A+ A A-

Βιοτεχνολογία και επεξεργασία DNA, του Δημήτρη Θεοφιλάτου

Η γενετική μηχανική μετεξελίσσεται σε εργαλείο για την ανάπτυξη της κερδοφορίας των πολυεθνικών της βιοτεχνολογίας και της βιοϊατρικής. Σκοπός των εργαζομένων και του λαού πρέπει να είναι τα αποτελέσματα της επιστήμης και της τεχνολογίας να κινούνται σύμφωνα με τις ανάγκες τους και να μην είναι εμπορεύσιμα.

 

 

Το 2007, ερευνητές  της διατροφικής εταιρείας  Danisco, στα πλαίσια της έρευνας που διεξήγαν ώστε να βρουν αποτελεσματικό τρόπο προστασίας της καλλιέργειας του γαλακτικού στρεπτόκοκκου (streptococcus thermofilus) – κύριο συστατικό του γιαουρτιού που παράγει η εταιρεία – από ιούς που επιτίθενται σε βακτήρια, βρέθηκαν μπροστά σε μια πολύ σημαντική ανακάλυψη. Απέδειξαν πειραματικά και για πρώτη φορά πώς στα βακτήρια υπάρχει μηχανισμός επίκτητης (ειδικής) ανοσίας με τον οποίο μπορούν να αναγνωρίζουν ιϊκό DNA που τους προσβάλει και να το αποικοδομούν.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, το 2012, δύο ερευνητικές ομάδες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, εμβαθύνοντας στην κατανόηση της λειτουργίας του παραπάνω μηχανισμού, επιτυγχάνουν να τον «επαναπρογραμματίσουν» ώστε να κόβει οποιαδήποτε επιθυμητή περιοχή DNA χωρίς να περιορίζεται στα βακτήρια. Έτσι, εισάγουν την τεχνική γενετικής μηχανικής γνωστή ως CRISPR-Cas9, η οποία θεωρείται κορυφαίο επίτευγμα στον τομέα αυτό λόγω του ότι προσφέρει έναν άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο παρέμβασης στο γενετικό υλικό οποιουδήποτε οργανισμού. Στην πραγματικότητα είναι ένα προγραμματισμένο ψαλίδι για το κόψιμο οποιουδήποτε τμήματος DNA (1).

 

Κάθε φορά που πραγματοποιείται ένα σημαντικό επίτευγμα στην έρευνα, οι προσδοκίες όλων είναι μεγάλες. Αλήθεια είναι πως οι δυνατότητες και οι προοπτικές που ανοίγονται για την ανθρωπότητα με την κατάκτηση της επιστημονικής γνώσης είναι τεράστιες. Αρκεί όμως αυτό; Πιο απλά, η κατάκτηση της γνώσης είναι από μόνης της απελευθερωτική για τους εργαζομένους και τον λαό;

 

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ένα εμφατικό ΟΧΙ. Απελευθερωτική τελικά και συνολικά δεν μπορεί να είναι η γνώση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, όπου απαράβατος όρος είναι η ιδιοποίηση, ο πολλαπλός έλεγχος, και η μονοπωλιακή εκμετάλλευση της με στόχο την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

 

Ειδικά στα πλαίσια της επιστημονικής έρευνας, αυτό πραγματοποιείται με το θεσμό της «πατέντας» – δηλαδή την καταχώρηση ενός επιστημονικού προϊόντος ως πνευματική ιδιοκτησία από τον επιστήμονα που πρώτος το ανακάλυψε ή (τις περισσότερες φορές) από την εταιρεία που χρηματοδότησε αυτή την έρευνα.

 

Ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η εξέλιξη της τεχνικής CRISPR/Cas9. Από το 2012 μέχρι σήμερα, υπάρχουν χιλιάδες δημοσιεύσεις για χρήση αυτής της τεχνικής σε πάρα πολλούς οργανισμούς με στόχο τη δημιουργία γενετικά τροποποιημένων οργανισμών με εφαρμογή στη βιοτεχνολογία, στη βιοϊατρική και στην έρευνα. Παράλληλα, περισσότερες από 860 πατέντες έχουν ήδη κατοχυρωθεί με τη χρήση αυτής της τεχνικής (επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντιπαράθεση μεταξύ των ερευνητικών ομάδων που ανέπτυξαν την τεχνική με αυτές που πρώτες την «πατένταραν») (2).

 

Παράλληλα, με τον μονοπωλιακό τρόπο που χρησιμοποιούνται τα επιτεύγματα της επιστήμης στη γεωργία και παρόλο που τα διατροφικά αγαθά υπολογίζονται πως μπορούν να θρέψουν το διπλό από τον υπάρχοντα πληθυσμό παγκόσμια, η μεγάλη εικόνα της εξαθλίωσης και της πείνας εξακολουθεί να υπάρχει στον κόσμο. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) του ΟΗΕ, 795 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο εξακολουθούν να υποφέρουν από υποσιτισμό. Σύμφωνα με στοιχεία από την Unicef, ο υποσιτισμός είναι ο ένοχος σε περισσότερα από το ένα τρίτο όλων των θανάτων παιδιών κάτω των πέντε ετών, ενώ περίπου το 40% των παιδιών στον αναπτυσσόμενο κόσμο – πάνω από μισό δισεκατομμύριο παιδιά – επιβιώνουν με λιγότερο από 1 δολάριο την ημέρα.

 

Με λίγα λόγια, γινόμαστε μάρτυρες μιας μεγάλης αντίφασης : από τη μια εξελίσσεται μια απίστευτη άνθιση της επιστημονικής έρευνας και των τεχνολογιών, τέτοια που θα μπορούσε να παρέχει αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής για όλους τους ανθρώπους, αλλά, από την άλλη, αυτή δεν είναι κτήμα της πλειοψηφίας των ανθρώπων. Είναι κτήμα των λίγων, μιας και οι καπιταλιστικές χώρες, μέσω και του θεσμού της πατέντας, υποστηρίζουν ανοικτά την μονοπωλιακή συγκέντρωση και εκμετάλλευση της επιστημονικής γνώσης. Και σκοπός αυτού, δεν είναι πώς θα μπορέσει αυτή να απαντήσει στις ανάγκες της κοινωνίας αλλά πώς θα αυξήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Για αυτό και βλέπουμε να αναπτύσσονται πρωτίστως και κυρίως τα πεδία της έρευνας που συντηρούν και αυξάνουν την κερδοφορία του κεφαλαίου

 

Η επιστημονική έρευνα, η οποία είναι μια συλλογική και κοινωνικοποιημένη διαδικασία, θα μπορέσει να επιτελέσει τον απελευθερωτικό της ρόλο μόνο όταν τα επιτεύγματά της θα βρίσκονται υπό κοινωνική ιδιοκτησία. Για αυτό, σκοπός των εργαζομένων και του λαού πρέπει να είναι τα αποτελέσματα της επιστήμης και της τεχνολογίας να κινούνται σύμφωνα με τις ανάγκες τους και να μην είναι εμπορεύσιμα. Η κατάργηση του καθεστώτος της πατέντας μπορεί να υπηρετήσει αυτό το στόχο.

 

 Η κοινωνικοποίηση των αποτελεσμάτων της επιστήμης μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη για την επίτευξη αξιοπρεπών όρων διαβίωσης – πλήρης σίτιση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους . Μπορεί να χρησιμεύσει επίσης για την απελευθέρωση των εργαζομένων από θρησκευτικές ή άλλες προκαταλήψεις που τους κρατούν δέσμιους. Μια επιστήμη/τεχνολογία/έρευνα η οποία αυτοδιευθύνεται και καθοδηγείται από τους εργαζόμενους και με βάση τις ανάγκες τους μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στον αγώνα για κατάργηση κάθε είδους εκμετάλλευσης!

 

Monsanto, ένα αποκαλυπτικό παράδειγμα, το τέλειο κύκλωμα

 

Η χρήση των αποτελεσμάτων της έρευνας και της γενετικής μηχανικής ως εμπορεύσιμων προϊόντων δεν είναι κάτι καινούργιο. Από την πρώτη στιγμή που αναπτύχθηκαν οι τεχνικές της γενετικής μηχανικής – αρχές της δεκαετίας του 70 – με τις οποίες δόθηκε η δυνατότητα άμεσης μεταφοράς ενός γονιδίου από έναν οργανισμό σε έναν άλλον παρέχοντάς του νέες ιδιότητες, αυτές συνδέθηκαν με το εμπόριο παραγωγής γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Προς αυτή την κατεύθυνση, σταθμό αποτέλεσε η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου των Η.Π.Α στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα «πατενταρίσματος» των γενετικά  τροποποιημένων οργανισμών.

 

Για το πώς λειτουργούν οι πολυεθνικές στο χώρο της βιοτεχνολογίας, ενδιαφέρον έχει το παράδειγμα της Monsanto – η αδιαμφισβήτητη πρωτοπόρος στον τομέα της γεωργικής βιομηχανίας, η οποία τον προηγούμενο χειμώνα εξαγοράστηκε από τη Bayer. Η Monsanto, πιο συγκεκριμένα, ανέπτυξε μια σειρά από γενετικά τροποποιημένους σπόρους σε διάφορα φυτά (σόγια, αραβόσιτο, βαμβάκι κλπ) τα οποία είναι ανθεκτικά στο ζιζανιοκτόνο Roundup, το οποίο παρήγαγε η ίδια η Monsanto. Επομένως, δεν αρκεί να αγοράσεις μόνο τους σπόρους από μια εταιρεία αλλά και τα τυχόν επιπλέον προϊόντα που χρειάζονται. Παράλληλα, δεν επιτρέπει στους πελάτες να καλλιεργήσουν τους σπόρους για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ή να τους φυλάξουν, αλλά επιβάλει να τους αγοράσουν εκ νέου.

 

Με αυτό το σκεπτικό, άλλωστε, οι καναδέζικες και οι αμερικάνικες δικαστικές αρχές δικαίωσαν την Monsanto όταν κινήθηκε νομικά απέναντι σε δύο αγρότες (Σμάιζερ και Μπόουμαν) που χρησιμοποίησαν τους γενετικά τροποποιημένους σπόρους της χωρίς να πληρώσουν την αντίστοιχη άδεια. Στην πρώτη περίπτωση, σπόροι μεταφέρθηκαν στο αγρόκτημα ενός καναδού αγρότη από διπλανό αγρόκτημα, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ένας αμερικάνος αγρότης χρησιμοποίησε για δεύτερη χρονιά τους σπόρους που είχε αγοράσει προηγουμένως (3).

 

Η χρήση γενετικά τροποποιημένων σπόρων που εμπορεύονται οι κολοσσοί της γεωργικής βιομηχανίας είναι όλο και μεγαλύτερη. Ύστερα από καταγραφές του 2015 φαίνεται πώς περίπου 1.5 εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα παγκοσμίως καλλιεργούνται από γενετικά τροποποιημένα προϊόντα. Ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο είναι πώς στην Ινδία (τη δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγό βαμβακιού παγκοσμίως), το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του βαμβακιού ελέγχεται από τη Monsanto μιας και έχουν προμηθευτεί το ανθεκτικό απέναντι σε έντομα βαμβάκι της εταιρείας.

 

Παρότι υπάρχει μεγάλη διαμάχη για το κατά πόσο έχει επηρεάσει η εισαγωγή αυτού του βαμβακιού συνολικά τη γεωργική ζωή της Ινδίας (μετατροπή της πολυκαλλιέργειας σε μονοκαλλιέργεια κλπ), είναι σίγουρο ότι δεν έχει γίνει κανένας έλεγχος για το πώς μπορεί να αλλάξει η οικολογία μιας γεωργικής περιοχής με την εισαγωγή ενός «ξενόφερτου» σπόρου (4).

 

Παραπομπέςβιβλιογραφία

 

(1) CRISPR: gene editing is just the beginning (http://www.nature.com/news/crispr-gene-editing-is-just-the-beginning-1.19510)

(2) Titanic clash over CRISPR patents turns ugly (http://www.nature.com/news/titanic-clash-over-crispr-patents-turns-ugly-1.20631)

(3) The Patent Landscape of Genetically Modified Organisms (http://sitn.hms.harvard.edu/flash/2015/the-patent-landscape-of-genetically-modified-organisms)

(4) Monsanto vs Indian Farmers (https://www.organicconsumers.org/news/monsanto-vs-indian-farmers)

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΠΡΙΝ

 

 

Banner για εσωτερικές σελίδες κάτω

ΝΕΑ

bananiotis 2014