως ξεφεύγουν από το συγκεκριμένο. Στο όνομα της κοινωνικοποίησης η ηγεσία του ΚΚΕ αρνείται ή αποφεύγει να συγκρουστεί με τις προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις. Επαναλαμβάνεται το ίδιο σφάλμα με αυτό της άρνησης υιοθέτησης του αιτήματος εξόδου από το ευρώ, το 2015, στο όνομα της εξόδου από την ΕΕ και της εργατικής εξουσίας. Έτσι, το ΚΚΕ, αντί να το υιοθετήσει και να το βαθύνει, συνέπλευσε με την καταστροφολογία της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, ενισχύοντας, τελικά τότε, τον δεύτερο.

 

Μελετώντας το Πρόγραμμα του ΚΚΕ που ψήφισε το 19ο  Συνέδριο[6] και την Πολιτική Απόφαση του 20ου Συνεδρίου[7], διαπιστώνεται ότι αναφερόμενες θέσεις για τις κρατικοποιήσεις είναι σε αρμονία με τη γενικότερη πολιτική του ΚΚΕ. Τα δυο κείμενα χαρακτηρίζονται από την πλήρη απουσία πολιτικών αιτημάτων για την κοινωνική πάλη ενάντια στην αστική πολιτική. Ασχολούνται μόνον με το πρόγραμμα στρατηγικής. Το ΚΚΕ, σήμερα, δεν έχει συγκροτημένη πολιτική τακτική.

 

Παλιότερα, το ΚΚΕ απέκοβε την τακτική από τη στρατηγική. Το σημερινό ΚΚΕ κάνει το ανάποδο λάθος: αποκόβει τη στρατηγική από την τακτική. Το πολιτικό πρόγραμμα τακτικής εμφανίζεται με τη μορφή συνδικαλιστικών, οικονομικών αιτημάτων στα μαζικά κινήματα. Έτσι, η κομμουνιστική επαναστατική στρατηγική εμφανίζεται μόνο στα λόγια, μόνο στα Συνέδρια. Στην πράξη, μετατρέπεται σε ένα σύγχρονο οικονομισμό και κινηματισμό που αδυνατεί να αναμετρηθεί με την πολιτική του ταξικού αντιπάλου. Η σημερινή πολιτική του ΚΚΕ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κομμουνιστικός κινηματισμός -κομμουνισμός στα λόγια, κινηματισμός στην πράξη.

 

Πρόκειται για τη στρατηγική και πολιτική έκφραση ενός μικροαστικού κοινωνικοπολιτικού ρεύματος που στη γλώσσα του Λένιν ονομάζεται αριστερισμός ή σεχταρισμός. Ρεύμα το οποίο δεν είναι αντιθετικό με τον οπορτουνισμό, αλλά συμπληρωματικό.

Έτσι, όταν πάμε στο συγκεκριμένο, εμφανίζεται μια τελείως αντίθετη πραγματικότητα στην πολιτική πρακτική του ΚΚΕ, όπως και σε όλα τα αριστερίστικα - σεχταριστικά ρεύματα. Στην ομιλία του στη συγκέντρωση για τη ΛΑΡΚΟ, στη Λάρυμνα της Εύβοιας, στις  5 Ιουνίου 2020, ο Δημ. Κουτσούμπας εμφανίζεται οπαδός της αστικής «κρατικής παρέμβασης στην οικονομία» και του «κρατικού έλεγχου επιχειρήσεων», την οποία καταγγέλλει ο Λ. Αναστασόπουλος:

 

           Θα συνεχίσουμε να απαιτούμε τη χρηματοδότηση και τον εκσυγχρονισμό της επιχείρησης με ευθύνη, σχεδιασμό και έλεγχο του κράτους 

 

         Η ΛΑΡΚΟ είναι επιχείρηση στρατηγικής σημασίας, η οποία μέχρι σήμερα πλειοψηφικά ανήκει στο ελληνικό κράτος. Η παραπέρα ιδιωτικοποίησή της μεγαλώνει τους κινδύνους να φτάσει μέχρι και σε οριστικό             κλείσιμο[8]

 

 Ακόμη πιο καθαρά τοποθετείται το ΚΚΕ με την «Τροπολογία για τη ΛΑΡΚΟ και τους Εργαζόμενους» που κατέθεσε η Κοινοβουλευτική Ομάδα του στη Βουλή, στις 26 Μαΐου 2020. Εκεί, αναφέρεται συγκεκριμένα:

 

      ΑΡΘΡΟ 2. Η διοίκηση της «ΛΑΡΚΟ» θα ασκείται από Πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή που θα διορίζεται απευθείας με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργείων Οικονομικών και Περιβάλλοντος,                     αποτελούμενη από δύο (2) μηχανικούς παραγωγής, έναν (1) μηχανικό μηχανολογικής συντήρησης, έναν (1) μηχανικό ηλεκτρολογικής συντήρησης και έναν (1) οικονομολόγο, ενώ όλα τα μέλη πρέπει να έχουν      τουλάχιστον 10ετή προϋπηρεσία στη «ΛΑΡΚΟ» […]

 

      ΑΡΘΡΟ 4. Το σύνολο των μετοχών της «ΛΑΡΚΟ» μεταβιβάζεται αναγκαστικά στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου[9]

 

Με άλλα λόγια, το ΚΚΕ δεν προτείνει την «κοινωνικοποίηση» της ΛΑΡΚΟ. Προτείνει να κρατικοποιηθεί «χωρίς αποζημίωση» και να διορίσουν «απευθείας» τη διοίκησή της, οι Σταϊκούρας και Χατζηδάκης. Παρά την πολιτική απέχθειά μας για αυτά τα πρόσωπα, αυτή η πρόταση συμβάλλει, ανεπαρκώς, όπως θα δείξουμε και εν μέρει στον αγώνα των εργατών στη ΛΑΡΚΟ και γενικότερα. Παρόμοιες θέσεις έχει το ΚΚΕ για την κρατικοποίηση της ΔΕΗ και της ενέργειας και αλλού.

 

Σημειώνουμε ότι την Τροπολογία υπογράφει ολόκληρη η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ, με πρώτο – πρώτο το γενικό γραμματέα του, ο οποίος στην εν λόγω συνέντευξή του υποστήριζε ότι οι «κρατικοποιήσεις δεν είναι σε όφελος των εργαζομένων που δουλεύουν σε αυτές τις επιχειρήσεις».

 

Τι είναι οπορτουνισμός;

 

Ποιος είναι ο λόγος αυτής της εκκωφαντικής αλλαγής θέσεων; Πως εξηγείται αυτή η εμφανέστατη «διγλωσσία»; Τι είναι αυτό που μεσολαβεί ανάμεσα στην Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ και τη συνέντευξη του Δημ. Κουτσούμπα, από τη μια πλευρά και από την άλλη, στο εργοστάσιο της ΛΑΡΚΟ; Τι είναι αυτό που αναγκάζει το ΚΚΕ να υποστηρίζει θέσεις τόσο αντιθετικές μεταξύ τους;

 

Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στους εργάτες και τις εργάτριες του ΚΚΕ και στον περίγυρό τους. Αυτοί καταλαβαίνουν τη ζωτική σημασία που έχει για τους ίδιους και τις οικογένειές τους το να μην ιδιωτικοποιηθεί η ΛΑΡΚΟ, το να υπάρξει «εκτεταμένη κρατική παρέμβαση» και «κρατικός έλεγχος», σε αντίθεση με την πλειοψηφία του ηγετικού στρώματος του ΚΚΕ, που διακρίνεται από βαθιές γραφειοκρατικές τάσεις.

 

Όταν το κυρίαρχο ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα έρχεται αντιμέτωπο με την εργατική βάση, αντί να υποστηρίξει με ιδεολογική και πολιτική συνέπεια τις θέσεις των Συνεδρίων του, τις κατευθύνσεις της Κεντρικής και της Ιδεολογικής Επιτροπής του, αλλάζει θέσεις με μεγάλη ευκολία, για να μη χάσει την επιρροή του στους εργάτες ώστε να μπορεί να αυτοαναπαράγεται. Πώς ονομάζεται άραγε αυτή η πολιτική πρακτική;

 

Κρατικοποιήσεις και εργατικός έλεγχος

 

Γράψαμε ότι συμφωνούμε «εν μέρει» με την Τροπολογία του ΚΚΕ για τη ΛΑΡΚΟ, διότι στο ζήτημα της διοίκησης, δεν εξασφαλίζει τον ουσιαστικό εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο της επιχείρησης. Ναι μεν δίνει τη διοίκηση σε τέσσερις μηχανικούς και έναν οικονομολόγο, εργαζόμενους για 10 χρόνια τουλάχιστον στην επιχείρηση, αλλά αυτοί δεν ανήκουν στην εργατική τάξη που κινεί την παραγωγή της ΛΑΡΚΟ και παράγει υπεραξία. Αποτελούν είτε τμήμα της (αστικής και αντίπαλης) διεύθυνσης, είτε τμήμα της (μικροαστικής και δυνητικά συμμαχικής) ενδιάμεσης τεχνοκρατίας, ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις τους. Βέβαια, ακόμη και αν δέχονταν την τροπολογία του ΚΚΕ, οι Σταϊκούρας και Χατζηδάκης θα φρόντιζαν να διορίσουν «απευθείας» ελεγχόμενους οπαδούς της ΝΔ, ανθρώπους του κεφαλαίου και πιθανόν κάποιον φιλοΣυριζαίο ή φιλοΚΚΕ, ως μαϊντανό. Η θέση αυτή είναι πιο κοντά στο ΠΑΣΟΚ του ΄80.

 

Το κύριο είναι ότι η Τροπολογία του ΚΚΕ επιφυλάσσει διακοσμητικό ρόλο για τους εργάτες της ΛΑΡΚΟ. Αναφέρεται στο Άρθρο 2:

 

    Στις συνεδριάσεις της Επιτροπής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, μπορούν να παρίστανται πέντε εκπρόσωποι της αντιπροσωπευτικότερης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στην επιχείρηση, ένας από κάθε      χώρο εργασίας, οι οποίοι θα ορίζονται από την οργάνωση και θα γνωστοποιούνται στον Πρόεδρο της Επιτροπής

Γιατί «χωρίς δικαίωμα ψήφου»; Γιατί «μπορούν να παρίστανται» και όχι «παρίστανται υποχρεωτικά» και «χωρίς να δεσμεύονται από το επιχειρηματικό μυστικό»; Γιατί «ορίζονται» από την    «αντιπροσωπευτικότερη οργάνωση των εργαζομένων»  και όχι «εκλέγονται, εναλλάσσονται και είναι άμεσα ανακλητοί από τη γενική συνέλευση των εργαζομένων»; Μπορεί έτσι να ασκηθεί ουσιαστικός    δημοκρατικός έλεγχος από τους εργαζόμενους; Και γιατί δεν προνοείται η εκπροσώπηση της τοπικής κοινωνίας, η οποία εξαρτάται και δέχεται επιπτώσεις από τη λειτουργία της ΛΑΡΚΟ;

Υποστηρίζουμε ότι οι εργάτες και οι εργαζόμενοι των επιχειρήσεων πρέπει να ασκούν ουσιαστικό δημοκρατικό, εργατικό έλεγχο, με δικαίωμα ψήφου γενικά και δικαίωμα βέτο σε απολύσεις και εργασιακά ζητήματα, χωρίς να δεσμεύονται από το περιβόητο «εμπορικό μυστικό» (όρος που επέβαλε το ΠΑΣΟΚ στους «εργατικούς αντιπροσώπους» στις ΔΕΚΟ), χωρίς κανένα πρόσθετο προνόμιο ή απολαβή. Πρέπει να είναι άμεσα αιρετοί και ανακλητοί από τη γενική συνέλευση των εργαζομένων και να εναλλάσσονται σε τακτικά διαστήματα. Όλα αυτά, για να αποφεύγεται η εξαγορά και η ενσωμάτωση των εργατών.

Εδώ βρίσκεται και η ειδοποιός διαφορά του ταξικού «εργατικού ελέγχου» από τη σοσιαλδημοκρατική «εργατική συμμετοχή» της ταξικής συνεργασίας, που στην καλύτερη περίπτωση προέβλεπε για τις ΔΕΚΟ εκλογή τους από κοινοβουλευτικού τύπου, παραταξιακές και κομματικές εκλογές, καθώς και παχυλές «αποζημιώσεις», μαζί με διάφορα μπόνους, ταξίδια και άλλα δωράκια.

Παράλληλα, υποστηρίζουμε τον ευρύτερο δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο, μέσω εκπροσώπων του λαού της περιοχής. Ζήτημα καθόλου αμελητέο.

 

Κρατικοποιήσεις και νέα κομμουνιστική προοπτική

Οι διατυπώσεις της Τροπολογίας της ΚΟ του ΚΚΕ δεν είναι τυχαίες. Αποτελούν πολιτική συμπύκνωση της στρατηγικής του ΚΚΕ, που δεν είναι άλλη από την επανάληψη των «λαθών» της ΕΣΣΔ, δηλαδή από μια κρατικά – κομματικά ελεγχόμενη παραγωγή, από τη μετατροπή των Σοβιέτ σε διακοσμητικά όργανα και από την αφαίρεση των ουσιαστικών αρμοδιοτήτων δημοκρατικής αυτοδιεύθυνσης της παραγωγής από τους εργάτες και τις εργοστασιακές επιτροπές τους, σε όφελος της κρατικής, διευθυντικής και κομματικής γραφειοκρατίας. Αυτή είναι και μια στρατηγική διαφορά του επαναστατικού, του νέου κομμουνισμού, από τον κρατικό κομμουνισμό που κατέρρευσε.

Μπορεί το ρεύμα αυτό να είναι σήμερα αδύναμο. Αλλά και μόνο το γεγονός ότι η Ιδεολογική Επιτροπή ασχολείται από το ύψος του «απόλυτου κατόχου της αλήθειας» με αυτά τα «ταπεινά» ρεύματα, δείχνει την αυριανή δυναμική τους.

*****

Οι διαφορές μας με το ΚΚΕ είναι στρατηγικές και πολιτικές. Παρά τις εκτιμήσεις μας, παρά την αυστηρά πολιτική κριτική μας, δεν παραγνωρίζουμε τις θετικές συμβολές του ΚΚΕ, δεν παραμελούμε να μελετάμε τις θέσεις του, εντοπίζουμε ενδιαφέρουσες αναλύσεις και πρακτικές, ειδικά από τη νέα γενιά των στελεχών του. Πάνω από όλα, εκτιμούμε τον αγώνα των μελών του και της βάσης του.

 

Για όλους αυτούς τους λόγους, στο μέτρο του δυνατού, δεν θα σταματήσουμε να προωθούμε την κοινή δράση με το ΚΚΕ, ούτε θα σταματήσουμε να το υπερασπιζόμαστε απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται από την αστική τάξη, όταν κάποιες θέσεις και ενέργειές του συγκρούονται με αυτήν, όπως η απειθαρχία του ΠΑΜΕ στην κυβερνητική απαγόρευση των συγκεντρώσεων της Εργατικής Πρωτομαγιάς.

 

Παράλληλα, πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι όσα υποστηρίζουμε υπόκεινται στο Εγκώμιο στην Αμφιβολία[10], στη διαρκή αναζήτηση, διόρθωση και κυρίως, στη συνθετική επαναστατική υπέρβασή τους που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την Πράξη του σύγχρονου εργατικού και λαϊκού κινήματος. Εκεί δοκιμάζονται, θα δοκιμαστούν και θα κριθούν τελεσίδικα όλες οι θεωρητικές και πολιτικές απόψεις. Γνωρίζοντας ότι όλες οι μέχρι τώρα στρατηγικές, τακτικές και θέσεις της ανυπότακτης Αριστεράς και των κομμουνιστικών ρευμάτων έχουν κριθεί αναποτελεσματικές, με διαφορετικό βάρος ευθυνών βέβαια για το καθένα, πιστεύουμε ότι η ερχόμενη στροφή των «πλησιαζόντων γεγονότων» θα δώσει νέες δυνατότητες για αυτή την υπέρβαση.

Από αυτή τη σκοπιά, συμφωνούμε με το κλείσιμο του άρθρου του Λουκά Αναστασόπουλου:

 

  Τώρα είναι η ώρα να πλατύνει η συζήτηση με κόσμο που προβληματίζεται, να συμβάλουμε ώστε να βγουν ουσιαστικά συμπεράσματα για την πολιτική που μπορεί να αντιμετωπίσει προς όφελος των                 εργαζομένων τους αστικούς σχεδιασμούς, για τους όρους δυναμώματος του εργατικού - λαϊκού κινήματος, για να κερδίζονται ευρύτερες δυνάμεις με τη σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, σε αντιπαράθεση με     την πολιτική ενσωμάτωσης του οπορτουνισμού

Ο ίδιος και το ΚΚΕ δεν θέλουν αυτή τη συζήτηση. Επιδιώκουν την περιχαράκωση. Και αυτό είναι ένδειξη αδυναμίας. Εάν δεν είναι έτσι, «Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα».



[3] Παρότι ο Λ. Αναστασόπουλος παραπέμπει στις Εκτιμήσεις του Σύγχρονου Κομμουνιστικού Σχεδίου, η διατύπωση «αναπτυξιακή και κοινωνικά δίκαιη αναθεώρηση χρεών» δεν υπάρχει στο προαναφερθέν κείμενο. Προφανώς την άντλησε από αλλού ή την κατασκεύασε ο ίδιος.

[4] Όρος που χρησιμοποίησε ο Μαρξ στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Α’ Διεθνούς

[10] Γνωστό ποίημα του Μπέρτολντ Μπρεχτ

Δεν υπάρχει ίσως πιο συγκλονιστική, αλλά και πιο συμβολική εικόνα της αμερικανικής εξέγερσης από αυτή των στρατιωτών, ακόμη και των αστυνομικών, που γονατίζουν μαζί με τους διαδηλωτές για να αποτίσουν φόρο τιμής στον δολοφονημένο Τζορτζ Φλόιντ.

Σε αυτή την εικόνα –που δεν φτάνουν χίλιες λέξεις για να αποτυπώσει κανείς την ουσία της- οφείλουμε να σταθούμε για να κατανοήσουμε το χαρακτήρα των γεγονότων στις ΗΠΑ, αλλά και τη στροφή των καιρών, το μέλλον που έρχεται πιο γρήγορα, πιο βαθύ και πιο εκπληκτικό, από ό,τι μπορεί να φανταστεί και η πιο φωτισμένη Κεντρική Επιτροπή και ο πιο διορατικός φιλόσοφος.

Πρόκειται για ένα μοναδικό, στην ελληνική γλώσσα, βιβλίο και ένα από τα λίγα παγκοσμίως, με ανάλογο περιεχόμενο.

 

Οι συναθροίσεις της Αγίας Παρασκευής (και της Κυψέλης)*

Εδώ και λίγες ημέρες κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση οι «συναθροίσεις» νέων στην πλατεία Αϊ Γιάννη της Αγίας Παρασκευής. Η κυβέρνηση και οι επιδοτούμενοι από αυτήν καναλάρχες και τρολίστες έχουν επιδοθεί σε μια εκστρατεία σπίλωσης, ρατσισμού και καταστολής των νέων. Σε αυτή την εκστρατεία, στράτευσαν ακόμη και τον επικεφαλής λοιμωξιολόγο, καθηγητή Τσιόδρα, ο οποίος, την Πέμπτη 8 Μαΐου, είπε ότι τα 6 από τα 13 νέα κρούσματα «αφορούν χώρους όπου συναθροίστηκαν άλλα κρούσματα» (ο τονισμός δικός μας).

Πρόκειται για τη γνωστή «επικοινωνιακή στρατηγική» που στόχο έχει τη στροφή της δημόσιας συζήτησης από την κύρια είδηση, που δεν βολεύει την κυβέρνηση, στην υπαρκτή, αλλά δευτερεύουσα, που πιστεύει ότι τη βολεύει. Κύρια είδηση, αυτές τις ημέρες, είναι οι 300.000 περισσότεροι άνεργοι στη χώρα μας και η εκτίναξη της εκ περιτροπής εργασίας, καθώς και οι μεγάλη κινητοποίηση των καλλιτεχνών. Δευτερεύουσα, η συρροή κάποιων νέων σε μια πλατεία της Αγ. Παρασκευής, όπου δεν τηρήθηκε το ενάμιση μέτρο απόστασης.

Η κυβέρνηση κάνει ότι δεν βλέπει τι γίνεται στις πλατείες όλης της χώρας και σχεδόν όλου του κόσμου. Παράλληλα, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο που βρίσκεται σε εξέλιξη με τα δακρυγόνα και τους τραμπουκισμούς της επανασυσταθείσας από τους Μητσοτάκη και Χρυσοχοϊδη, εγκληματικής Ομάδας Δέλτα.

Η οργή για αυτό που έγινε και ο ανησυχία για αυτό που έρχεται

Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη, παρακολούθησαν από τις οθόνες τους σε απευθείας μετάδοση, τη χρεοκοπία ενός συστήματος που γέννησε τις επιδημίες ιών βιάζοντας τη φύση, που διέλυσε τα δημόσια συστήματα υγείας και έρευνας αναγκάζοντας γιατρούς να επιλέγουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, που υποτίμησε τις προειδοποιήσεις επιστημόνων, που δεν αξιοποίησε τη δραματική εμπειρία της Κίνας. Που για αυτόν ακριβώς το λόγο έθεσε σε γενική καραντίνα τον πλανήτη και μάλιστα αργοπορημένα, παραλύοντας μεγάλο μέρος της παραγωγής για ενάμιση μήνα και που τώρα επιδιώκει να την ξανανοίξει όπως να ‘ναι, «τολμηρά», όπως απαίτησε ο ΣΕΒ.

Και δεν φτάνουν όλα αυτά. Εκατομμύρια άνθρωποι στη χώρα μας είδαν την κυβέρνηση του «σωτήρα» Μητσοτάκη να δίνει εκατομμύρια σε κλινικάρχες, καναλάρχες και ημέτερους ενώ δίνει ψίχουλα στους εργαζόμενους και τη δημόσια υγεία, υποτιμά τους επιστήμονες με τα «σκοιλ ελικίκου», αντιμετωπίζει τους καλλιτέχνες ως παρίες. Λοιδορεί από πάνω τους εργαζόμενους, με τον Άδωνι Γεωργιάδη να λέει ότι οι επιδοτούμενοι μπορούν να ζήσουν με 200 ευρώ και ότι δεν χρειάζονται περισσότερα γιατί θα γίνουν 300 κιλά από την καραντίνα. Οι χορτάτοι κοροϊδεύουν τους πεινασμένους.

Στο σύνολό τους, όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα, γέννησαν μια βαθιά, υπόκωφη κοινωνική οργή.

Σε αυτήν προστίθεται η μεγάλη κοινωνική ανησυχία για αυτά που έρχονται και για αυτά που ετοιμάζουν. Με ύφεση στην Ελλάδα κοντά ή και πάνω από το 10%, παρόμοιο κρατικό έλλειμμα και χρέος κοντά ή πάνω από το 200%, το κεφάλαιο και τα πιόνια του στην κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζουν τη χαριστική βολή, το «πέμπτο μνημόνιο».

Για αυτό έρχεται κοινωνική θύελλα.

Η τακτική αντιμετώπισης των νέων στην Αγ. Παρασκευή και την Κυψέλη, καθώς και η επαναφορά των γεγονότων της Μαρφίν, δείχνει ότι η κυβέρνηση, το βαθύ αστυνομικό κράτος και το μιντιακό υπερκράτος έχουν διαπιστώσει και τρέμουν μπροστά στην κοινωνική οργή, την οποία κρύβουν από τις δημοσκοπήσεις. Έχουν επιλέξει τη σπίλωση και μαζική καταστολή των κοινωνικών συγκρούσεων που έρχονται.

Οι νέοι και οι καλλιτέχνες ή το αυθόρμητο και το συνειδητό

Η μαζική κινητοποίηση των καλλιτεχνών ξεκίνησε αυθόρμητα, με τις συγκινητικές δηλώσεις οργής στο you tube. Όμως, δεν έμεινε εκεί. Το αυθόρμητο πήρε τη μορφή των πρώτων συνειδητών αντιδράσεων, μέσα από τα σωματεία τους. Εκεί η οργή έγινε συγκεκριμένα αιτήματα, ενωτική διεκδίκηση, κοινή δράση της Αριστεράς, πολύμορφο και μαζί, οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα. Οι πρώτες, έστω μικρές νίκες του, αποτελούν φωτεινούς φάρους. Σε λίγες ημέρες διανύθηκε ένα διάστημα χρόνων.

Τα γεγονότα της Αγίας Παρασκευής (και της Κυψέλης) είναι η οργή που αναζητά τη συνειδητότητά της. Αποτελούν τις πρώτες, αυθόρμητες αντιδράσεις, μιας νεολαίας που είναι ολοφάνερο ότι βράζει. Κι αυτές δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με καχυποψία, από τη σκοπιά «νοικοκυραίων» που μετρούν με την ίντσα την «κοινωνική αποστασιοποίηση». Ούτε, όμως, με κολακεία ή μικροκομματική εκμετάλλευση, που σε τελευταία ανάλυση, δείχνει ότι δεν σέβεσαι τη νεολαία.

Είναι, προφανώς, δύσκολο να γίνει στη νεολαία το ίδιο με τους καλλιτέχνες. Το μαζικό κίνημα, ειδικά της εργατικής και λαϊκής νεολαίας και των μαθητών, είναι πολύ αδύναμο, εκτός από των φοιτητών, που καλείται τώρα να παίξει το ρόλο του. Όμως, αυτός είναι ο δρόμος: ανάδειξη των αιτημάτων, ενοποίηση όλου του κλάδου γύρω από αυτά, μορφές πάλης που λαμβάνουν υπόψη την πανδημία για να μην προβοκάρονται εύκολα, προσεκτική και όχι εγκεφαλική γενίκευση του οικονομικού σε πολιτικό αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση. Εδώ κρίνεται η Αριστερά, τα κομμουνιστικά ρεύματα και δυνάμεις.

Με ποιο πρόγραμμα μπροστά στην καταστροφή;

Ο Αλέξης Τσίπρας έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Τι θα γινόταν αν…» (ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση). Το άρθρο, περιέχει μια σειρά από δίκαια αιτήματα υπέρ των εργαζομένων και καλεί σε μια «προοδευτική διακυβέρνηση», αλλά δεν πείθει. Πέρα από την εμφανή απουσία ακόμη και της ριζοσπαστικής ρητορείας του 2010 - 12, δεν πείθει, διότι ο ίδιος ήταν που ως αντιπολίτευση υποσχέθηκε κατάργηση των μνημονίων «με ένα νόμο» και ως πρωθυπουργός έφερε άλλα δυο μνημόνια και τη ΝΔ ξανά στην κυβέρνηση. Ο ίδιος και οι κυβερνήσεις του ευθύνονται για το αθωράκιστο δημόσιο σύστημα υγείας, παρά κάποιες μικροβελτιώσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα. Το τωρινό, πρόγραμμά του επιχειρεί και πάλι να περπατήσει στις ράγες του συμβιβασμού με το μεγάλο κεφάλαιο και την ΕΕ που οδήγησαν στο μνημονιακό εκτροχιασμό. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε την καταστροφή που έρχεται για τους εργαζόμενους, ούτε τη μεγάλη ύφεση της οικονομίας. Δεν αποτελεί εναλλακτική απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Το έργο αυτό περνά στα χέρια της ανατρεπτικής, της ασυμβίβαστης Αριστεράς και των κομμουνιστικών ρευμάτων. Πρόκειται για μια, στην κυριολεξία, ιστορική ευθύνη.

Η ευθύνη αυτή απαιτεί βαθιές ανατροπές στην πολιτική και τη στρατηγική μας. Μετά την ήττα στη δεκαετία που πέρασε, είμαστε πιο σοφοί, εμείς και ο λαός. Δεν επιτρέπονται τα ίδια λάθη. Μπορούμε να αποφύγουμε τόσο το ρεφορμιστικό συμβιβασμό όσο και την επαναστατική λογοκοπία, να βρούμε πέρασμα ανάμεσά τους.

Ενδεικτικά, άμεσα χρειάζεται ένα ενωτικό πολιτικό πρόγραμμα άμυνας και αντίστασης στις απολύσεις και την εκ περιτροπής εργασία, στις μειώσεις μισθών και στις χρεοκοπίες των χιλιάδων μικρομεσαίων, στις εξώσεις, για αξιοπρεπές επίδομα ανεργίας για όλους, για δωρεάν μέσα υγειονομικής προστασίας στις επιχειρήσεις, στην εκπαίδευση, στον τουρισμό. Ταυτόχρονα, ένα εξελισσόμενο, επιθετικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ύφεσης και της ανεργίας με μαζικές δημόσιες επενδύσεις και μεγάλη μείωση του χρόνου εργασίας για όλους, χωρίς μείωση μισθού. Με την κρατικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων που είναι έτοιμες να χρεοκοπήσουν, όπως π.χ. η Aegean και η Fraport, αντί για τη σωτηρία των αφεντικών τους με κρατικό χρήμα.

Λεφτόδεντρο υπάρχει: από την παύση πληρωμών για το δημόσιο χρέος, από τις τράπεζες, από τη υψηλή φορολογία των μεγάλων κερδών και του μεγάλου προσωπικού πλούτου. Όλα αυτά απαιτούν απειθαρχία στην ΕΚΤ και την ΕΕ, σε μια πορεία οργανωμένης αποδέσμευσης.

Παράλληλα, χρειαζόμαστε μια εναλλακτική απέναντι στο νεοφιλελεύθερο «Δεν υπάρχει εναλλακτική» και σε έναν καπιταλισμό που δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του. Χρειαζόμαστε μια νέα κομμουνιστική προοπτική για τον 21ο αιώνα, σε σύνδεση με τις εμπειρίες από τις επαναστατικές απόπειρες του 20ου αιώνα.

Κοινή δράση ή κομματικός ναρκισσισμός;

Οι ιστορικές συνθήκες απαιτούν πολιτικές συμφωνίες για την κοινή δράση της Αριστεράς, για την αναγκαία, μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων στο μαζικό κίνημα, απέναντι στον πάνοπλο αντίπαλο. Εκεί μπορεί να αναπτύσσεται ένας δημιουργικός διάλογος, ακόμη και η αντιπαράθεση, όπου χρειαστεί. Σε αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες που ζούμε, είναι το λιγότερο θλιβερό να εμφανίζεται ένας κομματικός ναρκισσισμός από ορισμένες αριστερές και αντικαπιταλιστικές δυνάμεις.

Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, από την αρχή της επιδημικής κρίσης, έστειλε επιστολή σε άλλες αριστερές συλλογικότητες και δήλωσε έτοιμος για μια πολιτική συμφωνία κοινής δράσης με δεσμεύσεις. Ορισμένες δεν ανταποκρίθηκαν μέχρι τώρα, άλλες ταλαντεύονται. Ελπίζουμε να αλλάξουν. Όμως, η επιστολή και οι διεργασίες που ακολούθησαν δείχνουν ότι υπάρχει ελπίδα από τις «κορυφές».

Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι οι ιμάντες του μέλλοντος βρίσκονται στα χέρια του λαού της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας.

*Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ήρθε στη δημοσιότητα η επιδρομή των Ομάδων Δέλτα ενάντια σε νέους και κατοίκους της Κυψέλης με αφορμή κάποιο ύποπτο τηλεφώνημα στην Άμεση Δράση για μαχαίρωμα

Μετά από ενάμιση μήνα μέτρων γενικής καραντίνας, στη χώρα μας και αλλού, τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα της άρσης των μέτρων γενικής καραντίνας.

Η πανδημία «αλλάζει τα πάντα». Για αυτό κι εμείς οφείλουμε να αλλάξουμε πολλά, από τώρα και βαθιά, με οδηγό τον ορθολογισμό, την επιστήμη, το μαρξισμό. Δηλαδή, με τον αληθινό ανθρωπισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη.

 

Αν θέλουμε να ακολουθήσουμε το ρηξιακό πνεύμα και του Τζιαντζή και του Κατιντσάρου, απαιτείται βαθιά αυτοκριτική επανεξέταση των επιλογών της δεκαετίας που πέρασε, των ανεπαρκειών και των λαθών μας που ευθύνονται για το ανεκπλήρωτο των εξαγγελιών μας. Απαιτείται να ακολουθήσουμε το μαχόμενο πνεύμα και των δυο, αν δεν θέλουμε «να τα διπλώσουμε» σε μια θεωρητική και κουρασμένη αγρανάπαυση ή να «αναδιπλώσουμε» τις προσπάθειές μας ξανά στα ίδια

 

 

Πυρήνας του σχεδίου πρέπει να είναι η προγραμματική αντιπαράθεση με την ουσία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας και του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, που είναι οι βασικοί νόμοι του κεφαλαίου και του καπιταλισμού, από τη σκοπιά του μαρξισμού και μιας σύγχρονης Κομμουνιστικής Εναλλακτικής

 1.Νέος μνημονιακός γύρος χωρίς μνημόνια

 

 

Οι πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης απαντούν με πειστικότητα στο ερώτημα «ποια τακτική» θα ακολουθήσει το κεφάλαιο και η αστική τάξη της χώρας μας, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου: νέα σαρωτική επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη, στο σύνολο της εκμεταλλευόμενης και διευθυνόμενης μισθωτής εργασίας, στα συνδικάτα, στα λαϊκά στρώματα, στη δημοκρατία, στο περιβάλλον, στις γυναίκες, στους μετανάστες και με κινδύνους για την ειρήνη, ειδικά με τον τουρκικό λαό. Με αυξομειούμενη, βεβαίως, ταχύτητα, ανάλογα με το «πόσο την παίρνει», αλλά και με μέτρα ενάντια στην ακρότατη φτώχεια, ώστε να αποφευχθούν κίνδυνοι κοινωνικών εκρήξεων και με κάποιες συμμαχίες κατώτερης βάσης, ιδιαίτερα με τα στρώματα της μικρής ιδιοκτησίας, στη βάση της ελάφρυνσης της φορολογίας, μαζί με τη μεγάλη ιδιοκτησία.

Πρόκειται για ένα νέο μνημονιακό γύρο χωρίς μνημόνια «απ’ έξω», αλλά με ελληνική, νεοδημοκρατική «ιδιοκτησία του προγράμματος». «Θα παίρνουμε μέτρα εμείς για μας», όπως είπε ο «καλός ο μαθητής» Μητσοτάκης προς την Μέρκελ.

Η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ προετοίμασε το έδαφος. Η ευρωκομμουνιστική εναλλακτική της «αριστερής κυβέρνησης» πάση θυσία και με τον ελληνικό «κινηματισμό» ως υποστηρικτή, οδήγησε το κίνημα σε οριακή αφασία και ευρύτερα στρώματα, στον εγκλωβισμό μέσα στο «Δεν Υπάρχει Εναλλακτική» πέρα από το κεφάλαιο και έξω από τον ευρωνατοϊκό ιμπεριαλισμό. Τη θέση του παίρνει, όμως, μια νέα ποιότητα: το «Υπάρχει Επιθετική Εναλλακτική» του Μητσοτάκη, της Κεραμέως και του Βρούτση.

Το «αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο», αντί να επιβάλει φιλολαϊκά μέτρα, οδήγησε στη διαχείριση του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» με «ανθρώπινο πρόσωπο», με «δημοκρατική ευαισθησία» και με «καλύτερο» μοίρασμα της φτώχειας και της ανεργίας. Για να ανοίξει το δρόμο στο αντεργατικό, αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό μέτωπο του αστικού συνασπισμού εξουσίας και των ξένων δανειστών με ένα νεοφιλελευθερισμό χωρίς αναισθητικό, βαθιά βουτηγμένο στον εθνικισμό και τον κοινωνικό εκφασισμό του τραμπισμού. Η πολιτική αυτή αναπόφευκτα θα ξαναγεννήσει κοινωνικές αντιδράσεις, αχνό προανάκρουσμα των οποίων ήταν οι διαδηλώσεις υπέρ του ασύλου και της δημόσιας παιδείας, στη ΔΕΘ κ.α.

 

 

2. Σήμερα με ορμή, αύριο σε αδιέξοδα

 

Άμεσα, το  επιθετικό «εναλλακτικό σχέδιο» δίνει ορμή στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Σε μια πορεία, όμως, θα εμφανιστούν τα αδιέξοδά του. Γιατί, το κύριο σύνθημά του, οι «επενδύσεις χωρίς εμπόδια», ακόμη και με ποινικές ευθύνες, όπως είπε ο Άδωνις στο όνομα του θεού - ανταγωνισμού, με υποκατώτατους μισθούς, με χτύπημα των συμβάσεων προστασίας των εργαζομένων, με αποδυνάμωση των  όρων προστασίας του περιβάλλοντος, δεν απαντά στα ερωτήματα: Γιατί όλα τα αντίστοιχα μέτρα, σχεδόν σε κάθε χώρα του πλανήτη, αντί να λύσουν το πρόβλημα, οδήγησαν στο καινούριο φαινόμενο του «στασιμοεπενδυτισμού»; Γιατί, αντί να οδηγήσουν σε ένα «μπουμ» ανάπτυξης, στη δεκαετία που πέρασε από την κρίση, οδήγησαν σε μια σαθρή, αδύναμη και κυρίως, αντιδραστική ανάπτυξη, κάτω από τους ρυθμούς των δυο δεκαετιών πριν από την κρίση, η οποία προετοιμάζει ήδη την επόμενη, όπως δείχνει η γερμανική οικονομία;

Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν ανατάχθηκε σταθερά το μέσο ποσοστό κέρδους, διότι δεν καταστράφηκαν επαρκώς τα αδύναμα κεφάλαια, οι χρεοκοπημένες μέγα – επιχειρήσεις, γεννώντας το άλλο καινούριο φαινόμενο του καπιταλισμού: των υπερεθνικών «εταιρειών ζόμπι», που στην Ελλάδα –και όχι μόνο- εμφανίζεται με τα ακαθάριστα τοξικά δάνεια των μεγάλων επιχειρήσεων.

Ωστόσο, με το να καταδεικνύεις το αδιέξοδο της πολιτικής οικονομίας του Σταϊκούρα, δεν αποφεύγεις τα καταστροφικά αποτελέσματά της πάνω στην εργατική τάξη και τα άλλα εργαζόμενα στρώματα. Απαιτείται η θεωρητική και η έμπρακτη, πολιτική και μαζική πάλη για την αναχαίτισή της, για το σπάσιμο και την ανατροπή της.

3. Ζητείται αντιπολίτευση

 

Το να περιμένει κανείς από έναν σεσημασμένο των συμβιβασμών, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που στρέφεται όλο και πιο δεξιά από τον «μεσσία» και επηρμένο αρχηγό του, να κάνει ασυμβίβαστη αριστερή αντιπολίτευση απέναντι σε αυτή την καταιγιστική επίθεση, είναι σα να περιμένει να πάρει η «Διεθνής» το πρώτο βραβείο στην επόμενη Γιουροβίζιον.

Αλλά και το κόμμα του «μικρομεσσία» Βαρουφάκη, παρά ορισμένες θετικές θέσεις, δεν μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο, διότι είναι εγκλωβισμένο στο «Δωμάτιο με Ενήλικες» της πιο αντιδραστικής και περιχαρακωμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έφτασε να δημιουργεί Επίτροπο «προστασίας» του νεορατσιστικού «ευρωπαϊκού πολιτισμού» της.

Μπροστά στη μαχόμενη Αριστερά, ιδιαίτερα μπροστά στα επαναστατικά κομμουνιστικά ρεύματα, τίθεται το καθήκον μιας ενωτικής, μαχητικής, εργατολαϊκής και νεολαιίστικης αντιπολίτευσης, με την έμπρακτη οργάνωση της κοινής δράσης, στην προοπτική μιας ανατρεπτικής αριστερής συμμαχίας. Όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε, ότι αυτό το καθήκον, για να επιτευχθεί αυτή τη φορά, απαιτείται να συνδυαστεί με μια προγραμματική - στρατηγική επαναθεμελίωση της άμεσης τακτικής μας. Διαφορετικά,  θα επαναληφθεί το ίδιο έργο των προηγούμενων χρόνων, όπου η κοινή δράση χιλιοτραγουδήθηκε, αλλά έμεινε στα χαρτιά, αδυνατώντας να κατακτήσει ακόμη και κοινή ημέρα απεργιακής δράσης.

 

 4.«Πάμε γερά» μεbusiness us usual

 

 

Σε αυτές τις συνθήκες, είναι πρωτοφανές και τουλάχιστον απογοητευτικό, για τους εργαζόμενους,  το θέαμα ρευμάτων και ηγεσιών της μαχόμενης, αντικαπιταλιστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς, να σιωπούν για τα οδυνηρά αποτελέσματα στις βουλευτικές εκλογές, τα οποία ξεπετάχτηκαν με μια Απόφαση της Κεντρικής ή της Πολιτικής ή της Συντονιστικής Επιτροπής και με δυο τρία άρθρα στο …πόδι. Για να αποφύγουμε, έτσι, ή να μειώσουμε τις ιδιαίτερες και μεγάλες, δικές μας ευθύνες, στην καλύτερη περίπτωση, για να καλύψουμε την αμηχανία μας. Με λίγες εξαιρέσεις, όπως, μεταξύ άλλων, η ανακοίνωση του Συντονισμού Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων που θέτει βαθύτερα το πρόβλημα, όχι βεβαίως με πλήρη επάρκεια.

Κι εδώ, πρόκειται για μια σοβαρή ήττα, για εκλογικά αποτελέσματα – δείκτη μιας κατάστασης του εργατικού και λαϊκού κινήματος, όχι φυσικά σε εξαφάνιση, αλλά οπωσδήποτε σε μια ιδιαίτερα ανησυχητική υποχώρηση. Για μια υποχώρηση πίσω από την κατάσταση πριν την κρίση και την εξέγερση του ελληνικού λαού, πίσω ακόμη και από τις αρχές του 1990, μετά τις καταρρεύσεις του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπως δείχνουν οι αριθμοί και τα ποσοστά.

Έτσι, βοηθούντος του καλοκαιριού, γυρίζουμε στη ΔΕΘ και στα αμφιθέατρα, με τη γνωστή τακτική των προπονητών, «πάμε γερά», «να κοιτάξουμε τον αντίπαλο στα μάτια» κ.λπ. Οπωσδήποτε, η αντίσταση στην επίθεση της κυβέρνησης δεν χωρά καμιά αναβολή. Η προγραμματική κομμουνιστική επανίδρυση και η πανθομολογούμενη ανάγκη για  μια ταξική ανασυγκρότηση του κινήματος δεν θα γίνουν με θεωρητική αγρανάπαυση. Αλλά δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν ούτε με την τακτική business us usual. Με μια τακτική αντιμετώπισης των δραματικών γεγονότων όπως στα δελτία ειδήσεων, όπου η μια φυσική καταστροφή προσπερνιέται από την επόμενη.

 

5. Η αναγκαία υπέρβαση, ο χαρακτήρας και η κατεύθυνσή της

 

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για να αντιμετωπίσουμε την επίθεση της Νέας Δημοκρατίας και την επανενσωμάτωση στο «νέο» ΣΥΡΙΖΑ της «δημοκρατικής και προοδευτικής συμπαράταξης», για την αναγκαία ανατρεπτική αριστερή συμμαχία, δεν αρκεί μια «αναδιάταξη» και «επανασυγκόλληση» δυνάμεων, με μαρκαρίσματα και αντιμαρκαρίσματα ανάμεσα στη σημερινή ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΚΚΕ, τη ΛΑΕ, τη Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική και Διεθνιστική Αριστερά, το ΚΚΕ (μ-λ) και άλλους, με τα ίδια θεωρητικά, πολιτικά και οργανωτικά εργαλεία που οδήγησαν καθέναν μας χωριστά και όλους μαζί στην αποτυχία.

Δεν ωφελεί σε τίποτε η προσμονή να αλλάξει ριζικά κι επαναστατικά το ΚΚΕ μέσα από την πάλη του «πιο ενωτικού» ρεύματος απέναντι στο «πιο στενό», πάνω στην ίδια ηττηθείσα στρατηγική, πολιτική τακτική και οργανωτική δομή, που την σώζει πρόσκαιρα, το γεγονός ότι «έχασε λιγότερο» από τους άλλους. Δεν θα βοηθήσει, αντίθετα, θα χειροτερέψει την κατάσταση ένας οργανωτικός «πόλεμος για την πλειοψηφία» ή «για το όνομα» και την ιδιοκτησία, π.χ. στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή τη ΛΑΕ.

Οπωσδήποτε υπάρχει ανάγκη πρωτοβουλιών, αλλά δεν βοηθούν οι μικροκινήσεις και οι βιασύνες. Όλα αυτά θα αποτύχουν γρήγορα, ενισχύοντας την περιρρέουσα ηττοπάθεια, την κατάπτωση του ηθικού, την παράλυση.

Αντίθετα, οφείλουμε να αντιστρέψουμε δημιουργικά, μαχόμενα, αισιόδοξα αυτή την κατάσταση. Κι αυτό απαιτεί μια μεγάλη προσπάθεια διαλεκτικής υπέρβασης στο θεωρητικό – στρατηγικό, στο πολιτικό και στο κινηματικό επίπεδο. Διαλεκτική υπέρβαση σημαίνει κατανόηση ότι και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ «έκλεισε τον κύκλο» της, ότι η μακρόχρονη ανταγωνιστική συμμαχία του ΝΑΡ με το ΣΕΚ και με τα άλλα ρεύματα σε ρόλο τροχονόμου πλειοψηφιών, πάνω σε μια καθηλωτική και πλέον, δομικά κρισιακή, προγραμματική βάση, δεν μπορεί να αποδώσει.  Αντίθετα, οδηγεί ακόμη και σε θλιβερά φαινόμενα, όπως αυτά των διασπάσεων και εκατέρωθεν επιθέσεων του τελευταίου διαστήματος, που διαλύουν τη συνοχή της σκέψης και του ηθικού των αγωνιστών της.

Διαλεκτική υπέρβαση δεν σημαίνει, βεβαίως, μηδενιστική απόρριψη – κατάργηση των συνεισφορών π.χ. του ΚΚΕ, του ΝΑΡ, του ΣΕΚ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και των προσπαθειών όλων των σχηματισμών της Αριστεράς που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται ενάντια στον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, το φασισμό, για την ανατροπή της επίθεσής τους και για μια εργατική έξοδο από την κρίση και τα μνημόνια.

Διαλεκτική υπέρβαση σημαίνει αξιοποίηση του δευτερεύοντος επαναστατικού πυρήνα που οδήγησε σε κατακτήσεις αλλά και αυτοκριτική για τον εντοπισμό του κύριου, στρατηγικού και πολιτικού πυρήνα των ανεπαρκειών και των λαθών μας. Σημαίνει έμπρακτη, νέα θεωρητική και πολιτική προσπάθεια, αυστηρή αλλά συντροφική αντιπαράθεση και νέα σύνθεση. Σημαίνει –πάνω από όλα- νέο περιεχόμενο, αλλά και νέους φορείς της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής και της σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής. Οι δυσκολίες είναι προφανείς, δεν υπάρχει φυσιολογικός τοκετός χωρίς τις ωδίνες του.

 

6. Για μια νέα Κομμουνιστική Εναλλακτική

 

Για να αντιμετωπιστεί η καταιγιστική επίθεση της κυβέρνησης και του μεγάλου κεφαλαίου, για να αποφύγουμε τόσο την παράλυση της σκέψης όσο και την παραλυτική υπερκινητικότητα, απαιτείται ένα συγκεκριμένο, ρεαλιστικό σχέδιο για τα βασικά προβλήματα της ιστορικής συγκυρίας και περιόδου.

Πυρήνας αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι η προγραμματική αντιπαράθεση με την ουσία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας και του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, που είναι οι βασικοί νόμοι του κεφαλαίου και του καπιταλισμού, από τη σκοπιά του μαρξισμού και μιας σύγχρονης Κομμουνιστικής Εναλλακτικής.

Για παράδειγμα, απέναντι στην ιδεολογική και υλική μονοκρατορία της ελεύθερης αγοράς και του ανταγωνισμού δεν αρκεί η κριτική και η υπεράσπιση του παλιού  καπιταλιστικού δημόσιου και των κοινωνικών αγαθών, ακόμη και η (αναγκαία από ορισμένες πλευρές) υπεράσπιση της κρατικής ιδιοκτησίας των μετεπαναστατικών, μεταβατικών κοινωνιών που κατέρρευσαν. Απαιτείται πρόταση - προοπτική για τα εργαλεία κοινωνικού ελέγχου και σχεδίου που θα αντικαταστήσουν την αγορά και τον ανταγωνισμό, ως εργαλείων που «δεν αποδίδουν» στη νέα εποχή, που δεν μπορούν να ελέγξουν τα καταστροφικά αποτελέσματα του κέρδους πάνω στην εργασία, τη φύση και τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Με άλλα λόγια, απαιτείται μια βαθύτερη, πειστική εκπόνηση ενός γενικού σχεδίου για την ανάγκη και τη δυνατότητα μιας κομμουνιστικής επανάστασης, με εθνική αφετηρία, διεθνή πορεία και παγκόσμια κατάληξη, που θα αντικαταστήσει την παλιά, σαπισμένη και βάρβαρη καπιταλιστική κοινωνία με την καινούρια.

Απαιτείται ένα κομμουνιστικό «χάρντγουερ», ένα «σκληρό υλικό» στρατηγικής εναλλακτικής που πάνω του θα αναπτύσσονται πολλαπλά «σόφτγουερ», πολλαπλά κι ευέλικτα λογισμικά τακτικής, απέναντι σε κάθε φάση ή συγκυρία, απέναντι σε κάθε νόμο και μέτρο των κυβερνήσεων, στους καθημερινούς αγώνες. Όπως, για παράδειγμα, απέναντι στην «ηλεκτρονική» επίθεση της κυβέρνησης, σήμερα, ενάντια στις συλλογικές συμβάσεις και στον αγώνα των συνδικάτων για την προάσπιση των ζωτικών αναγκών της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας, που δικαιολογείται και πείθει στο όνομα των επενδύσεων, της αγοράς και του ανταγωνισμού.

Έτσι, μπορεί να φωτιστεί με προοπτική το σημερινό σκοτάδι της άμεσης πάλης, όχι για να δραπετεύσουμε από αυτήν με ονειροπολήσεις, αλλά για να ανταποκριθούμε στις επείγουσες ανάγκες των εργαζομένων και της νεολαίας, όπως δεν κάναμε ή κάναμε μισά, μέχρι τώρα.

Για να αναζωογονηθεί η Αριστερά και οι κομμουνιστικές τάσεις, για «να μην φαγωθούμε μεταξύ μας», για να αναπνεύσει σήμερα η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα και η νεολαία, για να προσεγγίσουν οι ίδιοι τα ανώτερα καθήκοντα της επανάστασης και της κομμουνιστικής προοπτικής, χρειάζεται η συγκέντρωση μαρξιστικών, εργατικών, ριζοσπαστικών και επαναστατικών δυνάμεων για έναν Εργατικό Διαφωτισμό που θα νικήσει θεωρητικά και πολιτικά το σύγχρονο αστικό σκοταδισμό. Στις ιδέες και στη ζωή.

Σε αυτά θα προσπαθήσει να συμβάλει το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο με τη δική του Προγραμματική Πρόταση, σε συμπόρευση με την Αναμέτρηση και τη Μετάβαση, σε συνεργασία με όλες τις δυνάμεις του Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, σε διάλογο και κοινό αγώνα με όλες τις μαχόμενες αριστερές δυνάμεις και τα μαρξιστικά, αντικαπιταλιστικά και αντιιμπεριαλιστικά ρεύματα. Για τη δική τους και δική μας διαλεκτική υπέρβαση σε έναν πόλο κομμουνιστικών ρευμάτων, στη δύσκολη και μακρά πορεία προς μια νέα ενωτική οργάνωση που θα συμβάλει στο κομμουνιστικό κόμμα της εποχής μας, αλλά και στο αντίστοιχο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο και κίνημα.

Σελίδα 1 από 3

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.